Ο Μοντάλε πέρα από τον ίδιο τον Μοντάλε

ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΊΒΟ ΓΚΙΚΌΠΟΥΛΟ

Οι κινηματογραφιστές και οι ποιητές έχουν κάτι το κοινό μεταξύ τους: την εικόνα και την αλληλουχία. Ο λόγος του ποιητή επικαλείται την εικόνα, η εικόνα του κινηματογραφιστή επικαλείται τον λόγο. Η αλληλουχία πλάθεται από ένα (δημιουργικό) μοντάζ εικόνας-λόγου (ή λόγου-εικόνας) σύμφωνα με έναν ρυθμό ξένο προς την πρόζα, ακόμη κι όταν ο κινηματογραφιστής πιστεύει πως είναι ρεαλιστικός. Αυτές οι σκέψεις έρχονται στο νου ξαναδιαβάζοντας τα ποιήματα του Μοντάλε, όπου ο λόγος είναι ιδιαίτερα δημιουργικός σε εικόνες και η αλληλουχία ακολουθεί έναν ρυθμό μη μετρικό αλλά σε δομές εικόνων που θυμίζουν το μοντάζ ορισμένων κινηματογραφικών έργων πυκνών σε μνήμες (Μπέργκμαν ή Ταρκόφσκι).

Ο Μοντάλε διάλεξε για δασκάλους του τον Δάντη και τον Πετράρχη, θεωρώντας πολύτιμο προνόμιο να γνωρίζει καλά μεγάλους ποιητές: έγινε πρώτα φίλος τους κι αργότερα μαθητής τους. Ήταν μια πράξη πίστης και πάθους. Πήρε απ’ αυτούς μια δάδα κι έγινε ένα είδος κληρονόμου τους. Τα παραπάνω ίσως να φαίνονται απλοϊκά και ρητορικά σχήματα, στην πράξη όμως η προσπάθεια δεν ήταν εύκολο να πετύχει: ήταν μια συνθήκη ύπαρξης με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Ο ποιητής είναι ένας ραφινάτος αναγνώστης της πραγματικότητας και ο Μοντάλε διαβάζει και τα επτά επίπεδα της πραγματικότητας ή μάλλον επτά φορές τα επτά της επίπεδα. Συνηθίζεται ο ποιητής να είναι ένας βιογράφος του εαυτού του, που δίνει έμφαση στην προσωπικότητά του, μ’ άλλα λόγια κάποιος που είναι νάρκισσος, έστω φανταστικός και γοητευτικός, δηλαδή δημιουργεί το πρόσωπο που επιθυμεί η μόδα. Ο Μοντάλε αντίθετα πρότεινε τον ποιητή-πολίτη, σαν ένας μάρτυρας-προφήτης καθημερινών και ιστορικών γεγονότων, όπως η σόλο φωνή μιας βουβής χορωδίας, βουβής από έλλειψη κουράγιου και μνήμης. Η ιστορία είναι βουβή και νεκρή αν κανείς δεν μπορεί ή δεν θέλει να την επικαλεστεί  και οι τόμοι της σκέψης που γεμίζουν τις βιβλιοθήκες μας, παραμένουν νεκρό γράμμα αν κανείς δεν είναι διατεθειμένος να ξαναζήσει τα γεγονότα με τη φωνή της παρούσας ύπαρξής του, με το ζωντανό πάθος να υποφέρει για ό,τι υπέφερε. Για τον Μοντάλε, μόνο μέσα απ’ αυτή την προσπάθεια είναι δυνατόν να γεννηθεί η μοναδική χαρά του παρόντος, Όπως δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι είμαστε ζωντανοί αν δεν είμαστε ικανοί μνήμης που αναζητά την αναγκαία πνοή για να της δώσουμε ζωή. Ο Μοντάλε φαίνεται να μας λέει πως καθένας από εμάς έχει να κάνει ένα ταξίδι για να ξανακερδίσει την Ευρυδίκη-ψυχή του, και πως μόνο η ανταλλαγή της εμπειρίας μας κάνει ανθρώπινους.

Ο Μοντάλε είχε την τύχη και, ταυτόχρονα, την ατυχία που έχουν οι προφήτες: βρήκε αυτό που άλλοι δεν κατορθώνουν να βρουν, αλλά η πείνα του ερευνητή είναι τεράστια. Διαβάζοντάς τον θα έλεγες ότι ταξίδεψε και έζησε περισσότερες από μια ζωές. Αναρωτιέσαι αν πήρε ποτέ το αεροπλάνο. Κι όμως ήταν παρών εκεί όπου πολλοί ήταν απόντες, γιατί ταξίδεψε στα βάθη της μνήμης, μιας μνήμης που είναι ένας φλεγόμενος πλανήτης και όχι μια σκονισμένη σοφίτα, ένα ταξίδι στην εμπειρία και όχι η διαδρομή ενός ιχνευτή λογοτεχνίας. Για πολλούς λόγους η φωνή του Μοντάλε είναι η μόνη δυνατή, εξάλλου για να «επικαλεστείς» κάτι, οι λέξεις είναι λίγες, δεν επαρκούν και πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να τις γνωρίζεις καλά: είναι ένα είδος μαντείας στην οποία πρέπει να έχεις πρώτα μυηθεί. Ένας ποιητής όπως ο Μοντάλε ενσαρκώνει τον Τειρεσία ή την Κασσάνδρα, φιγούρες καθόλου ευπρόσδεκτες στα επίσημα γεύματα όχι γιατί προβλέπουν το μέλλον, καλό ή κακό δεν έχει σημασία, αλλά γιατί εκπέμπουν μια αμήχανη, εύθραυστη αθωότητα. Φιγούρες που δεν βρίσκουν εύκολα ούτε υποστηρικτές ούτε τις σωστές στροφές ή τα λογοτεχνικά κυκλώματα που κλείνουν την ποίηση σε άγνωστα σε πολλούς εντευκτήρια και δίνουν την εντύπωση ότι είναι μια ασυνήθιστη πρακτική ή, το πολύ, μια λογοτεχνική ενασχόληση για amateurs.

Η ποίηση  του Μοντάλε φτάνει κοντά μας ως εξαγγελία: η ποίηση δεν έχει πεθάνει, είναι ζωντανή! Διαβάζοντας τα ποιήματά του δεν μπορείς ν’ αρνηθείς ότι η ποίηση έχει μέλλον κι αυτό είναι σημάδι ελπίδας. Είναι σαν ν’ ανακαλύπτουμε πως μεταξύ μας υπάρχουν και «σωστοί». Ανάμεσα στις συνηθισμένες, επιμελημένες μελέτες πάνω στον λόγο και τις ατέλειωτες ασκήσεις που απορρέουν από αυτές, η «επίδραση» Μοντάλε ξαφνιάζει. Αυτές οι σελίδες, αυτοί οι στίχοι αέρινης ομορφιάς…

Από «Κόκαλα σουπιάς» (1928)

Συχνά τη δυστυχία της ζωής συνάντησα:

ένα ρυάκι στραγγαλισμένο που κόχλαζε,

ένα φύλλο στεγνό που ζάρωνε,

ένα άλογο σωριασμένο.

          Καλό δε γνώρισα, εκτός από το θαύμα

          που αποκαλύπτει τη θεία Αδιαφορία:

          το άγαλμα μες στη νύστα

          του μεσημεριού, και το σύννεφο, και το γεράκι να πετά ψηλά. 

 (Μετάφραση: Φοίβος Γκικόπουλος)