Tα γεγονότα της Πάργας, ο Berchet και ο Κάλβος

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΣΟΛΚΑ

«Υψηλότατε Αλή Πασά, σε προσκυνούμεν.

Ελάβομεν τα δυό σου γράμματα και εχάρημεν δια την υγείαν σου. Την υποταγήν όπου ζητείς αφ’ ημάς, είναι δύσκολον να την απολαύσης· επειδή τα ζωντανά σου παραδείγματα μας παρακινούν όλους εις τον ένδοξον και ελεύθερον θάνατον και όχι, ποτέ, εις τον άτιμον και τυραννικόν ζυγόν!… Ότι η Πατρίς μας έχει τέσσαρας αιώνας όπου καυχάται εις την καλήν την εμπιστοσύνην, την οποίαν πολλάκις και με το αίμα της εδιαφέντευσε. Πώς λοιπόν τώρα ημείς ν΄ αμαυρώσωμεν την δόξαν και υπόληψίν της; Ποτέ! Το να μας φοβερίζης πάλιν αδίκως, είναι εις την εξουσία σου, πλην οι φοβερισμοί δεν είναι ίδιον των μεγάλων ανθρώπων· και το άλλο, ημείς δεν εγνωρίσαμεν ποτέ το χρώμα του φοβερισμού, ίσον εσυνηθίσαμεν τον ένδοξον πόλεμον δια τα δίκαια της Πατρίδος.  Ο Θεός είναι δίκαιος, ημείς έτοιμοι, η ώρα προσμένεται, δια να δοξασθή ο νικητής. Και υγίαινε.

Πάργα, 16 Οκτωβρίου 1798

Όλοι οι Πάργιοι, μικροί και μεγάλοι 

Η Πάργα πουλιέται από τους Άγγλους στον Αλή Πασά για  156.000 λιρών

Η παραπάνω απάντηση των κατοίκων της Πάργας στον Αλή – Πασά αποδεικνύει την πατριωτική και ελεύθερη βούληση όπως επίσης την παλικαριά, τη λεβεντιά και την αποφασιστικότητα των Παργινών για ανεξαρτησία, αυτοδιάθεση και ελευθερία. Αξίες που κυριάρχησαν μεταξύ των εθνοτήτων κατά τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη. Λαοί που αγωνίσθηκαν για τη δημιουργία ανεξαρτήτων κρατών, για να απελευθερωθούν από δυνάστες και να αναλάβουν οι ίδιοι τις τύχες τους. Κοινά οράματα, κοινά πιστεύω αλλά πολλές φορές και κοινή δράση μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών, «λαών προνομιούχων από το θεό στη δόξα και στον πόνο» όπως γράφει ο Niccolò Tommaseo. Η Πάργα και το αδούλωτο φρόνημά της έγραψε σημαντικές σελίδες δόξας και ενέπνευσε ποιητές, λόγιους και διανοουμένους. Η πόλη της Πάργας και τα ιστορικά γεγονότα από τα τέλη του 18ου αιώνα έως το 1819, με αποκορύφωμα την Μεγάλη Παρασκευή του 1819, υμνήθηκαν και αποτέλεσαν σημαντικό σημείο αναφοράς και θαυμασμού.  Ο Ιταλός ποιητής και στρατευμένος στην πολιτιστική και πολιτική αναγέννηση της Ιταλίας στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα Giovanni Berchet (1783-1851) καθώς και ο στρατευμένος ποιητής  υπέρ των Ελληνικών αγώνων και δικαίων Ανδρέας Κάλβος (1792 – 1869) υπήρξαν δυο από τους πολλούς λόγιους και ανθρώπους του πνεύματος που εμπνεύσθηκαν και έγραψαν για τα γεγονότα της Πάργας. Η Πάργα ήταν η μοναδική πόλη έξω από την «επικράτεια» του Αλή – Πασά που, μετά από την αποτυχία του να την καταλάβει το 1814, την προσάρτησε στο πασαλίκι του το 1819. Οι Παργινοί είχαν προσφέρει άσυλο και φιλοξενία στους ομοεθνείς τους από το Σούλι, οι οποίοι είχαν διαφύγει από το σκληρότατο διώκτη τους, τον Αλή – πασά Τεπελενλή των Ιωαννίνων. Με τη  συνθήκη του 1815 τα Ιόνια νησιά αποτελούσαν ένα κράτος ελεύθερο και ανεξάρτητο με την επωνυμία «Ενωμένα Κράτη των Ιονίων Νήσων», που βρισκόταν κάτω από την άμεση και αποκλειστική προστασία της Αγγλίας και τη γενική διοίκηση την αναλάμβανε Λόρδος Μέγας Αρμοστής (Lord High Commissioner).

Στη συνθήκη όμως του 1815 δεν είχε περιληφθεί η Πάργα και έτσι η Τουρκία έσπευσε να επωφεληθεί ζητώντας την προσάρτησή της. Οι κάτοικοι της Πάργας ζητούσαν τη  βοήθεια της Αγγλίας, αλλά η Αγγλία αντί να τους υπερασπισθεί, τους πρόδωσε παραχωρώντας την πόλη τους στον Αλή – πασά αντί 156.000 λιρών. Επιπρόσθετα βρετανική στρατιωτική δύναμη εμπόδισε τους Παργινούς να προβάλουν οποιαδήποτε αντίσταση. Το ντοκουμέντο αυτό βρίσκεται με αριθμό VII στην τρίτη έκδοση του βιβλίου του Ούγκο Φώσκολο (1778 – 1827), τη μεταφρασμένη στα ιταλικά με επιμέλεια του Francesco Guardione, με τίτλο «Narrazione delle fortune e della cessione di Parga» εκδόσεις Francesco Sanzo Fu Carlo, Palermo, σελ. 155. Η αρχική έκδοση του βιβλίου του Ούγκο Φώσκολο είχε αγγλικό τίτλο «Narrative of events illustrating the vicissitudes and the cession of Parga» και αποτελούσε μια εξαιρετική παρουσίαση των γεγονότων.

Έγκλημα άνευ προηγουμένου εις βάρος των Παργινών

Στις 15 Απριλίου 1819, Μεγάλη Παρασκευή, οι Παργινοί αναγκάστηκαν να εκπατριστούν παίρνοντας την τέφρα από τα οστά των νεκρών που έκαψαν στην πλατεία της πόλης, μπροστά στους Βρετανούς, αφού όλα τα υπάρχοντά τους, ακόμη και οι εικόνες των ναών, είχαν περιληφθεί από τους Άγγλους στους όρους της πώλησης. Οι πρόσφυγες, 5.000 περίπου, κατέφυγαν στην Κέρκυρα και σε άλλα νησιά. Η ενέργεια αυτή των Άγγλων προκάλεσε την αντίδραση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, αλλά και προσωπικοτήτων – ακόμα και στην ίδια την Αγγλία – της διεθνούς πολιτικής, και θεωρήθηκε έγκλημα, πρωτοφανές στα διεθνή χρονικά. Σε αυτό όμως το ιστορικό πλαίσιο θα πρέπει να εντάξουμε και το ευρωπαϊκό φιλελληνικό κίνημα, στο οποίο οι περιηγητές μεταφέρουν τις εμπειρίες τους, διακρίνοντας τα δεινά της Ελλάδας και συγκρίνοντάς την με το ένδοξο παρελθόν της, οι νεοκλασικοί ποιητές και λόγιοι οι οποίοι «βλέποντας» το μεγαλείο της αρχαίας Ελλάδας έχουν θετική προδιάθεση για μια ελεύθερη Ελλάδα, οι ρομαντικοί που δε διακρίνουν στην Ελλάδα τη γοητεία της ήρεμης αρχαίας παράδοσης αλλά τον πόνο που ο δεσποτισμός προξένησε σε μια χώρα. Όλοι και όλα συγκλίνουν στο να υποστηρίξουν την Ελληνική προσπάθεια ανεξαρτησίας. Καλύτερο και ευνοϊκότερο περιβάλλον για τη φιλελληνική διάθεση και υποστήριξη του ελληνικού αγώνα δεν θα υπήρχε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να εξηγηθεί η ανάπτυξη και το βάθος του φιλελληνικού κινήματος καθώς και η ταυτόχρονη έλξη του κλασικού αλλά και του ρομαντικού κόσμου για το Ελληνικό ζήτημα.  Ο «μύθος» λοιπόν που ήταν αναγκαίος για το Ρομαντισμό, η αφύπνιση του έθνους και το πατριωτικό στοιχείο, η αρχαία Ελλάδα ως ιδανικός χώρος για τους νεοκλασικούς, ταυτόχρονα με το θρησκευτικό συναίσθημα – παρά την ύπαρξη του Σχίσματος – για τη σύγκρουση του Σταυρού με την ημισέληνο, όλα αυτά απετέλεσαν ένα ευνοϊκό «κράμα» για τον αγώνα της Ελλάδας αλλά και για τη φιλελληνική παραγωγή. Η ατμόσφαιρα στην Ιταλία ήταν λοιπόν ιδιαίτερα θετική για τον Ελληνισμό και για τα φιλελληνικά αισθήματα. Επιπλέον επέδρασε αποτελεσματικά εκείνο το υπόγειο ρεύμα της ανθρωπιστικής παράδοσης που από το 1300 δε διακόπηκε ποτέ στην Ιταλία και που κράτησε ζωντανή επίσης τη μνήμη της Μεγάλης Ελλάδας – Magna Grecia καθώς επίσης επηρέασε και το ανανεωμένο ενδιαφέρον για την ιστορία της αρχαίας Ιταλίας, ειδικά, από τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, στο μορφωτικό και πολιτιστικό ρεύμα της νότιας Ιταλίας. Έτσι δεν άργησε να φανεί αυτή η συμπάθεια και η υποστήριξη.

Τα δραματικά γεγονότα του Σουλίου (1803) και κυρίως της Πάργας (1819) δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την εξύψωση των ιδανικών και την ανάπτυξη του πατριωτικού συναισθήματος, επειδή δεν ήταν ένας απλός ποιητικός συναισθηματισμός, αφού η πρώτη μορφή της φιλελληνικής λογοτεχνίας στην Ιταλία γίνεται μετέπειτα μάχιμη λογοτεχνία και προσπαθεί να προτρέψει και να προετοιμάσει την Ιταλική Παλιγγενεσία. Ο φιλελληνισμός λοιπόν δεν ήταν μόνο μια βοήθεια στους επαναστατημένους Έλληνες αλλά αναζωογονούσε το φιλελευθερισμό στην Ευρώπη και φυσικά στην Ιταλία, καθώς η Ελλάδα αποτελούσε την τελευταία ένοπλη εκδήλωση του φιλελευθερισμού.

Giovanni Berchet: «Πρόσφυγες της Πάργας

Στους άξονες αυτούς κινείται ο θεωρητικός του Ιταλικού Ρομαντισμού, ο Giovanni Berchet, ο οποίος στο ποίημα «Πρόσφυγες της Πάργας – Profughi di Parga» (1819 – 1820), περιγράφει την τύχη της Ελληνικής πόλης. Γιατί και πώς επέλεξε αυτό το θέμα ο G. Berchet; Σύμφωνα λοιπόν με όσα είχε γράψει στη «Lettera semiseria di Grisostomo al suo figliuolo – Μισοσοβαρή επιστολή του Χρυσόστομου στο  γιο του» (1816) η ποίηση «στοχεύει στο να καλυτερεύσει τα ήθη των ανθρώπων, να τους κάνει ευγενικούς στην ψυχή, να ευχαριστήσει τις ανάγκες του πνεύματος και της καρδιάς, γιατί η τάση στην ποίηση, παρόμοια με κάθε άλλη επιθυμία, προκαλεί μέσα μας αληθινές ηθικές ανάγκες». Η πίστη του στο ιδανικό «της περίστασης να κατευθύνουμε την ποίηση, όχι στη  διανόηση λίγων μορφωμένων, αλλά σ’ εκείνη του λαού, έτσι ώστε να τον προσεγγίσουμε και να κερδίσουμε την προσοχή του»,  είναι ασύγκριτη. Ο Berchet αισθάνεται την αναγκαιότητα της ανανέωσης και του αυθορμητισμού στη λογοτεχνία συνδυάζοντας τις αξίες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ελευθερίας. Η επιτυχία προέρχεται – σύμφωνα με τον Berchet – από την κατασκευή αφηγηματικών ή ποιητικών δομών που θα είναι οικείες και έτσι ικανές να ταρακουνήσουν την ψυχή και την καρδιά των αναγνωστών.  Τα θέματα λοιπόν πρέπει να είναι ικανά να προσελκύσουν την προσοχή ενός κοινού πολύ ευρύτερου και όχι μόνο εκείνου του κοινού με θέματα τοπικού ενδιαφέροντος αλλά ταυτόχρονα να είναι και ικανά να ελκύουν, χωρίς να στέκεται ο δημιουργός τόσο στο κύρος και στην αληθοφάνεια των θεμάτων.  Με αυτόν τον τρόπο, αν και το θέμα δεν ήταν εθνικό, ο Berchet επέλεγε ένα θέμα που στο βάθος του ήταν ιταλικού ενδιαφέροντος, γιατί στους  Άγγλους που πρόδωσαν την Πάργα, αναλογούσε η εξουσία της «Ιερής συμμαχίας», που μερικά χρόνια πριν είχαν δώσει μεγάλο μέρος της Ιταλικής χερσονήσου στην Αυστρία. Σε αυτό το ποίημα λοιπόν βρίσκουμε ένα νέο G. Berchet, έναν Berchet μεταμορφωμένο, που διανθίζει την ποίησή του με την αγάπη της πατρίδας και έτσι κάνει πράξη τις ρομαντικές αρχές του. Έναν Berchet που η επιλογή του θέματος της Πάργας δικαιολογεί τις απόψεις του και κάνει πράξη τη θεωρία της επικοινωνιακής σχέσης μεταξύ ποιητή και κοινού. Σχέση που πρέπει να στοχεύει στη συγκινησιακή φόρτιση των αναγνωστών. Το θέμα λοιπόν ανταποκρινόταν στις ιδέες που είχε υποστηρίξει ο Berchet στη «Μισοσοβαρή επιστολή» και στο περιοδικό Conciliatore που αποτέλεσε το όργανο των ρομαντικών στην Ιταλία. Η διήγηση αφήνει χώρο για ανάλογες καταστάσεις που αφορούσαν και την ιταλική χερσόνησο.  Στο έργο αυτό όμως ο Berchet πραγματεύεται επίσης το θέμα της εξορίας, θέμα που κατέχει ξεχωριστή θέση στο πρώτο – ρομαντικό και ρομαντικό κίνημα. Η εξορία είναι ο τραγικός αποχωρισμός από αγαπημένα πρόσωπα, από μητέρα, αδέλφια, φίλους, είναι πόνος και έλλειψη. Σε μαζικές μάλιστα περιπτώσεις εξοριών, όπως αυτός των Παργινών, ο άξονας της διήγησης στηρίζεται στη βαθύτατη συγκινησιακή φόρτιση του λαού που εξορίζεται και από τη γη του. Επομένως η εικόνα της απώλειας των συγγενών, ακόμα και των οστών των προγόνων, που εντάσσονται σε έναν χώρο, σε έναν τόπο, σε μια γη και που οι εξόριστοι έχουν με αυτήν μια σχέση διαχρονική είναι που την καθιστούν «κληρονομιά» της κοινωνίας, όπως λένε και ο Berchet και ο Alessandro Manzoni. Ας δούμε όμως πώς οι προθέσεις και η έμπνευση του Berchet έγιναν πράξη. Οι 554 στίχοι κατανέμονται σε τρία μέρη: «Η απελπισία», «Η αφήγηση», «Η απέχθεια».

Η απελπισία, η αφήγηση, η απέχθεια

Το ποίημα ξεκινάει περιγράφοντας, μέσα στον πόνο και στην απογοήτευση, έναν εξόριστο κάτοικο της Πάργας που κοιτάζει την πόλη του από το λιμάνι της Κέρκυρας. Στη ψυχή του υπάρχει μίσος για τον Τούρκο, που του πήρε την πατρίδα του, ανάμνηση της μεγαλειώδους παλιάς δόξας, περιφρόνηση για τους Άγγλους που έκαναν με τους Τούρκους την άθλια και άνανδρη αγοραπωλησία. Σκέφτεται λοιπόν το θάνατο ως δρόμο μεγαλοσύνης και πέφτει για να αυτοκτονήσει από ένα βράχο. Σώζεται όμως από έναν Άγγλο ναυτικό, τον Arrigo. Εδώ ο Berchet τονίζει τη σύγκρουση δύο διαφορετικών και αντίθετων ψυχικών καταστάσεων, ο Άγγλος που προσφέρει βοήθεια και ο Έλληνας που πάντα θυμάται την προδοσία των Άγγλων και που αρνείται κάθε βοήθεια, «από εκείνο το χέρι που σωτηρία τού πρόσφερε». Ο πρόσφυγας συνεχίζει να καταφέρεται εναντίον των Άγγλων με τόση οργή που ο Arrigo: «έστρεψε το βλέμμα, το μέτωπο κάλυψε/ και για το φιλοχρήματο νησί όπου γεννήθηκε/ στο κεφάλι του έπεσε όνειδος». Η σύντομη αυτή παρουσίαση της σύγκρουσης δύο διαφορετικών ψυχικών καταστάσεων αντιστοιχεί στην πολιτική σύγκρουση των δύο κόσμων, του ενός του ηττημένου αλλά σοβαρού και με αρχές και του άλλου που είναι κυνικός και που δεν εμπνέεται από αρχές ισονομίας και ισοτιμίας. Η προέκταση της σκέψης στη δοσοληψία και στο παζάρεμα των λαών για οφέλη πολιτικά και χρηματικά, είναι το εφαλτήριο της σκέψης του Berchet. Η ισότητα των ανθρώπων και η συγκρότηση των εθνών – κρατών παρουσιάζεται στο βάθος του έργου με σαφείς υπαινιγμούς και αναφορές και για την Ιταλία και τα παιγνίδια που έπαιζαν οι ισχυροί της εποχής εις βάρος χωρών και λαών. Στο β’ μέρος του ποιήματος, στην «Αφήγηση», είναι η γυναίκα του πρόσφυγα που διηγείται τη φυγή προς την εξορία όλων των συμπατριωτών της. Πριν να φύγουν από την Πάργα όμως, μεταβαίνοντας όλοι στο κοιμητήριο, έκαψαν τα κόκαλα των προγόνων τους, για να μη βεβηλωθούν από τους Τούρκους. Η πικρή στιγμή του αποχαιρετισμού της γενέθλιας γης και η ανάγκη μιας τελευταίας επαφής με την πατρίδα περιγράφεται από τον Berchet: «Εκεί έκλαιγε μια μάνα και/ καταριόταν το γόνιμο κρεβάτι της,/ ενώ τα παιδιά της γέμιζε φιλιά./ Εδώ μια άλλη βγάζοντας από το στήθος/ το μωρό, σταματάει το περπάτημα,/ με παραλήρημα τρομερά στοργικό/κατεβαίνει στο κοντινό ρυάκι/ και πλένει για τελευταία φορά/ στα πάτρια νερά το μωρό της».  Ο μεγάλος και σοβαρός πόνος του αναγκαστικού αποχωρισμού της γενέθλιας γης εκφράζεται με μια απεριόριστη δύναμη εικόνων και περιγραφικής ικανότητας, γεμάτη ενάργεια και απαράμιλλη μοναδικότητα. Σκηνές όπως εκείνες στις οποίες τα φέρετρα παραδίδονται στις φλόγες και αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω, όταν η μάνα, ενώ καταριόταν τη  γονιμότητά της, φιλάει τα παιδιά της, ενώ μια άλλη με παραλήρημα στοργής πλένει το μωρό της στα πάτρια νερά καθώς και όταν όλοι, πριν επιβιβαστούν στις βάρκες για να περάσουν απέναντι στην Κέρκυρα, παίρνουν κάτι που να τους θυμίζει την πατρίδα τους: «κάποιος ένα κλαδί, ένα θάμνο, κάποιος άλλος γυρίζει πίσω/ και από το πάτριο έδαφος παίρνει μια χούφτα γης» απεικονίζουν με τρόπο μοναδικό τον πόνο, την απογοήτευση και την πίκρα της εγκατάλειψης των πατρογονικών εστιών.  Εδώ ο Berchet είναι ο αφηγητής, ο γεμάτος έξαψη και πάθος. Η γη όμως δεν είναι ένας αδρανής φυσικός χώρος. Η γη είναι πολύ περισσότερα: είναι ένα περιβάλλον που έχει πλούτο και που μας κάνει υπερήφανους, που έχει επίσης πηγές, ευωδιές, όμορφα τοπία, χρώματα, πράγματα που δομούν τη μνήμη και συνοδεύουν τη ζωή όποιου κατοίκησε σε αυτό το χώρο. Επομένως η γη και τα βιώματα των εξόριστων είναι σημαντικά και έτσι τα ιστορικά γεγονότα της Πάργας είναι η αφορμή για να περάσει ο Berchet και το μήνυμα του πικρού αποχωρισμού προσώπων και πραγμάτων, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητας όλων αλλά και σε πολιτικό επίπεδο να υμνήσει την αγάπη για την πατρίδα και να διατηρήσει άσβεστο το μίσος για τον κατακτητή. Η έμπνευση λοιπόν από τα δραματικά γεγονότα μιας ελληνικής πόλης ήταν που χάραξαν νέους ορίζοντες για την πατριωτική ιταλική ποίηση και ενσάρκωσαν τις ιδέες του ρομαντικού κινήματος.

Το σπαρακτικό έργο του Francesco Hayez για τους Πρόσφυγες της Πάργας

Το ποίημα «Οι Πρόσφυγες της Πάργας», που εκδόθηκε το 1821, έγινε δεκτό με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον από το Ιταλικό κοινό, το οποίο έδειξε πολύ μεγάλη συμπάθεια για το ελληνικό εθνικό – απελευθερωτικό κίνημα, τόση που ένα έτος περίπου μετά την έκδοση του ποιήματος ο μεγάλος Ιταλός ζωγράφος Francesco Hayez απεικόνισε ακριβώς τη σκηνή των στίχων 216 – 218 που προαναφέρθηκαν. Μάλιστα για να δείξει ο ζωγράφος τα πατριωτικά συναισθήματά του που ο πίνακας αναδεικνύει, προσωπογραφεί τον εαυτό του πίσω από τον ιερέα. Αργότερα, στην αυτοβιογραφία του, ο μεγάλος αυτός ζωγράφος μεταφέρει τις σκέψεις του και τις αναμνήσεις του:  «Η περιγραφόμενη σκηνή στην ιστορία του Σουλίου και της Πάργας, είναι γνωστή στον καθένα γιατί εκείνη την εποχή οι συμφορές της Ελλάδας ξεσήκωναν τη  γενική συμπάθεια και την κατακραυγή για εκείνους που την είχαν παραδώσει στο διαβόητο Πασά των Ιωαννίνων, ενάντια στα δικαιώματα των λαών: και για να γίνουν δημοφιλή αυτά τα γεγονότα βοήθησε, όχι λίγο, η όμορφη ποίηση του Berchet, ο οποίος με τα φιλελεύθερα συναισθήματά του δονούσε τη νεολαία». Σε αυτήν μάλιστα αναφέρει επίσης ότι «σε εκείνη την κοντινή ιστορία (της Πάργας) η Ιταλία έβλεπε τον ίδιο τον εαυτό της. Ο Berchet είχε υμνήσει στον άνθρωπο της Πάργας τον πόνο των Ιταλών εξόριστων».  

Σε γενικές γραμμές και θέτοντας σε κρίση όλες τις όψεις του ζητήματος θα μπορούσαμε να καταλήξουμε – με μια σκέψη καθ’ όλα αποδεκτή – ότι  «το λογοτεχνικό έργο του Berchet παραμένει να υποδεικνύει τη στράτευση για ένα μετασχηματισμό που ήταν, ταυτόχρονα, πολιτικός, μορφωτικός, πολιτιστικός, λογοτεχνικός».  Και όταν μιλάμε για «στράτευση»πώς θα ήταν δυνατό να μην εμπνευσθεί και να μην συνθέσει ωδές για την Πάργα και για το Σούλι ο υμνητής της Ελληνικής επανάστασης, ο Ανδρέας Κάλβος όταν μάλιστα «η προσοχή του Κάλβου συγκεντρώνεται στην περιπέτεια της ελληνικής φυλής, του Έλληνα ανθρώπου, και όχι του ανθρώπου ως ανθρώπου». 

Ο Κάλβος ως μαθητής του Φώσκολο

Η στρατευμένη ποίηση στο σκοπό και στα ιδανικά του αγώνα των συμπατριωτών του, πρέπει να είναι απόρροια της επαφής και της μαθητείας τού Κάλβου κοντά στον άλλο Ζακυνθινό, τον Ούγκο Φώσκολο. O Ούγκο Φώσκολο ήταν που με τα “Τα τελευταία γράμματα του Γιάκοπο Όρτις – Le ultime lettere di Jacopo Ortis ” ενέταξε στο κύκλωμα της πατριωτικής σκέψης και το θέμα της ιστορικής μνήμης. Μετά συγκροτήθηκε πλήρως, από το μεγάλο ποιητή, στους “Τάφους – Dei Sepolcri ” και στο εναρκτήριο μάθημά του στο Πανεπιστήμιο της Παβία. Τι είναι επομένως σημαντικό σύμφωνα με την Φωσκολική σκέψη; Είναι το ότι κάποιος κάνοντας πράξεις σημαντικές και ηρωικές γνωρίζει ότι στο μέλλον θα περιγραφούν και θα μεταβιβαστούν στους επιγόνους σαν παραδείγματα. Εξαιτίας αυτού υπάρχει αναγκαιότητα ιστοριών με εθνικά ανδραγαθήματα, με εθνικά έργα και φυσικά εθνική λογοτεχνία. Το θέμα λοιπόν ήταν φυσικό να προκαλέσει το ενδιαφέρον του μεγάλου αυτού Ζακυνθινού ποιητή, ο οποίος προσέγγισε το θέμα της Πάργας γράφοντας μια διπλωματική, πολιτική και ιστορική πραγματεία. O Φώσκολος έγραψε για την Πάργα τον Οκτώβριο του 1819 το άρθρο «On Parga» στην «Edinburgh Review» την περίοδο που ήταν εξόριστος στο Λονδίνο, καθώς και το έργο «Narrative of events illustrating the vicissitudes and the cession of Parga» (1819-1820). Θα πρέπει επίσης να μνημονεύσουμε ότι το θέμα της Πάργας προκάλεσε μια σειρά άρθρων, κειμένων και κρίσεων, μεταξύ των οποίων ενδεικτικά αναφέρουμε το «Exposè des faits qui ont prècèdè et suivi la cession de Parga» του Ανδρέα Μουστοξύδη (Παρίσι 1820), το «Les Exilès de Parga» του βαρόνου D’ Ordre (Παρίσι 1820) κ.α.  Από τα τρία βιβλία που συνθέτουν αυτή την πραγματεία είναι αξιοσημείωτη επίσης η τελευταία παράγραφος, πριν την εξιστόρηση των γεγονότων, στη σελίδα 14, στην οποία ο Φώσκολος έμμεσα αφήνει να εννοηθεί ότι τα γεγονότα που παραθέτει είναι αρκετά για να κρίνει κάποιος τι είναι δίκαιο και ότι έτσι προσφέρει σε άλλους την ευκαιρία να επαληθεύσουν λεπτομερώς τα πάντα.

Σημαντικά είναι όμως και τα 28 ντοκουμέντα που καταθέτει ο Φώσκολος στο τέλος της πραγματείας του για να αποδείξει το δίκαιο των Παργινών. Στην επιστολή που απευθύνει ο Φώσκολος προς τον Λόρδο John Russell που υπάρχει πριν το πρώτο βιβλίο των γεγονότων για την Πάργα, στη σελίδα 12, γράφει: «Γιατί εγώ θα αισθανόμουν ένοχος αγνωμοσύνης προς την Αγγλία που φιλόξενα με υποδέχεται, και απανθρωπιά προς την Ελλάδα όπου γεννήθηκα, εάν εγώ αποσιωπούσα τα γεγονότα για να διεκδικήσω την πίστη του έθνου σας…… Συγκρατούμαι από το να εκφράσω τα συμπεράσματα που εγώ θα θεωρούσα πιο δίκαια και πιο ακριβή περί της πολιτικής σύνεσης και περί της δικαιοσύνης της κυβέρνησης, που εκτίμησε ως αναπόφευκτη την παραχώρηση της Πάργας» «Perch’ io mi sentirei colpevole d’ ingratitudine verso l’ Inghilterra che si ospitalmente m’ accoglie, e d’ inumanità verso la Grecia ove nacqui, s’ io tacessi i fatti utili a rivendicare la fede della vostra Nazione;……. m’ astengo dal manifestare le conclusioni che io reputerei più eque insieme e più esatte su la prudenza politica e su la giustizia del governo, che stimò inevitabile le cessione di Parga».   Πάντα αναφέρομαι στην έκδοση που υπάρχει στην 1η σημείωση.

Ο μέγας Ανδρέας Κάλβος και οι Ωδες, Εις Πάργαν και Εις Σούλι

Η ποίηση του Κάλβου «αρχίζει πέρα από όλα τούτα τα προβλήματα, την ώρα της κάθαρσης και της νίκης…… ο κόσμος του Κάλβου είναι από εικόνες, όχι από εσωτερικές συγκρούσεις και από ασίγαστες αγωνίες, γιατί όλα τα ξεδιαλύνει η ιδέα και όλα στο τέλος τα υπερνικά». Ο Κάλβος όντας ποιητής της ηθικής ιδέας, ενσάρκωσε την ηθική του ιδέα σε μια ηρωική πράξη, στην Επανάσταση του ’21, στην Ελευθερία και στην ανδρεία. Με τις ωδές «Εις Πάργαν» και «Εις Σούλι», «ρίπτει βλέμμα απέναντι επί της Σελαιΐδος, ….να υμνήσει την Πάργα και το Σούλι με την ταραχώδη ιστορία των».  Η  έναρξη της ωδής «Εις Πάργαν» στην οποία ο Κάλβος κάνει επίκληση εις τη Λύρα είναι παρεμφερής με την επίκληση του Ομήρου προς τη Μούσα. Όμως η παράκληση να λάβει η Λύρα «αστραπήν», δηλώνει την αγωνιστική και ανδραγαθική διάθεση του ποιητή γιατί «υμνούμεν ένδοξον έργον». Έργο που η ομαδική εξορία και η καύση των οστών των προγόνων, για να μην γνωρίσουν ούτε αυτά τη βεβήλωση της δουλείας, «αποτελεί σύνθετο βίωμα ανδρείας, θρησκευτικής πίστης, φιλελεύθερου πνεύματος και μυστικοπάθειας, που καταργεί τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ ζωντανών και πεθαμένων».  Ο Κάλβος κλείνει την ωδή με τη βεβαιότητα της επιστροφής και της νίκης των Παργινών, αφού τη συνδυάζει με τις πρώτες νίκες της Επανάστασης: «Πλην, της επιστροφής/ εχάραξεν η ημέρα/……. Εκεί που εκαύσατε/ (ελληνική φροντίδα!)/ των προγόνων τα λείψανα,/ πάλιν οι πρόνοοι χείρες/ εκεί σας φέρνουν». 

«Εις Παργινούς»

Ας δούμε όμως και πως παρουσιάζει στη μικρή ωδή «Εις Παργινούς» τα συμβάντα με τη λύτρωση της επιστροφής και της νίκης κατά της τυραννίας: «Καλός, γλυκός ο αέρας όπου πρώτον επίνατε/ και η θρέπτειρα γη από τον ιδρώτα σας πεποτισμένη/ Όμως δια ποίον οι δούλοι πίνουσιν τον αέρα;/ κεντάουσιν το άροτρον και πολύν στάζουν κόπον;/ Τα συνήθη χωράφια αφήνοντες εφύγατε τον ζυγόν/ προτιμώντες την πικράν ξενιτείαν και την πενίαν/ πλην της επιστροφής εχάραξεν η ημέρα». Ο πυρήνας λοιπόν της έμπνευσης του Κάλβου είναι ότι: «Εις την φιλοπατρίαν ο Κάλβος προσδίδει καθαρώς ηθικόν και πνευματικόν χαρακτήρα, ταυτίζων αυτήν με την έννοιαν της αρετής…

…Αι καλβικαί ωδαί εμπνέονται, σχεδόν αποκλειστικώς, από διάπυρον πατριωτισμόν και ενθουσιασμόν δια τον μέγαν και δίκαιον αγώνα της ανεξαρτησίας….». Οι εικόνες, που παρουσιάζονται από τη Λύρα του Κάλβου, της πλούσιας Πάργας, γεμάτη με καρποφόρους ελαιώνες, μελίσσια και χρυσά σιτάρια είναι σημαντική εις την ωδή «Εις Πάργαν»: «Υποκυμαινομένους/ δασέας ελαιώνας/ η Πάργα υψηλοκάρηνος/ βλέπει· και αυτήν ο Άρης/ υπερεφίλει./ Αλλά, μόλις η χάλαζα/ έπαυε του πολέμου,/ Και συ, Δάματρα, εχάριζες/ τον δαψιλήν χρυσόν,/ πόθος Ζεφύρων./ Έχεον πολυάριθμα/ μελισσών έθνη οι σίμβλοι/ της Πάργας, βομβηδόν/ εις τον πολύν επέταον/ καρπόν λυαίον».  Εικόνες με τόση δύναμη που εντυπωσίασαν τον Οδυσσέα Ελύτη. Εικόνες που παρουσιάζουν εκπληκτική ωριμότητα και απήχηση. Ο Ζακυνθινός ποιητής «αναγκάζεται» να μην κάνει κριτική στην Αγγλική πολιτική, γιατί θα ήταν αγνωμοσύνη προς την Αγγλία που τον φιλοξενούσε, αλλά μπορεί όμως να παραθέσει τα γεγονότα, γιατί θα ήταν απάνθρωπο αν δεν το έκανε, επειδή γεννήθηκε στην Ελλάδα. Μάλιστα με αυτό τον τρόπο θα προσπαθούσε να παρηγορήσει τους Παργινούς για τις συμφορές τους.

Berchet και Κάλβος, Ιταλία και Ελλάδα που μοιράζονται «αδελφή γη, που τις χαροποιεί το ίδιο χαμόγελο του ήλιου… και που μοιράζονται στην ιστορία, τη δόξα του πολιτισμού και τις συμφορές». 

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να προσθέσουμε ένα ακόμα κοινό σημείο μεταξύ των δυο ποιητών αφού και ο Berchet, ο οποίος συμμετείχε ενεργά στην Ιταλία στα κινήματα του 1821, όπως και ο Κάλβος, ήταν μέλη και μάλιστα από τα πλέον δραστήρια στο κίνημα των καρμπονάρων, με αποτέλεσμα να βρεθούν εξόριστοι και οι δύο, με τελικό τόπο εξορίας τους το Λονδίνο. Γι’ αυτό το λόγο, ερμηνεύοντας τους παραπάνω στίχους, θα θέλαμε να καταθέσουμε μια διαφορετική σκέψη και προβληματισμό, που απορρέει από τη συμμετοχή του Κάλβου στο κίνημα των καρμπονάρων καθώς και από την αποφασιστικότητά του να καταδικάζει πάσης φύσεως δυνάστες. Ο Κάλβος, πληροφορηθείς τα ιστορικά γεγονότα της Πάργας στο εξωτερικό, θα ήθελε ίσως να περάσει και ένα μήνυμα: Ο ήχος του βόμβου των «εθνών» των μελισσών είναι εκείνο το ηχητικό μήνυμα που συμβολίζει δια μέσου της θεάς Δήμητρας τον καρπό ίσως που θα βλαστήσει το λουλούδι της αντίστασης και του αγώνα. Η Πάργα γίνεται καρπός της αντίστασης και παιανίζει ένα βόμβο σαν θριαμβικό εμβατήριο. Οι «μέλισσες» της Πάργας θα είναι αυτές που θα μεταδώσουν σε όλα τα έθνη το δίκαιο του Ελληνικού αγώνα. Η εικόνα των μελισσών, του βόμβου τους αλλά και του ταξιδιού τους, είναι εικόνα που παρατηρούμε στο ποίημα – ύμνο του Φώσκολου προς τις «Χάριτες», εικόνα την οποία συναντάμε επίσης και στην «Ιλιάδα» του Ομήρου, ραψωδία Β, στίχοι 87 – 90. Στο ποίημα «Οι Χάριτες» ο Φώσκολος περιγράφει: «Πόσες με την πρώτη πρώτη αύρα του Ζέφυρου/ τα πλήθη των όμορφων μελισσών  ξεχύνονται/ και σιγά – σιγά επερχόμενες ζηλόφθονες βομβούν/ για να σχηματίσουν στο πέταγμά τους αέρινα τσαμπιά,/ πετώντας εδώ κι εκεί σε κάλυκες γεμάτους νέκταρ». Ένα ακόμα ερώτημα και προβληματισμός συνίσταται στο αν ο Κάλβος είχε διαβάσει το ποίημα «I Profughi di Parga» του G. Berchet, αφού αυτό προηγείται χρονικά. Υπάρχουν και στα δυο ποιήματα κοινά σημεία που έχουν να κάνουν με την αναφορά στα ιστορικά γεγονότα, όπως οι εικόνες του καψίματος των οστών καθώς και της ομαδικής εξορίας. Εκτός από αυτά όμως θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν ομοιότητες σχετικά με το περιεχόμενο και τις χρησιμοποιούμενες λέξεις, που είναι μάλιστα αρκετά σπάνιες. Ας τις εξετάσουμε: Ο Berchet και ο Κάλβος με αφορμή τα γεγονότα της Πάργας δημιούργησαν δύο σημαντικές ποιητικές συνθέσεις. Για να δειχθεί ακόμα μια φορά ότι η Ιταλία και η Ελλάδα είναι δύο χώρες, «αδελφές στην παράδοση, στον πολιτισμό, στη δόξα και στις συμφορές….», οι οποίες ανεξάρτητα από πολιτικές και διπλωματικές σκοπιμότητες παραμένουν η μια για την άλλη «αδελφή γη, τις οποίες χαροποιεί το ίδιο χαμόγελο του ήλιου……. και που μοιράζονται στην ιστορία, τη δόξα του πολιτισμού».