Τιμή στον ποιητή, τιμή στον Οδυσσέα Ελύτη, τον μέγα

ΑΠΟ SPOTLIGHTPOST TEAM

Ο Οδυσσέας Ελύτης (Ηράκλειο Κρήτης 2 Νοεμβρίου 1911 – Αθήνα 18 Μαρτίου 1996), είναι κορυφαίος Έλληνας ποιητής, μέλος της εμβληματικής λογοτεχνικής γενιάς του ’30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο δεύτερος Έλληνας ποιητής που τιμήθηκε με αυτή την διάκριση για τις πιο γλυκές λέξεις των ανθρώπων. Και είναι η ποίηση του το δικό μας αντίδοτο σε ιούς ασχήμιας και φόβους, το αντισηπτικό και το αντικαταθλιπτικό μας. Η συντροφιά και η αιώνια ομορφιά.

Εδώ ένα μόλις ποίημα του διαλέγουμε βιαστικά, για να τιμήσουμε την μέρα που έφυγε απ αυτόν τον κόσμο για να δεθεί με έναν άλλον, ας ευχόμαστε σαν αυτόν του Αιγαίου, των κυμάτων, του καλοκαιρινού ήλιου, των αμπελιών στα βράχια, της ωραίας Ελλάδας, της ποίησης. Στολίζει τις λέξεις του με σημεία στίξης και είναι οι Χάρες τους σα να φοράνε κοσμήματα. Τιμή στον Οδυσσέα Ελύτη:

Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα

Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση

Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο

Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος

Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη

στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα

Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν

Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους

Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.

Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.

Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου

Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια

Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ – τί γύρευα

Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα

Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;

Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου

τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.

Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα

Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα

Ἦταν ἡ ὀδύνη

Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη

φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.

Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία

Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.

Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες – Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες

Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια

Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ

χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.

Σ᾿ ἄφησα τότες

Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια

Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω

Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.

Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό

Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει

Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας

Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.

*Τα έργα του κειμένου είναι από εικαστικές δουλειές του ίδιου του Οδυσσέα Ελύτη