Τώρα που ξεβρωμίζουμε…

ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΠΡΑΤΑΝΟ

«Παύλο μου νικήσαμε» φώναζε με υψωμένες τις γροθιές η Μάγδα Φύσσα, βγαίνοντας λυτρωμένη από τη δικαστική αίθουσα. Λυτρωτικές ήταν και οι ιαχές των 20.000 συγκεντρωμένων απέξω, που αγωνιούσαν για την απόφαση, έπειτα από μια διαδικασία που διήρκεσε περίπου 5,5 χρόνια. Αυτή η ομόφωνη απόφαση -κόντρα στην εισήγηση της εισαγγελέα, έφερε ανακούφιση σε ένα μεγάλο ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας -όχι συντριπτικό, δικαίωση στην οικογένεια Φύσσα, ικανοποίηση σε όσους εργάστηκαν για να αποδείξουν την ενοχή των κατηγορουμένων… Έφερε, όμως, τύψεις και σε όσους υποστήριξαν τη συγκεκριμένη  Εγκληματική Οργάνωση; Μετανόησαν όλοι εκείνοι που έκλειναν τα μάτια και τα αυτιά τους στο προφανές, που στήριζαν με την ψήφο ή και τη σιωπή τους μαχαιροβγάλτες, εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου και παράφρονες;

Γιατί χρειάστηκε να δολοφονηθούν αυτοί οι νέοι άνθρωποι (πλάι στο όνομα του Παύλου υπάρχει και αυτό του Σαχζάτ Λουκμάν); Ποιος μπορεί να υποστηρίζει ανθρώπους που βγαίνουν έξω από το σπίτι τους με μαχαίρι, αποφασισμένοι να σκοτώσουν; Τι βοήθεια μπορεί να περιμένει κανείς από άτομα που διατάσσουν πογκρόμ, νοσταλγούς των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της «τελικής λύσης»;

Πώς μπορεί να επικροτεί κανείς την αυτοδικία, χωρίς να καταλαβαίνει πως κάποια στιγμή θα έρθει και η σειρά του; Πώς συγκέντρωσαν τόση δύναμη περιθωριακοί τύποι; Γιατί η σιωπηλή πλειοψηφία παρέμενε κλινικά νεκρή, βομβαρδισμένη από την «επίθεση κανονικότητας» των media που τους φιλοξενούσαν στις εκπομπές τους σαν να ήταν οι Μεσσίες της πολιτικής ζωής, την ώρα που το μόνο… μεσσιανικό που διέθεταν ήταν οι σκελετωμένες απόψεις τους;

Είναι προφανές πως πρέπει να γκρεμίσουμε για να χτίσουμε από την αρχή. Και επειδή εν αρχή ην ο λόγος, ας πιάσουμε το λεξικό για να τσεκάρουμε τις λέξεις που ορίζουν ένα άνθρωπο, μια κοινωνία, μια πολιτεία: Αγάπη, αλληλεγγύη, δημοκρατία, Σύνταγμα.  «Το κακό έρχεται από την αδυναμία της σκέψης» έχει γράψει η Hanna Arendt. Το πιο πιθανό για αυτό το κομμάτι του λαού που στήριξε τους μαχαιροβγάλτες και τους νοσταλγούς του Ολοκαυτώματος, είναι να συνεχίσει να μην σκέφτεται, φέρνοντας και άλλα κακά στην κοινωνική ζωή. Όποιος θεωρεί πως την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου η χώρα ξεμπέρδεψε με τους φασίστες πλανάται πλάνην οικτράν. Τώρα αρχίζουν όλα! Τώρα που η μπόχα αρχίζει να φεύγει είναι η στιγμή να βάλει η ελληνική κοινωνία σε τάξη τη σκέψη της -αν θυμάται ακόμη πώς μπορεί να το κάνει αυτό. Εκείνη εκλέγει, εκείνη διεκδικεί, εκείνη αποφασίζει. Από εκείνη αναδεικνύονται οι πολιτικοί ηγέτες της χώρας. Είμαστε μια μικρή χώρα, όλοι μπορούν να μάθουν για όλους εύκολα, αρκεί να βγάλουμε αυτές τις βολικές παρωπίδες του «δεν βαριέσαι». Τώρα είναι η ώρα της ενδοσκόπησης, του ταμείου. Τώρα θα πρέπει η σιωπηλή πλειοψηφία να απομονώσει όλα εκείνα τα στοιχεία που γοητεύονται από κηρύγματα μίσους και διαχωρισμού. Είμαστε πολύ λίγοι αριθμητικά για να είμαστε διχασμένοι και δεν μας περισσεύει κανείς. «Όταν δέκα άνθρωποι κάθονται σε ένα τραπέζι με έναν ναζί, έχουμε έντεκα ναζί» λένε πλέον στη Γερμανία.

Σε μια εποχή που οι μάσκες θα έπρεπε να είναι ψηλά, ευτυχώς για την κοινωνική συνοχή μας κάποιες έπεσαν, για να φανερωθούν το πραγματικό πρόσωπο εκείνων που έφεραν την κοινωνία στα όρια του διχασμού και έθεσαν τη δημοκρατία σε κίνδυνο. Σκεφτείτε τι θα γινόταν αν όλο αυτό το εγκληματικό σύστημα αθωωνόταν. Θα εμφανίζονταν ως οι απόλυτοι κυρίαρχοι επιβάλλοντας αυτήν την επικοινωνία του μίσους και του σκοταδισμού, του στιλέτου, του σβάστικας, της «εγέρθουτου». Αυτή είναι η αισθητική τους και αλίμονο σε όποιον δεν την εγκρίνει! Είναι δύσκολο πολίτευμα η δημοκρατία, γιατί είναι δυσλειτουργική όταν οι πολίτες τεμπελιάζουν. Και το παράδοξο είναι πως ως Έλληνες, έχουμε λιώσει στη δουλειά για ξεροκόμματα.

ΥΓ. Όλος ο αγώνας ενάντια στο ναζιστικό μόρφωμα προσωποποιήθηκε σε μια γυναίκα της διπλανής πόρτας, στο πρόσωπο μιας μητέρας που έχασε τον γιο της από έναν δολοφόνο που έμπηξε και γύρισε το μαχαίρι, γιατί ήθελε να σκοτώσει. Η Μάγδα Φύσσα ήταν ένα ανέλπιστο δώρο -ίσως να μην μας άξιζε. Με τη γενναία στάση της έγινε το σημείο αναφοράς για ένα μεγάλο και αξιοπρεπές τμήμα του λαού και ανέλαβε να φέρει εις πέρας μια αποστολή την οποία δεν επέλεξε. Κανείς δεν θα μπορούσε να την επιλέξει, κανείς δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα από εκείνη. Με τη συνέπεια και τη στάση της εξελίχθηκε σε μια διαρκή υπενθύμιση ενός εγκλήματος. Παρά την απώλεια και τη συντριβή της, κατάφερε να εμπνεύσει τα υγιή τμήματα της κοινωνίας, να κινητοποιήσει κάθε υπεύθυνο πολίτη. Και τέλος, να μας κάνει να λέμε πως η Ελληνίδα Μάνα, πέρα από όλα τα άλλα ταλέντα της, καθαρίζει και τον φασισμό.