Χριστούγεννα και συνένοχοι ή συμμέτοχοι στο πόνο των ανθρώπων

ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΣΙΚΑ

Ἐδῶ ἤμουνα νέος 22 μόλις χρονῶ, κι ἐδῶ μιὰ γυναῖκα ποὺ σφίγγει μὲ λαχτάρα ἕνα παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της. (Ἔκλαιγε ἀλήθεια ὅταν ἔφευγα σὰν ἕνα μικρὸ κοριτσάκι) – Μανώλης Αναγνωστάκης

Κάθε τέτοιες μέρες που έρχονται ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ και η πόλη γεμίζει φως, παιχνίδια, χαρούμενες παιδικές φωνές, προσμονές χαράς, εδέσματα, πολυχρωμία, υπόσχεση ευτυχίας, θυμάμαι πάντα ένα βλέμμα! Το ίδιο, γυναικείο, απελπισμένο, γεμάτο αποκλεισμό και απόγνωση, βλέμμα! Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων! Προ κρίσης! Τότε που «είμαστε πλούσιοι» όπως λέμε, ειρωνικά, σήμερα. Έβγαινα από ένα πανάκριβο παιδικό μαγαζί με σινιέ δώρα για το μικρό μου βαφτιστήρι, όταν την είδα. Μαινόταν τότε, ένας άλλος κοντινός μας  πόλεμος, εκείνος στη Γιουγκοσλαβία. Ανάμεσα σε τσάντες, αμπαλάζ δώρων, χρωματιστές κορδέλες, βιαστικούς χαρούμενους -για λίγο- καταναλωτές, νάτην! Ακίνητη, μια νεαρή γυναικά, ξυλιασμένη με ένα μωρό στην αγκαλιά, καθόταν, ανήμπορη, αποκαμωμένη, εξουξενωμένη, στα σκαλιά του πλούσιου μαγαζιού. Σαν Παναγία μου φάνηκε με το μωρό της τυλιγμένο σε μια κουβέρτα και με κάτι γαλάζια ματιά να με κοιτάνε κατευθείαν στη καρδιά. Αυτό το βλέμμα, τρύπησε την καρδιά μου και είδε μέσα μου συναισθήματα, βγάζοντας απάνω απάνω, εκείνο, της ντροπής!

Εγώ, ζεστή μέσα στα ρούχα μου, γεμάτη τσάντες με δώρα με ένα χαμόγελο προσμονής για τη βράδια που ερχόταν. Εκείνη, παγωμένη, αποκαμωμένη. Μια μορφή, αλλόκοτα παράταιρη στον γιορτινό περίγυρο. Ξαναμπήκα στο μαγαζί! Γιατί; Διότι σαν και τα πόδια μου να κόλλησαν στο πάτωμα, να αρνιόντουσαν να περάσουν, ξεδιάντροπα από μπροστά της. Ανάθεμα τα δώρα, ανάθεμα τα στολίδια, ανάθεμα το πόνο, σκέφτηκα! Το τι έκανα δεν είναι λόγος αυτής της ιστορίας, άλλωστε στα μετέπειτα χρόνια τέτοιες εικόνες πλημμύρισαν τα μάτια μας, τα σκληρίσανε κιόλας να μην ανοιγοκλείνουν, ήρθαν τα δικά μας βάσανα, τα μνημόνια, οι άνθρωποι στα σκουπίδια, οι προσφυγικές ροές, άλλαξαν όψη οι ματιές μας και τρόπο να κοιτάνε! Και έχουν περάσει πολλά χρόνια από εκείνη τη χριστουγεννιάτικη βραδιά. Πολλά. Και γίνανε πολλοί πόλεμοι και είδαμε πολλά προσφυγικά βλέμματα, με την ίδια παγωμένη, απόμακρη από μας, απόγνωση. Ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός  IRIN, που σημειώνει όλες τις πολεμικές συγκρούσεις, αναφέρει, αυτή τη στιγμή, που γράφουμε, 40 ενεργά σημεία σε όλο τον κόσμο! Και είδαμε πολλά. Πάθαμε πολλά. Άλλοτε συνένοχοι, έστω και όχι συνειδητά και άλλοτε συμμέτοχοι και αλληλέγγυοι, όσο μπόρεσε ο καθένας μας. Ποιος άλλωστε από μας με φτωχικά βιώματα, με στερήσεις, αλλά με αγάπη, μπορεί να μείνει απαθής στον ανθρώπινο πόνο; Κανείς και δόξα τω Θεώ, το αποδείξαμε! Οσο βαστούσε ο καθένας μας. Αναλογίζομαι ότι εκείνη τη νύχτα οι χαρούμενοι περαστικοί, δεν ήταν αδιάφοροι σε αυτή την εικόνα. Δεν θα μπορούσαμε να είμαστε…

Σήμερα κατέβηκα στο κέντρο. Με την ίδια ατμόσφαιρα αλλοτινών χρονών. Θυμήθηκα το Μούγιερ και τα ολοκαίνουργια παπούτσια των παιδικών μου χρόνων, τα αλογάκια και τις κούκλες. Θυμήθηκα τα ρούχα που μεταποιούσε η μάνα μου, φορεμένα από δυο αδελφές να μοιάζουν καινούργια σε μένα. Και έμοιαζαν! Γιατί η αγάπη τα κάνει να φαίνονται όλα όπως ΕΣΥ θες να τα δεις! Και να τα βήματα μου που με έβγαλαν σε εκείνη τη γωνιά. Το πανάκριβο μαγαζί με τα παιδικά, σινιέ δώρα, δεν υπάρχει πια! Όμως, η μνήμη από το γαλανό, θολό βλέμμα, εκείνης της νέας γυναίκας με το μωρό στην αγκαλιά, μου χει στοιχειώσει τον τόπο αυτό. Η μάλλον έχει στοιχειώσει τη δική μου καρδιά. Τι να απόγινε άραγε μια από τις πρώτες προσφυγικές φιγούρες που είδαν τα μάτια μου; Μπορεί στις ευχές των Χριστουγέννων εκείνης της βραδιάς, να έχει σήμερα, μια καλύτερη ζωή. Μπορεί…

Και μ όλη αυτή τη μνήμη, απόψε, τριγύριζε στο μυαλό μου, ένα ποίημα. Ένα ποίημα του τόσο αγαπημένου Μανώλη Αναγνωστάκη, που έγραφε για εκείνη, θαρρείς, τη γυναίκα με το γαλάζιο βλέμμα, όλες τις γυναίκες σαν εκείνη, με τα παιδιά τους στην αγκαλιά και έναν χαμένο από μια μικρή τρυπίτσα, σε κάποιον απ τους 40 πολέμους του κόσμου, σήμερα. Το βρήκα! Εχει και τους παλιούς τόνους, στολίδια απάνω του και λεει:  

Σὲ τούτη τὴ φωτογραφία ἤμουνα νέος κοντὰ 22

χρονῶ. ἐδῶ εἶναι ἡ γυναῖκα π᾿ ἀγαποῦσα: ἡ

γυναῖκα μου

Τὴ λέγανε Μάρθα· ἔσφιγγε τὸ γιό μου μὲ λαχτάρα

στὴν ἀγκαλιά της

Δὲ μοῦ ῾πε: «χαίρομαι ποὺ πᾶς νὰ πολεμήσεις».

Ἔκλαιγε σὰν ἕνα μικρὸ κοριτσάκι.

Κι ἐδῶ κάποιο σπίτι παλιὸ μ᾿ ἕναν κῆπο στὴ μέση

καὶ μ᾿ ἄνθη…

…Θυμᾶσαι ὅταν ἤμασταν παιδιὰ εἴχαμε ἕνα ξύλινο ἄλογο

καὶ μία γυαλιστερὴ τρομπέτα

Τὰ βράδια ξαγρυπνούσαμε στὰ βιβλία

μὲ τὶς ἀρχαῖες ἡρωικὲς ἱστορίες

Τὸν ἀθῷο μας ὕπνο τυράννησαν οἱ ἀντίλαλοι τῶν

φημισμένων πολεμιστῶν

Ὕστερα τὰ ξεχάσαμε ὅλα αὐτὰ σὲ μία γωνιὰ

γελώντας γιὰ τὰ παιδιάστικα καμώματα.

Ἴσως αὔριο μιὰ τόση τρυπίτσα μοῦ χαράξει τό μέτωπο

Ὢ μία τρυπίτσα ποὺ χωρᾷ ὅλο τὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων

Ποιὸς εἶμαι; Ποῦ βρίσκομαι; Σκίστε τὰ ροῦχα

μου ἐδῶ μπροστὰ στὸ στῆθος

Ἴσως θὰ βρεῖτε ἀκόμα τ᾿ ὄνομά μου σκαλισμένο.

Ποιὸς τὸ θυμᾶται;

Ψάξτε τὰ ροῦχα μου ἀκόμα…

 Ἐδῶ ἤμουνα νέος 22 μόλις χρονῶ

Κι ἐδῶ μιὰ γυναῖκα ποὺ σφίγγει μὲ λαχτάρα ἕνα παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της.

(Ἔκλαιγε ἀλήθεια ὅταν ἔφευγα σὰν ἕνα μικρὸ κοριτσάκι).