Τι είδες Πηνελόπη στα πέτρινα τοξωτά γεφύρια, μέσα απ τον χρόνο, στα Ζαγοροχώρια;

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΚΑΤΣΑΡΕΛΗ

46 χωριά του Ζαγορίου, πάνω στην Πίδνο, αρχαία, όμορφα, περήφανα, αιώνια,  συνδέονται με ορεινούς στενούς δρόμους και με παραδοσιακά τοξωτά πέτρινα γεφύρια, που χτίστηκαν από δωρεές εμπόρων που χαν φύγει σε κράτη μακρινά και κρύα, το 18ο αιώνα και αντικατέστησαν παλιότερα ξύλινα. Το 50 έφτιαξαν και δρόμους κανονικούς. Τα γεφύρια αυτά, δεν έχουν πάνω τους τίποτα περιττό, αλλά μοιάζουν σα φυσική προέκταση των βράχων. Η περιοχή έβγαλε σπουδαίους μάστορου με σπουδαίες ικανότητες, ένστικτό, υψηλή αισθητική. Στέκουν τώρα, μνημεία, μόνα τους ανάμεσα στα βράχια, σαν τύμβοι για την ανάγκη μας για ενώσεις, σμιξίματα, ταξίδια, κοινωνική συνοχή. Είναι σιωπηλά, σε μια ερημιά, σχεδόν σαν ανθρώπινη μοναξιά που φωνάζει «κοίταξε με»…  

Αρχαίος τόπος

17.000 πριν και οι άνθρωποι διάλεγαν τα απόκρημνα βουνά αυτά, να ζήσουν. Στο Σπήλαιο Κλειδί στις όχθες του Βοϊδομάτη έχει ίχνη από τότε που τα χουν βρει οι αρχαιολόγοι. Στα αρχαία χρόνια εδώ ζούσαν οι Τυμφαίοι, του αρχαίου ελληνικού βασιλείου των Μολοσσών όλης της Ήπειρο. Εκτρέφανε  σκυλιά, μεγαλόσωμα, άγρια, για τους πολέμους και τους στρατούς τους. Πήραν το όνομα τους απ τον Μολοσσό, που έλεγαν πως γεννήθηκε από τον Νεοπτόλεμο, τον γιό του Αχιλλέα και την Ανδρομάχης, την χήρα του γενναίου αλλά χαμένου Έκτορα της Τροίας. Ο Νεοπτόλεμος, λεγόταν και Πύρρος από τα ξανθά μαλλιά του, ήταν ο πρώτος μιας σειράς Ηπειρωτών βασιλιάδων που κατέληξε στον Πύρρο των Ελληνιστικών χρόνων, που επιχείρησε αρκετές εκστρατείες κατά των Ρωμαίων στην Ιταλία. Και πάει το όνομα Πύρρος μες στα χρόνια, συνέχεια, γλώσσας, φήμης, Ιστορίας και τόπου.

Η φημισμένη Ολυμπιάδα

 Η Ολυμπιάδα, η φημισμένη, αγέρωχη, ηγετική μητέρα του Μέγα Αλέξανδρου, καταγόταν από την πόλη «Μολοσσίδα» ή Πασσαρώνα, την πρωτεύουσά του βασιλείου, στην συμβολή των ποταμών Βοϊδομάτη, Αώου και Σαραντάπορου, στο βόρειο όριο του Ζαγορίου. Ήταν η δευτερότοκη κόρη του βασιλιά Νεοπτόλεμου Β και η μεγαλύτερη αδελφή της ήταν η Τρωάδα. Παιδί την λέγανε Πολυξένη, όταν παντρεύτηκε Μυρτάλη, σαν έγινε μάνα Ολυμπιάδα για ο άνδρας της, ο Φίλιππος των Μακεδόνων, είχε κερδίσει στους Ολυμπιακούς αγώνες του 356 π.Χ και τέλος Στρατονίκη, γιατί ο γιός της, ήταν ο Αλέξανδρος ο Μέγας. Ποιος ξέρει με ποιο όνομα να σκέφτοταν αυτή τον εαυτό της, που μορφώθηκε σαν ανήσυχος άνδρας, που δεν χόρταινε το πνεύμα της, που είχε μεταφυσικές ανησυχίες, που μυήθηκε στο υπερβατικό, στα μυστήρια του θανάτου και στην ιεροσύνη στο Μαντείο της Δωδώνης, για χρόνια εκεί ταγμένη και μύστρια των Βακχικών Μυστηρίων. Ήταν ιέρεια των πιο απόκρυφων, των περισσότερο άγριων, λέγεται, Καβειρίων Μυστηρίων της Σαμοθράκης, όπου και γνώρισε και ερωτεύτηκε με σφοδρότητα τον Φίλιππο τον Β’. Ήταν όμορφη πολύ, μορφωμένη, όλο μυστηριακή γοητεία, με στολίδια της, αντί για κοσμήματα, κανονικά φίδια, εξημερωμένα, βραχιόλια στα χέρια της και κολιέ στο λαιμό της, ανάμεσα στις πολλές γυναίκες και ερωμένες του Φίλιππου, αυτή η κορυφαία. Ζηλιάρα και όλο πάθος, κάποτε είπε στον Φίλιππο, πως ο όμορφος της, ο λατρεμένος της, ο χαϊδεμένος της γιος, ο Αλέξανδρος δεν ήταν γιος του, αλλά ότι τον είχε συλλάβει από ένα φίδι που εμφανίστηκε στον ύπνο της, ενσάρκωση του ίδιου του Δία, και εκείνος, όλα αυτά τα πίστεψε και  τη χώρισε και την έστειλε στην Ήπειρο, κατηγορώντας την για μοιχεία. Παρ όλα αυτά εκείνη ξαναγύρισε, ισχυρότερη από πότε και ο ιδρός ο Φίλιππος της εμπιστευόταν τη διακυβέρνηση του κράτους, όταν απουσίαζε στις συχνές και μακρόχρονες εκστρατείες του. Όταν ο Αντίπατρος, που είχε μείνει τοποτηρητής στη Μακεδονία, έγραψε στον Αλέξανδρο, που βρισκόταν στην Ασία, ένα εκτενές γράμμα, γεμάτο παράπονα για την Ολυμπιάδα, ο Μέγας Αλέξανδρος είπε, αφού το διάβασε απάντησε: «Δεν ξέρει ο Αντίπατρος ότι ένα μόνο δάκρυ της μητέρας μου αρκεί, για να σβήσει χίλιες τέτοιες επιστολές!».

«Οι Σύμμαχοι των Απειρωτάν» και η μάνα του Αλεξάνδρου

Η Ολυμπιάδα, ηγεμόνας, με χαρίσματα εξουσίας, μετά το θάνατο του αδελφού της, Αλέξανδρου Α της Ηπείρου, βασιλιά των Μολοσσών, εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο και έγινε Αντιβασίλισσα και επίτροπος του ανήλικου εγγονού της, Νεοπτόλεμου Γ’, διεύρυνε το «κοινό των Μολοσσών» με την εισδοχή νέων Ηπειρωτικών φύλων και το μετονόμασε «Οι Σύμμαχοι των Απειρωτάν», ζωντανεύοντας έτσι το κλονισμένο γόητρο της δυναστείας των Αιακιδών. Η Συμμαχία διήρκεσε οκτώ χρόνια και στη συνέχεια κυβέρνησε μόνη της το Βασίλειο για άλλα έντεκα  ή  δεκατρία για άλλους ιστορικούς συγγραφείς χρόνια, ώσπου το 317 π.Χ. οπότε επέστρεψε στη Μακεδονία. Όταν έμαθε την θλιβερή είδηση πως ο γιος της ο Αλέξανδρου ο Γ´, πέθανε πάνω στην νιότη του και στο αποκορύφωμα του πεπρωμένου, το 323 π.Χ. στη Βαβυλώνα, συγκλονίστηκε, συντρίφτηκε και οργίστηκε γιατί μάθαινε ότι έμενε άταφος στη Βαβυλώνα επί δύο χρόνια, εξαιτίας των άγριων αγώνων διαδοχής των στρατηγών του. Η οργή της μεγάλωσε, όταν ο Μακεδονικός στρατός της Ασίας αναγόρευσε βασιλιά τον προβληματικό γιο του Φιλίππου – από τη Φίλινα – ως Φίλιππο Αρριδαίο και ο νεογέννητος γιος του Μεγάλου Αλέξανδρου και της Ρωξάνης, Αλέξανδρος Δ’, ο εγγονός της, αναγορεύτηκε συμβασιλιάς. Με την Ρωξάνη στην Ήπειρο και την κόρη του Φιλίππου, τη Θεσσαλονίκη, που την ειχε σαν δικό της παιδί, διότι είχε μείνει ορφανή είκοσι μόλις μέρες μετά τη γέννηση της κύρηξε πόλεμο κατά όλων και κυρίως του Κάσσανδρο, υπ’ αριθμόν ένα εχθρού της, πάντα. Καποτε, η  Ολυμπιάδας, η οποία καταφεύγει στην οχυρωμένη παραθαλάσσια πόλη του Θερμαϊκού κόλπου Πύδνα, έχοντας μαζί της το μικρό Αλέξανδρο Δ´, τη Ρωξάνη, τη Θεσσαλονίκη και πολλούς πιστούς της. Μετά από επτάμηνη στενή πολιορκία και αφού οι πολιορκημένη, αναγκάσθηκαν να σφάξουν και να φάνε, ακόμα και έναν ελέφαντα δώρο του Μ. Αλεξάνδρου, η Ολυμπιάδα συνθηκολόγησε για να σώσει τον εγγονό της. Ο Κάσσανδρος, αθέτησε  την υπόσχεσή του. Έβαλε να δηλητηριάσουν την Ρωξάνη. Έβαλε να δηλητηριάσουν και τον 14χρονο πρίγκιπα, τον γιο του Αλέξανδρου, τον Αλέξανδρο τον Δ. Στο τέλος, έβαλε να λιθοβολήσουν την Ολυμπιάδα, και να αφήσουν άταφο το πτώμα της να σαπίσει.

Συνέχεια στον χρόνο

Απότομες χαράδρες, βάθρα κενού, αβυσσαλέα χάη, πυκνά δάση, ατελείωτα βουνά! Αγριάδα και ομορφιά και φυσικά οχηρά. Αυτά εμπόδισαν λαούς, φυλές και αυτοκρατορίες στο πέρασμα των αιώνων να κατακτήσουν τα Ζαγόρια. Γι’ αυτό, ακόμα εκεί, ψηλά, στα 46 χωριά, έχουν έθιμα και παραδόσεις, ίδια απ τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα. In saecula saeculorum…

Οι Σαρακατσαναίοι

Εκεί, στην Πίνδο, στα Ζαγόρια και γύρω του, είναι η κοιτίδα των Σαρακατσάνων, που ακόμα μιλάνε μια Βορειοελληνική διάλεκτο που δεν συναντάται οπουδήποτε αλλού στην Ελλάδα και είναι απόγονοι των αρχαίων κατοίκων του Ζαγορίου. Μετα την Άλωση της Κωνσταντινούπολης φοράνε μαύρα από πένθος, ενώ έσφαζαν τα λευκά πρόβατα και κρατούσαν μόνο τα μαύρα. Στα βουνά δεν υποταχθήκαν ποτέ τους, στον κατακτητή για αυτό οι Τούρκοι τους ονόμασαν Καρακατσάν, δηλαδή «μαύρο φυγά». Οι ίδιοι οι Σαρακατσάνοι άρχισαν να χρησιμοποιούν αυτό το όνομα μετά το 1812, το οποίο είναι σχετικά νέο, προσδιορίζοντας έναν λαό που προϋπήρχε του ονόματος. Από τη γλώσσα και τις συνήθειες του, θεωρείται πως οι Σαρακατσάνοι κατάγονται από δωρικά φύλα, τα οποία έμειναν απομονωμένα για αιώνες στους ορεινούς όγκους της ηπειρωτικής Ελλάδας, κυρίως στην ραχοκοκαλιά της Πίνδου και των απολήξεών της που αποτελεί την κοιτίδα τόσο των Δωριέων όσο και των Σαρακατσάνων. Η δωρική τους καταγωγή φαίνεται και απ τα γεωμετρικά σχέδια στην κεραμική των Δωριέων που είναι ίδια με τα σχέδια που βρίσκονται στολίζοντας τις παραδοσιακές σαρακατσάνικες ενδυμασίες. Λογιών Ιστορικοί, απ όλο τον κόσμο, τους πλησιάζουν, ζουν μαζί τους, τους μελετούν, αναπτύσσουν θεωρίες, σε όλες τις εποχές…

Τα Τσελιγκάτα

Ο τρόπος ζωής των Σαρακατσαναίων ήταν οργανωμένος με ένα είδος ποιμενικής συνεργασίας, το «Τσελιγκάτο»! Είτε βρίσκονταν στα βουνά για ξεκαλοκαιριό, είτε το χειμώνα στα χειμαδιά, αδέρφια, πρωτοξαδέρφια και δεύτερα ξαδέρφια έσμιγαν τα κοπάδια τους σε ένα είδος συνεταιρισμού, για την καλλίτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων. Αρχηγός του «Τσελιγκάτου» ήταν ο τσέλιγκας (αρχιποιμένας), πλούσιος κτηνοτρόφος, με πολλά πρόβατα, που ξεχώριζε για τις ικανότητές του: έξυπνος, δυναμικός, κοινωνικός, ευέλικτος, τολμηρός, έντιμος και δίκαιος, ανοιχτοχέρης. Αυτός κανόνιζε σχεδόν τα πάντα που είχαν σχέση με το τσελιγκάτο (ενοικίαση βοσκοτόπων, πώληση γάλακτος και τυροκομικών προϊόντων, αρνιών, μαλλιών κ.τ.λ.). Είχε όμως και κοινωνικό ρόλο στη στάνη: συμβούλευε – μαζί με τους γεροντότερους – και έλυνε διαφορές. Όλοι οι σμίχτες είχαν συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημιές του κοπαδιού. Του Αγίου Δημητρίου για το καλοκαίρι και του Αγίου Γεωργίου για το χειμώνα έκαναν λογαριασμό και απολογισμό των εσόδων και εξόδων του τσελιγκάτου και πάντα κρατούσαν παραστατικά (τεφτέρια). Οι Τσοπαναραίοι ήταν αυτοί που είχαν λίγα ή καθόλου πρόβατα και δεν είχαν δικό τους τσελιγκάτο. Με τα πρόβατα αλλά και τα άλλα ζώα τους έδενε στενή σχέση. Τα φρόντιζαν και τα πρόσεχαν ιδιαίτερα, αφού ήταν γι’ αυτούς όλη τους η περιουσία.

Ο ήρωας, ο μάρτυρας, η μνήμη

“Τον ξέρει η προφορική παράδοση για Σαρακατσάνο τον Κατσαντώνη. Τον αντιλαλούν ακόμα οι ράχες που λημέριαζε. Ζει στο στόμα κάθε Αιτωλού και Αγραφιώτη και σήμερα, όπως ζούσε και τότε που κατατρόμαζε τ’ ασκέρι του Αλή- πασά. Τον τραγουδούν στους γάμους, στα παγγύρια, τον τραγουδούν τα πισημοήμερα. Διγιόνται τον άθλο του”- Δημ. Λουκόπουλος

Βαράτε, πελεκάτε με σκυλιά, τον Κατσαντώνη 1

Ο  ήρωας Αντώνης Μακρυγιάννης, γνωστός ως Κατσαντώνης, έζησε, έδρασε, αγωνίστηκε, δεν υποτάχθηκε, κρύφτηκε, μαρτύρησε στα βουνά αυτά, στα χωριά αυτά. Πριν βγει στο κλαρί ήταν βοσκός στο κοπάδι του πατέρα του. Στα είκοσι πέντε του χρόνια έγινε κλέφτης, γιατί είχε συλληφθεί και δαρθεί από τους Τούρκους αφεντάδες με την άδικη κατηγορία της ζωοκλοπής. Απελευθερώθηκε, σκότωσε τους αφεντάδες και ανέβηκε στα βουνά. Μαζί με τα αδέλφια του, έφτιαξε δικό του του ασκέρι με 80 περίπου πολεμιστές. Ο Αλή πασάς συνέλαβε τους γονιούς του και τους εκτέλεσε στα Γιάννενα. Δε συγχώρεσε και δεν ξέχασε ποτέ. Ήταν η μάστιγα των ορδών του Αλή Πασά. Μια δολοφονική μηχανή που χάνονταν στα βουνά. Έγινε Φιλικός. Όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας καλεί τους πιο ανδρείους οπλαρχηγούς, εκείνοι, “ομοθυμαδόν ανεκήρυξαν τον Κατσαντώνη, πολέμαρχον και παντός ανδρείου ανδρειότερον».  Κάποτε, πολύ άρρωστος κρύβεται σε μια σπηλιά, δύσβατη, απόκρημνη απ τα βράχια. Προδόθηκε λένε απ τους από τους καλόγερους του κοντινού μοναστηριού που γνώριζαν τη κρυψώνα, ή ακόμη από μια γριά που μάζευε βοτάνια και έκανε φίλτρα και ξόρκια. Ο Άγο Μουχουρντάρης, πρωτοπαλίκαρο του Αλή πασά, ξημερώματα, τον συνέλαβε μαζί με τον μικρό αδελφό του. Τον Άγο Μουχουρντάρη εκδικήθηκε για την σύλληψη του θρυλικού Κατσαντώνη ο ήρωας Μάρκος Μπότσαρης, που τον σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια, αργότερα στο Καρπενήσι. Ο Αλή Πασάς έβαλε και σπάσανε τα ισχία των δυο αδελφών. Λέγεται, πως ο Κατσαντώνης την ώρα του μαρτυρίου τραγουδούσε τραγούδια της λευτεριάς.

Βαράτε, πελεκάτε με σκυλιά, τον Κατσαντώνη 2

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε για την ώρα του μαρτυρικού θανάτου του Κατσαντώνη:

«Δυο γύφτοι τον εστρώσανε δεμένονε στ’ αμόνι

κι αρχίσανε με το σφυρί να τον πελεκάνε.

Σκλήθρες πετάν τα κόκαλα, σκορπάνε τα μεδούλια,

νεύρα, κομμένα κρέατα, σέρνονται σαν ξεσκλίδια

και κείνος τηράει τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει:

Βαράτε, πελεκάτε με σκυλιά, τον Κατσαντώνη

δεν τον τρομάζει Αλήπασας, φωτία, σφυρί κι αμόνι»

Η Πηνελόπη Κατσαρέλη, επιχειρηματίας, πάντα, φωτογραφίζει στιγμές, λεπτομέρειες, εντάσεις, με το πάθος του πραγματικού εραστή της τέχνης, έχει αρχείο από 60.000 φωτογραφίες, δύο γιούς, τον έναν στην Μαδρίτη και τον άλλον, τον μικρό της μόλις τον καλοδέχτηκε, αρχιτέκτονα, από την Αγγλία στην Αθήνα και έναν σύζυγο που αγαπά και υποστηρίζει το βλέμμα της στον κόσμο. Ζει στο Αίγιο αλλά όλο και κάπου ταξιδεύει.