Ρατσιστές και πρόσφυγες. Εθνικιστές και μετανάστες. Χριστιανοί και αλλόθρησκοι, όλοι μαζί στην ίδια χώρα, με διαφορετικά χρώματα, διαφορετικά πιστεύω και διαφορετικά ήθη και έθιμα, αλλά με διαφορετικά δικαιώματα.
Πολύ μεγάλη συζήτηση αλλά πάντα επίκαιρη στη χώρα μας την Δημοκρατική, η οποία συζήτηση όμως δεν βγάζει πουθενά διότι εξ ορισμού η πλευρά στην οποία απευθύνεται η συζήτηση δεν επιθυμεί απολύτως καμία σχέση με διαδικασίες διαλόγου, ή δικαιωμάτων, ελευθερίας και ιστορίας. Ας αρχίσουμε με μία ουσιαστική ανάγνωση των δύο λέξεων:
Ας ορίσουμε τον ΡΑΤΣΙΣΜΟ για να μιλάμε όλοι για το ίδιο πράγμα
Ρατσιστές είναι αυτοί που έχουν την αντίληψη ότι οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίσοι μεταξύ τους, αλλά διαχωρίζονται σε ανώτερους και κατώτερους, διακρινόμενοι είτε από το χρώμα του δέρματος, την θρησκεία, το φύλο την εθνικότητα τους, ή τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό. Με πιο συνηθισμένο τον φυλετικό ρατσισμό όπως η αρχική ονομασία στην λέξη,( ράτσα/ razza = φυλή). Οι φυλετικοί ρατσιστές πιστεύουν στις βιολογικές διαφορές μεταξύ των φυλών βάσει των οποίων και προσδιορίζουν αυτές σε ανώτερες και κατώτερες. Ως εκ τούτου, με τη θεωρία αυτή υποστηρίζουν ότι η φυλή με συγκεκριμένα (ανώτερα) εξωτερικά ή ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά, έχει το δικαίωμα να θεωρεί εαυτόν της ανώτερη από τις άλλες.
Ποιοι είναι ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ σύμφωνα με την Συνθήκη της Γενεύης
Οι πρόσφυγες τώρα σύμφωνα με τη Συνθήκη της Γενεύης, κάθε άνθρωπος που φεύγει χωρίς να το θέλει ο ίδιος από την χώρα του, εξαιτίας του δικαιολογημένου φόβου ότι θα υποστεί διωγμούς, είτε λόγω της θρησκείας του, είτε λόγου του πολέμου που εξελίσσεται στην χώρα του ή ακόμα εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του, ή των πολιτικών του απόψεων (πολιτικός πρόσφυγας) και που επιπλέον είναι αδύνατον να προστατευτεί από την χώρα του. Ο διαχωρισμός τώρα ανάμεσα σε πρόσφυγες και μετανάστες, είναι ένα παιχνιδάκι της μηντιακής και κυβερνητικής εξουσίας προκειμένου να απορρίπτει με περίσσια ευκολία ένα μέρος των ανθρώπων. Διότι ακόμα και η φτώχεια είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος μετακίνησης, ακριβώς όπως και ο πόλεμος.
Οι νεομετανάστες Ελληνες και ποσο ρατσισμό έχουν αντέξει
Και είναι και ο σημαντικότερος λόγος και η ουσιαστικότερη αιτία που χιλιάδες χιλιάδων Ελλήνων, φεύγουν στρατιές στην Γερμανία, την Αγγλία, την Αμερική ή τον Καναδά και την Αυστραλία. Και δεν μιλάμε απλά για νέους, που πάνε να σπουδάσουν και έμειναν, μιλάμε για μεσήλικες που μπήκαν στην διαδικασία να αλλάξουν τον τρόπο της ζωής τους, της ρουτίνας τους, με σκοπό να βοηθήσουν τα παιδιά τους, ή τους γέροντες γονείς που με την πενιχρή σύνταξη που τους δίνει η χώρα, και δεν τους φτάνει να ζήσουν ούτε μία εβδομάδα. Οι Έλληνες στο εξωτερικό λίγες φορές ζήσαμε στο πετσί μας τον ρατσισμό? Ωμά ή πιο προ κεκαλυμμένα? Αφού παντού υπάρχουν και δυστυχώς θα υπάρχουν και φασίστες, ομοφοβικοί, και εθνικιστές της πεντάρας και ξενοφοβικοί. Υπάρχει όμως και μία μεγάλη και ουσιαστική διαφορά στην αντίληψη του ίδιου του μετανάστη που προέρχεται από μία δυτική χώρα ή από ανατολική χώρα ή μία μουσουλμανική πατρίδα. Μπαίνουμε σε μία χώρα η οποία δεν θα προσαρμοστεί στα δικά μας ήθη και έθιμα, αλλά εμείς στα δικά της. Και αυτό από σεβασμό και ευγνωμοσύνη στην χώρα που μας φιλοξενεί. Αν διάλεξα να πάω σε μία χώρα που η πλειοψηφία τους είναι μωαμεθανοί, δεν θα αναγκάσω τον ταξιτζή να κρεμάσει σταυρουδάκια. Αλλά και το αντίστροφο. Δεν μπορείς επειδή είσαι μουσουλμάνος να ζητάς να κατεβάσει ο άλλος το σταυρό στον οποίο πιστεύει για να μην τον αποκαλέσεις ρατσιστή. Κάθε χώρα έχει της δικές της κοινότητες στα πλαίσια που επιτρέπει ο νόμος της χώρας. Αλλά έχει και τα δικά της ήθη και έθιμα τα οποία οφείλεις να σεβαστείς γιατί είσαι επισκέπτης. Είτε αναγκαστικά επισκέπτης είτε κατά προτίμηση.
Δεν γίνεται εσύ σαν κράτος να χρησιμοποιείς τον ανθρώπινο πόνο του ξένου, για να κάνεις τον εγχώριο πόνο απαλότερο.
Και ναι βρίσκω πολύ ελεεινό και απαίσιο και ποταπή την κίνηση των Ελληναδάρων να ψήσουν τα χοιρινά σουβλάκια τους και να προσπαθούν να επιβάλλουν με τέτοιες ανοησίες την «φυλετική τους κυριαρχία», αλλά από την άλλη αν είμαι μουσουλμάνος επισκέπτης, θα πρέπει να σεβαστώ τις συνήθειες ενός λαού, που έχει αναγάγει το σουβλάκι σε εθνικό φαγητό. Εδώ η ίδια της η πράξη δεν είναι απλώς η αθώα παραδοχή της βλακείας. Πρόκειται για πολιτική κατεύθυνση των διοικούντων της χώρας. Δεν είναι εθνική υπερηφάνεια ο ρατσισμός, η επιθετικότητα και η ηλιθιότητα. Είναι πολιτικά εργαλεία ενός βρωμερού και παρωχημένου συστήματος, εδώ και πολλά χρόνια, και κατέληξαν σημαίες και επίσημη πολιτική γραμμή πολλών κυβερνήσεων. Η κοινωνία πρέπει να σέβεται, ο λαός πρέπει να σέβεται, αλλά ο σεβασμός είναι και κάτι που δεν τον επιβάλεις, τον διεκδικείς με πράξεις και έργα. Δεν μπορείς να απαιτείς σεβασμό επειδή φιλοξενείς πρόσφυγες ή μετανάστες, ή κάθε ξένο επισκέπτη ανάγκης, στην χώρα σου, όταν τον πετάς στα σκουπίδια. Όταν του αφαιρείς τα ανθρωπιστικά του δικαιώματα, και όταν το εκμεταλλεύεσαι για διεθνή επαιτεία σε μία Ευρώπη που ίδρυσε και επέβαλε για χρόνια τον φασισμό και τον ρατσισμό. Οι άνθρωποι δούλεψαν πολύ σκληρά μία ζωή ολόκληρη, για να έρθεις εσύ σαν χώρα και να τους πάρεις τα δεδουλευμένα, να του κόψεις τις συντάξεις που πλήρωσαν με αίμα και ιδρώτα και να του αναγκάσεις να ζούνε κάτω από το μέσω όρο της φτώχιας και της επαιτείας. Δεν γίνεται εσύ σαν κράτος να χρησιμοποιείς τον ανθρώπινο πόνο του ξένου, για να κάνεις τον εγχώριο πόνο απαλότερο. Η καλλιέργεια του ρατσισμού σαν εργαλείο πολιτικό είναι παιχνίδι με την φωτιά. Και με την φωτιά αν δεν είσαι προσεκτικός μπορείς εύκολα να καείς. Ειδικότερα όταν μια απλή σπίθα μπορεί να δημιουργήσει μία γιγαντώδη φωτιά η οποία γρήγορα μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτη. Το πρόβλημα που σήμερα λέγεται πρόσφυγες, αύριο μπορεί να λέγεται Ρομά, και μεθαύριο ομοφυλόφιλος ή αριστερός. Το ίδιο «πρόβλημα» όμως έχεις την ίδια ρίζα στην διαφορετικότητα. Και προσοχή η νόσος του ρατσισμού, είναι μεταδοτική.
Ο Francesco Vitali είναι Αμερικανός πολίτης, ζει στο Λος Αντζελες, σπούδασε Οικονομικά και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο UCLA, έχει δημιουργήσει το διεθνές φεστιβάλ «The 48 Independent Short Film Festival», είναι παραγωγός ταινιών και επιχειρηματίας στο θέαμα και την αισθητική και έχει τέσσερα χρόνια να επισκεφθεί το σπίτι του στην Γλυφάδα.
