Και πάλι «χωρέσαμε» …στο Παλαιό Φάληρο της καρδιάς μας

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

Η οικογένειά μου από την Θεσπρωτία, μετά από διάφορες περιπλανήσεις, κατοίκησε στο Παλαιό Φάληρο το 1955. Χώρεσαν σε μία μικρή κάμαρα, με την τουαλέτα εξωτερική, να φοβάσαι να πας. Μικρές μονοκατοικίες,  πλούσιες βίλες, μαγαζιά με εξοχικό φαγητό, Αρβανίτες με τα πρόβατά τους κι  Αρκάδες από την Τρίπολη και την Ποταμιά.

Χώρεσαν κι έφτιαξαν και σπίτια με τουαλέτες και πολυκατοικίες και μαγαζιά και τα παιδιά τους έμαθαν τέχνες, και τα εγγόνια τελείωσαν Πανεπιστήμια κι έπιασαν δουλειές και τα δισέγγονα αναζητούν ποια είναι τα καλύτερα Πανεπιστήμια για μεταπτυχιακά. Χώρεσαν οι παππούδες, ανδρώθηκαν οι γονείς, κολύμπησαν στα νερά του Μπάτη , ονειρεύτηκαν στο Έδεμ , έφαγαν πάστες στον Πράπα και ήπιαν καφέ στον Παχό. Και να΄σου εμείς, δεύτερη γενιά, να βλέπουμε σινεμά στην Αναστάλια, να χορεύουμε μέχρι τελικής πτώσης σε εφηβικά πάρτι, να κρύβουμε το πακέτο τσιγάρων, τρώγοντας απεριόριστες τσίχλες, να καμαρώνουμε για  το πρώτο φιλί στα κρυφά, να τσακωνόμαστε ως τι ώρα θα κάτσουμε στις ντισκοτέκ της Βούλας και του Πειραιά. Και πια γονείς, να βλέπουμε τα παιδιά μας να παίζουν στις παιδικές χαρές, να μας τρέχουν από παιδότοπο σε παιδότοπο, να χτυπιούνται ποιο θα βάλει γκολ στα γηπεδάκια πέντε επί πέντε  και ποια είναι η καλύτερη στολή μπαλέτου. Το ’55, λοιπόν,  ο διωγμός των Ελλήνων της Πόλης και έφηβοι και νέοι έγιναν γονείς εδώ.  Απέκτησαν παιδιά, που μεγαλώσαμε μαζί τους. Ως  τη δεκαετία του ’70 συνέρρεαν καραβάνια από την Πόλη, νέοι και παλιοί Κωνσταντινουπολίτες. Μα, χώρεσε κι άλλους το Φάληρο, που κατοικήθηκε κι από Κεφαλλονίτες και Μανιάτες και Ηλείους και νησιώτες.  Στη δεκαετία του ΄50, ο Αιγύπτιος Νάσερ πήρε μέτρα εθνικοποίησης εγκαταστάσεων και κάποιοι Αιγυπτιώτες ήρθαν στο Παλαιό Φάληρο, ίσαμε τη δεκαετία του ‘60. Τους αγαπήσαμε  πιο πολύ, γιατί μας μιλούσαν για την Αλεξάνδρεια και τις πελώριες πυραμίδες της Αιγύπτου και τα παρθεναγωγεία τους. Και τους ζηλεύαμε, που ήξεραν αραβικά και δεν μπερδεύονταν να γράφουν ανάποδα.

Η δικτατορία του κερατά

Και μετά ήρθε το 1967, και άλλαξαν οι όροι δόμησης και σηκώθηκε η παραλία να μας πνίξει. Και έφυγαν νιάτα για εξορίες. Κι  έγιναν τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο κι έπεφταν οι αδέσποτες σφαίρες βροχή στο Παλιό Φάληρο κι από λίγο να πετύχει και τη θεία μου. Κι ήρθε ο χαλασμός της Κύπρου και στη συνέχεια μαθαίναμε από Κύπριους καθηγητές, αλήθειες δύσκολες, που είχαν τον καημό να δουν το νησί λευτερωμένο κι όχι διχασμένο και κότσαραν παντού αρχαιοελληνικές λέξεις. Και φαινόταν ποιος ήταν του καθεστώτος, γιατί μετά το 1974, το αποκαλούσε με νοσταλγία «Επανάστασις» ενώ ήταν δικτατορία καραμπινάτη, του κερατά κι έσωσαν τη χώρα «από τους κομμουνιστάς».  Χωρέσαμε, γιατί ήρθαν τώρα να κατοικήσουν εκτός από τους Ηπειρώτες και Κρητικοί και Θεσσαλοί. Κι ήρθαν και Σαμιώτισσες και Μυτιληνιές και Λημνιές. Και το  Παλαιό Φάληρο έγινε από παραλιακό χωριό ή τόπος με βιλίτσες στην παραλιακή οδό μία τεράστια πόλη, το 1981. Κι ήρθαν κι άλλοι Ηπειρώτες, που μερικοί ήταν μετανάστες στη Γερμανία. Κι ήρθαν και διπλωμάτες, γιατί εδώ «των άρεζε», όπως έλεγαν οι Πολίτες να μείνουν. Και μετά έγινε ο σεισμός του ‘ 81 και πάλι χωρέσαμε παρόλο, που καθόμασταν έξω στις αλάνες και κοιμόμασταν στα αυτοκίνητα, να μη μας βρει κάνα κακό με τον Εγκέλαδο, που δεν έλεγε να εξαφανιστεί. Και φτιάχτηκαν κι εκλογικά κέντρα, γαλάζια και πράσινα, και βγάζαμε τα μάτιά μας μεταξύ μας, αλλά μόλις τελείωναν οι εκλογές, ήμασταν και πάλι φίλοι. Κι οι Κωνσταντινουπολίτες άλλαξαν το Παλαιό Φάληρο, άλλαξαν ακόμη και την προφορά του. Μιλούσαν για τα γλυκά, για το εμπόριο, για την Πόλη, που άφησαν και τύλιξε το λάμδα τους τον τόπο, σαν γλυκιά μελωδία. Έφεραν μπαχαρικά και μυρωδιές. Κι έτσι φίλοι και συμμαθητές γίναμε ένα με τους Κωνσταντινουπολίτες και αργότερα μας έκαναν και μάθημα Ίμβριοι στο σχολείο. Και πέρασαν τα χρόνια κι ήρθαν και Πατρινοί και Πειραιώτισσες και Στυλιδιώτισσες και Βολιώτισσες. Και μας χώρεσε πάλι ο τόπος. Και δεν περίσσεψε κανείς. Κι ανοίχτηκε κι άλλο το Φάληρο και μεγάλωσε κι άλλο. Κι ήρθαν και Μακεδόνες κι άλλοι ξένοι αξιωματούχοι. Και κόντεψε να χτιστεί κι ο αέρας.

Η περεστρόικα κι οι Αλβανοί…

Και ήρθε η περεστρόικα κι άλλαξε ο κόσμος. Και μας καθάρισαν τα σπίτια οι Αλβανίδες και μας φύλαξαν τις γιαγιάδες οι Βουλγάρες. Και ήρθε το 2004 και χτίστηκαν και γήπεδα και έφυγε το σκουπιδαριό, από το Φάληρο και πάλι χωρέσαμε. Ώσπου τα τζάμια του αυτοκινήτου, μας τα καθάρισαν οι Μπαγκλαντεσιανοί και μας κουβάλησαν τα ψώνια οι Πακιστανοί και μας έβαλαν βενζίνη, Αιγύπτιοι. Κι ήρθε το τραμ, που το έφτιαξαν κι οι Αλβανοί κι έφτιαξαν και δικά τους μαγαζιά κι η Ρωσίδα, που έπαιρνε καφέ από το Παλαιό Φάληρο, απέκτησε δικό της μαγαζί για τα νύχια στη Νέα Σμύρνη. Και, πάλι χωρέσαμε, παρόλο που κάποιοι φασίστες νόμιζαν, πως δεν μπορούμε να χωρέσουμε και μαχαίρωσαν έναν ανήλικο Έλληνα κι ένα ξένο μελαμψό παλικαράκι, που σώθηκαν ευτυχώς. Και μετά ήρθε το AirBnB και πάλι χωρέσαμε μαζί με τους τουρίστες, που έρχονταν με τα αεροπλάνα ή  έρχονταν για κρουαζιέρα ή έμπαιναν στο τραμ και γινόταν πατείς με πατώ σε. Κι ήρθαν και Ρομά, από Βουλγαρία και Ρουμανία. Κι ήρθε και μια Γιαπωνέζα με τα παιδιά της και μία Λατίνα, παντρεμένες με Έλληνες. Και τα επόμενα χρόνια λόγω των εγκαταστάσεων του Ελληνικού θα έρθουν κι άλλοι. Κι έτσι χώρεσαν κι άλλοι Έλληνες κι άλλοι τουρίστες κι άλλοι μετανάστες της Αθήνας  κι άλλοι Ρομά. Και φτιάχτηκε σε μίαν άκρη το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, και γέμισε ο τόπος, και πάλι όλοι χώρεσαν. Όλοι οι καλοί χώρεσαν. Κι όσοι ζαβοί, είπαμε να φύγουν  να πάνε αλλού. Γιατί το Παλαιό Φάληρο κάθε δεκαετία είναι μία διαφορετική πόλη, κάθε φορά πανέμορφη, κάθε φορά ξεχωριστή.

Κι ήρθαν νεοφερμένοι, που τους ξινίζουν οι μετανάστες.

Μα, έλα που εμάς, τοφοβικό, Παλαιό Φάληρο, το μίζερο, που ωρύεται για τα κόκκινα αγάλματα, τα «δαιμονισμένα», δεν μας ταιριάζει. Φέρτε, μαντάμ, τα τρομαγμένα παιδιά των μεταναστών, να γλιτώσουν τη ζωή τους και να σταματήσουν να βλέπουν εφιάλτες. Και μη χρονοτριβείτε. Στα Κανόνια της Κοψαχείλας, στα Ταταύλα του Φαλήρου, δίπλα στο κολυμβητήριο, κοντά στο Έδεμ, γύρω από το ρέμα της Πικροδάφνης, στην Αγία Βαρβάρα.  Φέρτε τις εγκύους, που μπαίνουν στα σαπιοκάραβα, αλλά τις κατακρίνει η κυρία Σταματίνα Τσιμτσιλή, τις απρόσεκτες. Έλεος,  το καλό που σας θέλουμε, κυρίες και κύριοι του Φαλήρου, που υψώνετε τείχη μίσους και διαμαρτύρεστε πως δεν θα χωρέσουμε. Χίλιοι καλοί χωράνε. Αν δεν θέλετε τους πρόσφυγες, στο Παλαιό Φάληρο το κουβαδάκι σας και σε άλλη παραλία. Έχει πολλές παραλίες η Αττική, δόξα τω Θεώ, και δεν θα μας λείψετε…