Τι είδες Πηνελόπη με το φωτογραφικό σου φακό, στα αρχοντικά Γιάννενα της λίμνης και των ποιητών;

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΗΝΕΛΌΠΗ ΚΑΤΣΑΡΈΛΗ

“Γαλαζοπράσινη και βαθιά, δίπλα στη μικρὴ πόλη, απλώνεται η λίμνη. Μέσα στα νερά της καθρεφτίζει τα ψηλά του τα τείχια το παλιὸ μεσαιωνικὸ και -θέλουν να λεν- ακόμα παλιότερα κάστρο της” – Δημήτρης Χατζής

Ιωάννινα, Γιάννενα, Γιάννινα! Ήπειρος! Αρχοντιά! Ιστορία! Παράδοση! Ομορφιά! Και η λίμνη Παμβώτιδα! Με το νησάκι το διαβόητο στο κέντρο της!

Κατοικείται εδώ και 38.000 χρόνια, όμως το Βυζάντιο είναι παντού εντός της! Βαφτίστηκε εκείνα τα χρόνια Ιωάννινα. Από το όνομα της κόρης του Βελισάριου, στρατηγού του Ιουστινιανού…

… και Φράγκοι και Νορμανδοί και Τούρκοι και ο Αλή Πασάς και η Επανάσταση του 1821 και το Ίτς Καλέ και το σεράγι του Αλή Πασά, το Φετίχιε τζαμί και οι περήφανοι Γιαννιώτες αγωνιστές και το εμπόριο, η απαράμιλλη ασημοτεχνία, τα ταμπάκικα, η μετανάστευση, η κυρα Βασιλική, η κυρά Φροσύνη, οι Γιαννιώτισσες καλλονές, οι αρχόντισσες, η παράδοση, τα δημοτικά τραγούδια, πάντα η λίμνη…

και οι ποιητές! Οι λογοτέχνες! Υμνούνε την πόλη, υμνούν την πόλη τους. Νυν! Και αεί!

Και η Πηνελόπη με την φωτογραφική της μηχανή συναντά τις λέξεις τους στην άκρη της πόλης και να:     

Κωνσταντίνος Μπούρας και «Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ:

Τα πουλιά φωνασκούν πάνω από τα πλατάνια

Οι άνθρωποι από κάτω

Και τα ψάρια σωπαίνουν στο νερό

Πάνω από τα σταχτιά κόκκαλα της κυρά-Φροσύνης.

Ένα ηλιοβασίλεμα χύνει πορτοκαλόχρυσο

Στον ουρανό

Κι η πόλη όλη ανασαίνει

Στο ρυθμό μίας ράθυμης σπουδής

Σαν το σκύλο που κυνηγάει την ουρά του

Γύρω από μία κολώνα της Δ.Ε.Η.

Οι παρίες είναι πάντα παρίες

Κι οι νοικοκυραίοι-νοικοκυραίοι.

Οι αλήτες φθονούν τις φουσκωμένες κοιλιές

Των γυναικών

Κι οι άτεκνοι γέροι τα μωρά στο καρότσι…

…Και μόνο οι νέοι τιτιβίζουν

Σα να είναι η ζωή ένα απέραντο σεντόνι

Απλωμένο στην ταραγμένη επιφάνεια της λίμνης

Κι αυτοί αρχίζουν μόλις να ψαρεύουν

Τη μία του άκρη.

Κάνουν όνειρα για το μέλλον,

Για πολιτείες μακρινές,

Για εξωτικούς έρωτες

Και τέλειους συντρόφους

Για να καταλήξουν μετά από επίπονα χρόνια σπουδών…

…Χαμηλόμισθοι στο δημόσιο

Ή πικρόχολοι προϊστάμενοι

Που όλα τους φταίνε

Για τη χαμένη τους νιότη

Για τα φρούδα τους όνειρα

Και το σεντόνι όλο φυραίνει

Μέχρι να τους μείνει στο χέρι

Η τελευταία άκρη, λασπωμένη.

Τότε κοιτούν στον ουρανό

Το ηλιοβασίλεμα

Κι εγκαταλείπονται στην άνοια

Να μην ουρλιάξουν. – Γιάννενα, 16.7.2007

Παραδοσιακό νανούρισμα:

Έλα ύπνε μου πάρε το

κι άμε το στους μπαξέδες

και γέμισε τους κόρφους του

λουλούδια, μενεξέδες.

Και από του πονεί να γιάνει

Κοιμήσου και παρήγγειλα

στην Πόλη τα προικιά σου

στα Γιάννενα τα ρούχα σου

και τα χρυσαφικά σου

Γυάλινα Γιάννενα από τον Μιχάλη Γκανά:

Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά

κι ανάτελλε τα ζωντανά του,

καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,

αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην

οφθαλμού και κάστρα πατημένα.

Θα ’ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,

στο χιόνι και στον άγριο καιρό

γυάλινα και μαλαματένια.

Κι όσο πήγαινε η μέρα,

σαν το βαπόρι σε καλά νερά,

είδα και μιναρέδες κι άκουσα

τα μπακίρια να βελάζουν.

Πολλές γενιές Ηπειρωτών γεννήθηκαν και πέθαναν με το όνειρο της λευτεριάς και ο ποιητής μας Αριστοτέλης Βαλαωρίτης  γράφει στο «Επέσανε τα Γιάννενα»:

Πέσανε τα Γιάννενα

βουβάθη το Μπιζάνι.

Μαζί κι ηφύση σώπασε

και άνοιξη πια κάνει…

…κι η λίμνη δεν αφήνει,

τους στεναγμούς που βγάζανε,

οι νύφες κι η Φροσύνη.

…Επέσανε τα Γιάννενα!

Στη σκλαβωμένη χώρα,

η λευτεριά εσκόρπισε,

τα ποθητά της δώρα.

Εσείς πουλιά της άνοιξης

τη νίκη διαλαλήστε,

ψάλτε γλυκά το νικητή

και το στρατό υμνήστε.

…Λουλούδια και τριαντάφυλλα,

χίλιες φορές ανθίστε,

τους τάφους των παλικαριών,

με χάρη να στολίστε».

Παραδοσιακό τραγούδι με την ιστορία της κυρά Φροσύνης:

«… Τ’ ακούσατε τι γίνηκε ‘ς τα Γιάννενα, τη λίμνη,

που πνίξανε τοις δεκαφτά με την κυρά Φροσύνη;

Αχ, Φροσύνη παινεμένη,

τι κακό παθες, καϊμένη!

Άλλη καμιά δεν τό βαλε το λιαχουρί φουστάνι,

πρώτ’ η Φροσύνη το βαλε και βγήκε ‘ς το σιργιάνι

Αχ, Φροσύνη παινεμένη,

και ‘ς τον κόσμο ξακουσμένη!

Δε σ’ τό ‘λεγα, Φροσύνη μου, κρύψε το δαχτυλίδι,

γιατί αν το μάθη ο Αλήπασας θε να σε φάη το φίδι;

Αχ, Φροσύνη μου καϊμένη,

τι πολύ κακό θα γένη!

Αν είστε Τούρκοι αφήστε με, χίλια φλωριά σας δίνω,

σύρτε με ‘ς το Μουχτάρπασα, δυο λόγια να του κρίνω”…

Αχ, Φροσύνη μου καϊμένη,

τι κακό πολύ θα γένη!

«Πασά μου, πού είσαι, πρόβαλε, τρέξε να με γλυτώσης,

μέρωσε τον Αλή πασά, και δώσε ό τι να δώσης».

Αχ, Φροσύνη πέρδικά μου,

τι κακό ‘παθες, κυρά μου!

Εις το Βεζίρη τα φλωριά, τα δάκρυα δεν περνάνε,

και σένα μ’ άλλαις δεκαφτά τα ψάρια θα σας φάνε.

Αχ, Φροσύνη πέρδικα μου,

μόκαψες τα σωθικά μου!

Νά ταν οι πέτραις ζάχαρη, να ρήχνανε ‘ς τη λίμνη,

για να γλυκάνη το νερό για την κυρά Φροσύνη.

Αχ, Φροσύνη παινεμένη,

μέσ ‘ς τη λίμνη ξαπλωμένη!

Φύσα, βοριά, φύσα, θρακιά, για ν’ αγρίεψη η λίμνη,

να βγάλη ταις αρχόντισσαις και την κυρά Φροσύνη.

Αχ, Φροσύνη παινεμένη,

μεσ ‘ς τη λίμνη ξαπλωμένη!

Φροσύν’, σε κλαίει το σπίτι σου, σε κλαίνε τα παιδιά σου

σε κλαίν όλα τα Γιάννενα, κλαίνε την ομορφιά σου.».

Γεώργιος Αθάνας για τη λίμνη και τη κυρά Φροσύνη:

Μ’ ερωτάς αν θυμάμαι τ’ αξέχαστο πλάνημά μας στην όμορφη χώρα

χίλιοι θρύλοι παντού μας κυκλώνανε

κι όποιος είχε ελαφρό ίσκιο εθώρα

απ’ τη λίμνη η Φροσύνη να υψώνεται

λυγερή, λαμπερή, λευκοφόρα.

Στο ποίημα του Άγγελου Σικελιανού «Μαβίλη» ακούμε για τη θυσία του Λορέντζου  Μαβίλη στο Δρίσκο, πράξη ηρωική, για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων:

Το μεγάλο κορμί σου ομπρός στα Γιάννενα

και ο λογισμός Σου, κορυφή των κρίνων

 ας είναι αρχή ν’ ανοίξει διάπλατα

του οχτρού, για να μπει το άνθος των Ελλήνων.

κι ας σου κάμουν οι νιοί το νεκροκρέβατο

με των δαφνών κλαριά και με των σκίνων

να σε φέρου, ωραίε κι άσπιλε Ήρωα

σα λείψανο άγιο μπρος στην Άγια Πύλη

Του στρατού της Ηπείρου όλα ας σκύψουνε

να σου αγγίξουν το μέτωπο τα χείλη

Απλός στρατιώτης κ’ εγώ, σκύβω δίνοντας

τον ύστερο ασπασμό σ’ Εσέ Μαβίλη»!

Άγγελος Σικελιανός ξανά και «Γιάννενα», για την τεράστια τότε προσδοκία της απελευθέρωσης των ελληνικών πληθυσμών, που σαν παιδικό όνειρο έγινε αλήθεια:

«…Θλιφτό ξανάρθε τ’ όνειρο τ’ αθώο – το παιδιακίσιο

Νανούρισμα της μάνας μας στις κούνιες μας, τα βράδια:

«Κοιμήσου, το παιδάκι μου, κ’ εγώ θα σου χαρίσω

την Άρτα με τα Γιάννενα, τη Χιό με τα καράβια»…

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων αφορά και στο ποίημα «Στα Γιάννενα» του Στέφανου Δάφνη, δημοσιευμένο στο ημερολόγιο του Σκόκου, το 1915:

«Απ΄ έξω από τα Γιάννενα, σ΄ ένα ψηλό κλαδί,

Πουλί – πουλάκι εκάθισε και γλυκοκελαηδεί.

Ανοίχτε στράτα διάπλατη και στράτα μυρωμένη

κι έρχεται η Λευτεριά η κυρά με τ΄ άνθη στολισμένη.

Τ΄ ακούνε οι σκλάβοι, που βαθιά σ’ ονείρου βάθος ζούνε

Και τα κεριά ετοιμάζουνε και τους παλμούς κρατούνε,

Και το καλό φθινόπωρο με κάποια ανατριχίλα

Στρώνει τ’ ολόχρυσο χαλί με τα στερνά του φύλλα».

Ο τελευταίος Ταμπάκος από τον Χριστόφορο Μηλιώνη:

“Μα πιο καλά τα ΄λεγε για τους ταμπάκηδες. Πως αργάζονταν τα τομάρια στη λίμνη, πίσω απ’ τα ξυλάδικα, χωμένοι ως το γόνατο στα βρωμονέρια, μες στην μπόχα. Με το βρακί ξεκούμπωτο, να παίρνουν αγέρα τ’ αχαμνά τους. Κι όλο αφυσκιές έλεγαν. Είχαν δικά τους χούγια αυτοί, δικά τους ζακόνια. Αλλά στο σπίτι νοικοκύρηδες. Και στην αγορά με υπόληψη. Εκείνος ο Σιούλας αρχαντάνθρωπος. Πάνε όλοι τους, τους έφαγαν τα εμπόρια, όλο ψεύτικο πράμα. Ψεύτισε ο κόσμος”.

Κώστας Κρυστάλλης για τα Γιάννενα και την άνοιξη:

Τα Γιάννενα μ΄ αρέσουν

την άνοιξη πολύ

γιατ΄ έχουν περιπάτους

γιατ΄ έχουν εξοχή.

Έχουν το καλοκαίρι

στη λίμνη στο νησί

ζωή χαριτωμένη

τραγούδια και κρασί.

Απόσπασμα από το ποίημα «Γιάννενα, με την πάχνη της λίμνης» της Ζωής Δικταίου:

 «… Ασημένιο φεγγάρι και το νησί

στη μέση της λίμνης παχνισμένο,

στο μπαλκόνι πρασινάδες

και γαρύφαλλα,

κόκκινες φλόγες υψωμένες στην ομίχλη

θαρρείς και μάχονται αθόρυβα τη μοναξιά

ή προσεύχονται.

Σκούριασε το παράθυρο, ναι,

όμως το φως,

λάμπει το ίδιο πίσω από τη βαριά σιδεριά…».

Άννα Δερέκα και η ώρα που δύει ο ήλιος στα Γιάννενα:

Την πιο μελαγχολική

Ώρα της ημέρας

Κατά το ηλιοβασίλεμα

Γέμισε η Λίμνη

Χρώματα

Ασημένια, βαθιά μπλέ,

Κατακόκκινα, παλλόμενα πράσινα

Και Χρυσαφιά.

Ξέβαψαν

Τα φουστάνια

Των πνιγμένων γυναικών!

«Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» του Δημήτρη Χατζή και η Μαργαρίτα Περδικάρη που έγινε θεατρικό και που υπήρξε πραγματικά στα Γιάννενα μ άλλο επώνυμο. Α! Και που βασανίστηκε φρικτά απ τους Ναζί πριν πεθάνει, όχι όπως στο λογοτεχνικό έργο. Να το λογοτεχνικό τέλος, μιας 20χρονης, μόλις, γενναίας στο εκτελεστικό απόσπασμα των κατακτητών, μια φορά στα Γιάννενα:

«…Γι’ αυτήν όλα τέλειωσαν πολύ-πολύ γρήγορα — τα μαρτύρια, οι ανακρίσεις, η δίκη. Είχε, λέει, ένα χαμόγελο στα χείλια όλον αυτόν τον καιρό, ένα φως μέσα στα μάτια και τα ‘κανε μεγαλύτερα ακόμα — ομορφότερα ακόμα. Ήταν όμορφα τα μάτια σου,Μαργαρίτα!… Την τελευταία στιγμή, μπροστά στο απόσπασμα, γύρισε τα μάτια κατά την πόλη που τη σκέπαζε ακόμα η καταχνιά. Ένας κόσμος από τρελούς, υστερικούς, εκφυλισμένους και ληστές γκρεμιζόταν, μαζί με τα σαράβαλα σπίτια τους — όλη η πολιτεία της παρακμής που τη γέννησε. Το πικρό χαμόγελο της οικογένειας ανέβηκε στα χείλια της κ’ έκανε μη το χέρι της εκείνη την αόριστη χειρονομία που είπε ο παπάς σα ν’ απόδιωχνε την εικόνα:

— Καληνύχτα ντε!…

— Φώυαρ!…

“…Πίσω από τις μεγάλες κορφές της Πίνδου ανεβαίνει ο ήλιος. Ξημερώνει σε λίγο. Ο Νικόλας κ’ η Αγγελικούλα, ο καινούργιος κόσμος! Σε σας γυρίζει η τελευταία σκέψη όσο κρατάει ακόμα μέσα στ’ ανοιγμένο κρανίο ο τελευταίος σπασμός της ζωής:

 — Φκιάξτε τον, έναν καλύτερο κόσμο!…»…

Η Πηνελόπη Κατσαρέλη, επιχειρηματίας, πάντα, φωτογραφίζει στιγμές, λεπτομέρειες, εντάσεις, με το πάθος του πραγματικού εραστή της τέχνης, έχει αρχείο από 60.000 φωτογραφίες, δύο γιούς, τον έναν στην Μαδρίτη και τον άλλον, τον μικρό της μόλις τον καλοδέχτηκε, αρχιτέκτονα, από την Αγγλία στην Αθήνα και έναν σύζυγο που αγαπά και υποστηρίζει το βλέμμα της στον κόσμο. Ζει στο Αίγιο αλλά όλο και κάπου ταξιδεύει.