Πριν κάμποσα χρόνια η αφεντιά μου άρχισε να φοιτά στο πρώτο έτος του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Οι γονείς μου είχαν βρει χωρίς να με ρωτήσουν ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα, όπως ήταν η μοναδική μου απαίτηση. Δεν είχα ιδέα από σπίτια και μετακομίσεις. Έτσι, το μόνο που ένοιαζε ήταν το σπίτι να είναι κοντά στο Πανεπιστήμιο γιατί δεν είχα μεταφορικό μέσο. Ήθελα να είμαι συνεπής στις νέες μου υποχρεώσεις, χωρίς να χρειάζεται να παίρνω λεωφορείο. Μου είπαν ότι βρήκαν ένα καινούργιο σπίτι με καλή σπιτονοικοκυρά, κοντά στη θάλασσα, το οποίο είναι λίγο μακριά από την πόλη αλλά κοντά στο Πανεπιστήμιο. Αυτό το «καλή σπιτονοικοκυρά» το τόνισαν.
Δεν ασχολήθηκα ξανά με το θέμα, μέχρι που βρέθηκα στο Ρέθυμνο. Το σπίτι ήταν όντως κοντά στην παραλία και το Πανεπιστήμιο αλλά αρκετά απομονωμένο. Δεν θα πω ότι ενθουσιάστηκα βλέποντάς το, σκεφτόμενη ότι τη νύχτα πρέπει να περνάω από κάτι χωράφια, για να μπω μέσα. Η πόλη δεν ήταν ενωμένη με τα Περιβόλια, όπως είναι σήμερα. Τότε γνώρισα την σπιτονοικοκυρά μου. Μία πολύ όμορφη Ρεθυμνιώτισσα, από τα Ακούμια, παντρεμένη με τρία παιδιά. Η πρώτη εντύπωση ήταν πολύ καλή. Αλλά η δεύτερη ακόμη καλύτερη, όταν έφυγε η μητέρα μου. Με την μεγάλη της κόρη γίναμε φίλες από την πρώτη κιόλας μέρα, παρότι ήταν πιο μικρή σε ηλικία.
Στα τέσσερα χρόνια παραμονής στο Ρέθυμνο, γνωρίσαμε με την συγκάτοικο και καλύτερη φίλη μου, έναν φύλακα – άγγελο. Το βαφτιστικό της είναι Φεβρωνεία, όμως, κάποια στιγμή αρχίσαμε να τη φωνάζαμε, Φρόνη. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος, που μας έκανε ν΄ αγαπήσουμε το Ρέθυμνο. Δεν κάθισε να μας κουτσομπολέψει. Δεν κάθισε να σχολιάσει το παραμικρό. Στις αρρώστιες θα ερχόταν να δει τι κάνουμε κι αν χρειαζόμαστε κάτι. Αν χαλούσε κάτι, μας παρέπεμπε σε μάστορα. Αν δεν ξέραμε να φτιάξουμε κάποιο φαγητό ήταν εκεί για να μας μάθει. Πάντα είχε να πει μία καλή κουβέντα για τους άλλους. Δεν μας έκανε παρατήρηση για το τσιγάρο, αν και ξέραμε, ότι στενοχωριόταν, να μας βλέπει να καπνίζουμε. Δεν μας αγριοκοίταξε, όταν είδε τις πρώτες παρέες να έρχονται και κάναμε φασαρία. Δεν φώναξε, όταν μας είδε με τα πρώτα φλερτ. Και κυρίως δεν άκουσε κάποιους ανθρώπους, που της έλεγαν:
–«Μην αφήνεις τις κόρες σου να κάνουν παρέα με τις φοιτήτριες. Θα σου τις χαλάσουν. Ξέρουμε εμείς».Κι άλλοι έλεγαν πολύ χειρότερα. Χωρίς να μας ξέρουν, χωρίς να τους ξέρουμε, χωρίς να μας έχουν δει ποτέ.
–«Εγώ τσι ξέρω κι είναι πολύ καλά κορίτσια. Είναι πολύ καλά παιδιά», αποστόμωνε οποιονδήποτε πήγαινε να πει κάτι κακό, για τις φοιτήτριές της, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη και χωρίς να προσβάλλει τους συνομιλητές της.
Αποδείχτηκε πως εκείνοι δεν ήξεραν, διότι η οικογένεια της Φρόνης ολοένα και μεγάλωνε. Γιατί για μένα έγινε η δικιά μου Φρόνη, η δεύτερη μάνα μου. Κι όχι μόνο για μένα. Ήταν ο άνθρωπος, που μας αγκάλιασε, μας φίλεψε, μας φρόντισε, μας προστάτεψε, μας είχε σαν παιδιά της. Ό, τι και να χρειαζόμασταν, ήταν εκεί για να μας βοηθήσει. Πάντα διακριτικά. Αν δεν ξέραμε να φτιάξουμε ένα φαγητό, αν μας πείραζε κάποιος, αν μας ενοχλούσε κάτι, αν χαλούσε οτιδήποτε, ξέραμε πως είχαμε κάπου ν΄ ακουμπήσουμε. Γι΄ αυτό δεν αλλάξαμε σπίτι με τη συγκάτοικό μου. Γιατί ψάχναμε για σπίτι και βρήκαμε σπιτικό. Ακόμη κι όταν οι φίλοι μας μετακόμισαν και ζούσαν στο κέντρο. Συνομήλικοί μας αναρωτιόντουσαν, πως έχουμε τόσο καλές σχέσεις με τη σπιτονοικοκυρά μας. Μας κοίταζαν περίεργα μόλις μάθαιναν, πως πίνουμε καφέ μαζί της, μέχρι που τη γνώριζαν.
Με τα χρόνια οι ντόπιοι, που της έλεγαν, μην αφήνεις να κάνουν τα κορίτσια παρέες με τις φοιτήτριες, άλλαξαν γνώμη: «Καλά κορίτσια έβαλες στο σπίτι σου. Έρχονται και σε βλέπουν. Σε παίρνουν τηλέφωνο. Εμάς από τις δικές μας φοιτήτριες δεν ήρθε καμία να μας δει ποτέ». Φυσικό ήταν. Ό, τι σπέρνεις, θερίζεις…
Η δική μας Φρόνη μας έπαιρνε μαζί της και σε κρητικά γλέντια, μας φώναζε σε γάμους, γιορτές, βαφτίσια. Ποτέ δεν μας απέκλεισε. Ποτέ δεν μας ανέφερε ποιος δεν μας ήθελε στην πόρτα της. Όμως, η Ελλάδα είναι μικρή χώρα κι όλα μαθαίνονται. Εμείς, οι πρώτες φοιτήτριές της, που νιώσαμε την αγκαλιά της και της οικογένειάς της, αισθανόμαστε ευλογημένες. Σχεδόν 30 χρόνια μετά, ακόμη και συμφοιτητές και φίλοι μας, που τη γνώρισαν, ρωτούν τι κάνει.
Διαβάζοντας τόσες υπερβολές και μ΄ ένα πτυχίο Κοινωνιολογίας, που θέτει κι αφορά ζητήματα κοινωνικοποίησης κι ενσωμάτωσης, το μόνο που έχω να πω, σεβόμενη τις φοβίες των ανθρώπων κι όχι όσους συστηματικά προπαγανδίζουν γιατί έχουν να κερδίσουν κάτι, η Ελλάδα στο μεταναστευτικό έχει δυο επιλογές: Η μία συνταγή είναι ν΄ ακολουθήσει το μοντέλο των χωρών της Δυτικής Ευρώπης: Να γίνει ένας αδιάφορος ή ακόμη κι εχθρικός σπιτονοικοκύρης. Το ακολουθούν ήδη ορισμένοι, που πετούν χωρίς ντροπή γουρουνοκεφαλές σε υποψήφια κέντρα εγκατάστασης προσφύγων. Χωρίς να υποτιμώ τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν μετά τη μαζική έλευση μεταναστών στη χώρα μας μετά το 1990, δοκιμάστηκε το μοντέλο αυτό στις Δυτικοευρωπαϊκές χώρες κι απέτυχε. Δημιούργησε τεράστια προβλήματα και σε ντόπιους και σε πρόσφυγες και πυροδότησε τρομοκρατία δεύτερης ή και τρίτης γενιάς.
Η άλλη επιλογή είναι η Ελλάδα ν΄ ακολουθήσει το μοντέλο της… Φρόνης! Ν΄ ανοίξει την αγκαλιά της, στον ξένο, να τον μάθει συνήθειες και χούγια, να γνωρίσει την κουλτούρα του και ν’ ανταλλάξει τα καλύτερα στοιχεία των δυο πατρίδων. Να συστήσει τον ελληνικό πολιτισμό, να μάθει για την ποίηση των Αράβων, να γνωρίσει την ιστορία τους, να τους διδάξει καλλιέργειες, να διδαχτεί τη μουσική και τους χορούς, τα φαγητά τους και να γνωρίσουν τα δικά μας γράμματα, τον δικό μας πολιτισμό, τις δικές μας γεύσεις, τους δικούς μας χορούς και τραγούδια και βέβαια τους κανόνες, πάνω στους οποίους βαδίζουμε.
Η Φρόνη ακολούθησε την παλιά κρητική συνταγή για το πώς κάνεις φίλους σε όλον τον κόσμο… Οι δεσμοί των φοιτητριών με το Ρέθυμνο, εξαιτίας αυτής της υπέροχης Ρεθυμνιώτισσας είναι πιο ισχυροί. Όσο κι αν οι φοβίες είναι υπαρκτές, ποιο μοντέλο εν τέλει πιστεύουμε πως μπορεί να ωφελήσει περισσότερο Έλληνες και ξένους;
