10 Δεκεμβρίου είναι η μέρα που αφιερώνεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και στον αγώνα που χρειάζεται για την προάσπιση ή ακόμα και την κατάκτηση τους. 10 Δεκεμβρίου, στα 1963, ήταν και η μέρα που απονεμήθηκε στον μέγα Γιώργο Σεφέρη, η σπουδαιότερη επιβράβευση των ανθρώπων για την υπέρτατη αξία τους είδους μας: τον υψηλό Λόγο των ανθρώπων. Το Νόμπελ δόθηκε στον ποιητή Σεφέρη, που γεννήθηκε στην Σμύρνη στην αρχή του 20ου αιώνα, το 1900 και με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου, το καλοκαίρι του 1914, ότι είχε αρχίσει να γράφει τα πρώτα του, εφηβικά ποιήματα, μετανάστευσε με την οικογένεια του, στην Ελλάδα. Πως να βάλεις τις λέξεις κάτω για να τιμήσεις, να θυμίσεις, να υποκλιθείς στον Σεφέρη; Τι να πρώτο πεις από μια ζωή γεμάτη πολέμους και διπλωματία, χαμένες πατρίδες και αγώνες, δικτατορίες και ανάγκη για ελευθέρια, λέξεις – πυρομανία και ιδέες – βόμβες και ποιήματα – προσευχές και μανιφέστα μαζί; Πως να πιάσει μια ζωή να την διηγηθείς όταν αυτή είναι εκεινού που αναρτήθηκε με τις μεγάλες ιστορικές στιγμές, κοίταξε κατάματα ηγέτες και ιδεολογίες, έκανε τις αρνήσεις του, ακόμα και στο να γίνει μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, έβαλε στο χαρτί τα συναισθήματα όλων μας, οικουμενικά και των Ελλήνων λίγο πιο πολύ, αιώνια σχήματα αισθήματος πυρακτωμένου και εμπεριστατωμένου. Πως να ψάξεις να βρεις, εκείνη τη λεπτομέρεια στην δική του ιστορία, εκείνη τη σκιά στα παιδικά χρόνια ή τον φωτοβολία, που τον έκαναν να γίνει τέτοιος ποιητής, με ίσκιο μεγάλο στο χρόνο, που δε μικραίνει; Γιατί αυτός και όχι άλλοι; Τι ήταν εκείνο που έκανε τις λέξεις του – ρομφαίες στον καιρό; Περνάει στο χρόνο η φωνή του και η ποίηση του γινεται πάλι εμείς… Εμείς! Αλώστε ο ίδιος άμα τον ρώτησαν τι είναι η ποίησή του τι είχε πει με τρεις μόλις λεξούλες; Είναι ο «καημός της ρωμιοσύνης»…
Γιώργος Σεφέρης, ο μέγας μας
Να παραθέσουμε βιογραφικά; Τα χουν γράψει άλλοι, ειδικοί καλύτερα! Να πούμε πως σφραγίδα στη συνείδηση, τη ποίηση του, την ύπαρξη του, ήταν η εθνική καταστροφή του 1922 κι ο ξεριζωμός του μικρασιατικού ελληνισμού και πως μέσα στο τεράστιο έργο του, που εμβολίασε με Εζρα Πάουντ και Τ.Σ. Έλιοτ και τα παγκόσμια ιδεολογικά ρεύματα την νεοελληνική λογοτεχνία, αγάπησε και ερωτεύτηκε επαναστατικά, σαν ποιητής. Αυτό θα ξεχωρίσουμε, τον εμποδισμένο στην αρχή για μια γυναίκα, σπουδαία, που η κοινωνική τους τάξη και η εποχή τους ήθελε χώρια. Η Μάρω Ζάννου, γεννήθηκε το 1898 στην Αθήνα από Γαλλίδα μητέρα, που δεν άντεξε και πέθανε στη γέννα της. Τη μεγάλωσε η γιαγιά της στη Γαλλία ως τα 12 χρόνια της, οπότε και επέστρεψε στην οικογένεια του πατέρα της στην Ελλάδα. Ήταν όμορφη, ξεχωριστή, με ευρύτητα πνεύματος, μεγάλη καλλιέργεια και ε έντονη προσωπικότητα. Παντρεύτηκε πρώτα τον ναύαρχο Ανδρέα Λόντο, εξάδελφο των πολιτικών Δημητρίου Λόντου, Δημητρίου Μαξίμου και Γεωργίου Στρέιτ. Έκανε μαζί του δύο κόρες, τη Μίνα και την Άννα. Έλκονταν απ την φωτεινή της παρουσία και συγκεντρώνοντας γύρω της, στο σαλόνι της, σε κάθε κοινωνική εκδήλωση ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης, ο Στρατής Μυριβήλης, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Ξενοφών Ζολώτας, ο Κωσταντίνος Τσάτσος. Απολάμβανα την επικοινωνία με αυτή την ξεχωριστή γυναίκα, που ήταν σύζυγος άλλου, αλλά σκόρπιζε την γοητεία της μαγικά. Ώσπου το 1936 γνώρισε τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη, που υπηρετούσε στη διεύθυνση Πολιτικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών. Η Μάρω καλεί τον ψηλό, λιγομίλητο άνδρα στο εξοχικό της οικογένειας της, στη Αίγινα. Ο έρωτάς τους ήταν αδύνατον να συγκρατηθεί και ξέσπασε, μοιραίος, παράφορος, ως σκάνδαλο στην κοσμική και πνευματική Αθήνα. Οι οικογένειές Σεφεριάδη, Λόντου και Ζάννου αντέδρασαν καταδικαστικά για αυτην την αγάπη. Ο ναύαρχος σύζυγος πόνταρε στην αγάπη της μάνας πως θα κερδίσει εκείνη της ερωτευμένης γυναίκας και της είπε ότι αν θελήσει να φύγει με τον Γιώργο, εκείνος θα κρατήσει τα παιδιά και δεν θα τα ξαναδεί ποτέ της. Η Μάρω παίρνει διαζύγιο, αλλά επιλεγεί τα παιδιά της. Τέσσερεις ημέρες μετά τη Γερμανική εισβολή, ο Σεφέρης έπρεπε να ακολουθήσει την εξόριστη Κυβέρνηση. Οι καιροί είναι άγριοι, σκοτεινοί, για άλλη μια φορά γεμάτοι θάνατο και οδύνη. Της ζητά να παντρευτούν και να τον ακολουθήσει στην Αίγυπτο. 10 Απριλίου του 1941 παντρεύονται βιαστικά, σε έναν γάμο χωρίς γέλια, χωρίς χαρά, βιαστικό, με τον πόλεμο να σπαράζει ζωές. Η Μάρω εμπιστεύεται τα κορίτσια της στην φύλαξη της φίλης της, της Πηνελόπη Δέλτα και ακολουθεί τον Γιώργο στην Κρήτη και από εκεί στην Αλεξάνδρεια. Οι κοινωνικές επιταγές, τα σκάνδαλα, τα πρεπει, δεν είχαν πια σημασία. Μόνο η ελευθερία μέτραγε και η επιβίωση των ανθρώπων και των λαών.

Αποσπάσματα από τον πιο ερωτικό λόγο στα γράμματα του ποιητή σε εκείνη που απαγορεύονταν να αγαπά
Έζησαν αχώριστοι για όλη την ύπαρξη τους και οι δύο κόρες της έγιναν και παιδιά του Σεφέρη. Μετά το θάνατό του, η Μάρω, εξέδωσε τα ανέκδοτα ποιήματά του και την αλληλογραφία τους. Έμενε στην οδό Άγρας στο Παγκράτι. Οι κόρες της είχαν κληρονομήσει τον Γιώργο Σεφέρη. Πέθανε σε ηλικία 102 ετών, με το όνομα του στα χείλη της. Η αγάπη στο τέλος, είχε νικήσει. Από εκείνη την αλληλογραφία του ερωτευμένου ποιητή με την απαγορευμένη, λατρεμένη γυναίκα ξεχωρίζουμε:
«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…».
«Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο».
«Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω -γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου- δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου…».
«Μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί… Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται».
«Αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή».

«Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει «Σταμάτησε. Σταμάτησε». Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή. -τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….».
«Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.»
«Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα».
«Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως, αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο».
«Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει “Θεέ μου πόσο την αγαπώ” κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου».
«Μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…».
«Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις».
«Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ».
«Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου…».
«Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή -ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου- είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα».

«Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα -ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη- θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν… φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά».
«Όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη…».
«Πόσα πράγματα που έχω να σου πω ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…».
«Αν είχα χρήματα, λες. Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα. Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…».
«…Χτες πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα από τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄ είχε πάρει ο ύπνος».
«…Ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;».
«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ’ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…».
«Σε συλλογίζομαι. Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις. Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι. Κάποτε βαριά….».
«Αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία».
«Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν».
«Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;».
«Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω, δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;».
«Θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…».
«Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ».
«Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…».
«Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα -κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα»…

