Τι είδες Πηνελόπη στην Νάξο της Αριάδνης που περπατούσε μέσα σ’ ένα ξανθό μαστίγωμα λάμψης;

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΗΝΕΛΌΠΗ ΚΑΤΣΑΡΈΛΗ

«…Με το καράβι του Θησέα

σ’ αφήσαμε στη Νάξο γυμνή,

μ’ ένα στα πόδια σου

θαλασσινό σκουτί.

Σε ποιες σπηλιές εκρύφθηκες

και πώς να σε φωνάξω,

κουστάρω κι’ όλο με τραβάει

μακριά το γκαραντί…» – Νίκος Καββαδίας,

Νάξος, διάφανη, κρυστάλλινη, περήφανη και όρθια στο φύσημα των ανέμων, η μεγαλύτερη στις Κυκλάδες και κέντρο εκείνου του αρχαϊκού, σπουδαίου, αιγαιοπελαγίτικου πολιτισμού.

Είναι το νησί της Αριάδνης, που ήταν ατυχή στους έρωτες, η κατάξανθή κρητικιά καλλονή, που πρόδωσε τόπο και πατέρα για να ακολουθήσει τον όμορφο πρίγκιπα της τον Θησέα.

Και εκείνος, ο Θησέας, ο πρίγκιπας της Αθήνας, ο πλανευτής, της αντιγύρισε μια εγκατάλειψη στην Νάξο… Μόνη, σε ένα νησί, χτισμένη από θάλασσα…

Ο θεός Διόνυσος την είδε «εκείνη που βάδιζε μέσα σ’ ένα ξανθό μαστίγωμα λάμψης» -όπως γράφει ο Ησίοδος στην Θεογονία- κλαμένη, έρημη, αφημένη, εγκαταλειμμένη να κοιμάται, έκανε όλα τα κλήματα να γεμίσουν γλυκά σταφύλια και τον βράχο στη μπλε θάλασσα εύφορο, την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε.

Ο Θεός και η Αριάδνη πάτησαν στο ψηλότερο βουνό, το Δρυό, που σήμερα ονομάζεται βουνό Κόρωνος και από εκεί έφτασαν στον Όλυμπο. Από τότε λατρεύεται η Αριάδνη στο νησί, εκείνη η θνητή, που προδώσαν οι άνθρωποι, αλλά λάτρεψαν οι θεοί και την έκαναν δικιά τους…

Αρχαία όσο η θάλασσα, η Νάξος, πέρασε όλους τους καιρούς και έχει πάνω της από αρχαίους ναούς που δεν τέλειωσαν ποτέ την φιλοδοξία τους, σαν την Πορτάρα, ή τους ξαπλωτούς γιγάντιους μισοτελειωμένους κούρουςμετά βυζαντινές εκκλησίες, ύστερα το μεγάλο της Ενετικό Κάστρο και διάσπαρτους Πύργους της εποχής που ταν Δουκάτο…

Πέρασαν Τούρκοι και Σαρακηνοί, όλων των λογιών οι πειρατές και κουρσάροι, διοικητές από Ισπανοί και Εβραίοι, πιστοί όλων των θρησκειών και οι αρχηγοί τους, αξιωματούχοι όλων των φυλών…. Στο τέλος έμενε πάντα η Νάξος, αιώνια, το πάτημα της θεάς ανάμεσα στα κλίματα…

έμειναν όλοι οι θεοί, ο Δίας, η Σεμέλη, ο Διόνυσος, ο Θησέας, φυσικά η Αριάδνη, οι Νηρηίδες, οι Νύμφες, ο Απόλλωνας, η Δήμητρα, οι Σάτυροι, οι Μαινάδες, ο Μάρκος Σανούδος…

οι άγιοι και οι όσιοι, σαν μνήμη, σαν το μελτέμι μέσα από τα φύλλα των ελιών που σου σα να σου ψιθυρίζει ιστορίες τα μεσημέρια, αν κλείσεις τα ματιά σου παραδομένα…

Θάλασσα πικροθάλασσα και πικροκυματούσα,

τα ψάρια σου είναι γλυκά, μα συ’ σαι φαρμακούσα – στίχοι Ναξιώτικοι για τους ναυτικούς

Φεύγεις και φεύγεις μάτια μου κι εμένα που μ’ αφήνεις,

κρύο νεράκι θα γενώ στο δρόμο να με πίνεις – στίχοι Ναξιώτικοι για τους ξενιτεμένους.

Είναι βουνήσια καταμεσής στη θάλασσα η Νάξος. Και έχει αητούς και γλάρους και σιγουρά πετάγματα ψυχής και άμα την δεις, πάντα ξαναγυρίζεις…

Έχει να φας, να πιείς, να χορέψεις, να κολυμπήσεις σε γαλανά νερά διάφανα, να αγναντέψεις, έχει λουλούδια, φρούτα και θαλασσινά και υπέροχα τυριά, χαροκόπια και πανηγύρια και μοντέρνα και 21ο αιώνα και εκεί που ο τόπος και ο χρόνος αγκαλιάζονται για πάντα… έχει τις χάρες όλες και είναι το ίδιο το καλοκαίρι…  

«… Νάξο με τα ψηλά βουνά

Και τα βαθιά λαγκαδιά

Έχεις λεβεντοκοπελιές

Κι όμορφα παλικάρια

Όμορφα ΄ναι τα νερά σου

Και τα λεβεντόπαιδα σου…»

«… Ατέλειωτες ακρογιαλιές

Και γραφικά λιμάνια

Και όλες σου οι ρεματιές

Τα ψηλά πλατάνια…

Όμορφοι γάμοι γίνονται

Στα ορεινά ξωκλήσια

Και τα βιολιά ακούγονται

Μέχρι τα Κουφονήσια» – Μουσική-Στίχοι: Κονιτόπουλος Γιώργος, Χάλκου Ειρήνη

Η Νάξος, άμα θελήσει να σου αποκαλυφθεί, τέλειωσες! Σε υποβάλει, σε μαγεύει, σε παρασύρει, σε κερδίζει, σε κάνει να ξεχνάς και μετρά… την ερωτεύεσαι!

Η Πηνελόπη Κατσαρέλη, επιχειρηματίας, πάντα, φωτογραφίζει στιγμές, λεπτομέρειες, εντάσεις, με το πάθος του πραγματικού εραστή της τέχνης, έχει αρχείο από 60.000 φωτογραφίες, δύο γιούς, τον έναν στην Μαδρίτη και τον άλλον, τον μικρό της μόλις τον καλοδέχτηκε, αρχιτέκτονα, από την Αγγλία στην Αθήνα και έναν σύζυγο που αγαπά και υποστηρίζει το βλέμμα της στον κόσμο. Ζει στο Αίγιο αλλά όλο και κάπου ταξιδεύει.