Οι τελευταίοι άγγελοι πετούσαν, πάνω από το κεφάλι μου, αλλά εγώ ήμουν αφηρημένη

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Η Γεωργία Δρακάκη, παιδί αγαπημένο, μου ζήτησε ένα κειμενάκι για το τελευταίο σουβλάκι που έφαγα στην Ελλάδα για λογαριασμό του andro.gr, που ξεχωρίζει μες στο χάος της κοινοτοπίας, της ανουσιότητας και του copy – paste. Φοβάμαι να αγγίξω κάθε τι ελληνικό αυτό το καιρό, μέσα μου, όμως το έκανα για την Γεωργία και βγήκε ένα τόσο προσωπικό, αναίτιο για σουβλάκι πράγμα. Τελικά το δείχνω σε σας, γιατί τώρα, αισθάνομαι πως αφού βγήκε, δεν πρεπει να το πνίξω… ας πούμε πως είναι η αυτόματη γραφή του φροϋδικού μου ασυνείδητου:

Άκρη Μασαχουσέτης, στο όριο με το Κονέκτικατ, σε μια υγρή, να σου νοτίζει σα δάκρυα τα βλέφαρα, θερμότητα. Και σαν κάθε μέρα να ναι Τετάρτη, μόνο και συνεχώς μέση της εβδομάδας, που θα περάσουν τα σκουπίδια και θα βάλει πλυντήρια. Και γύρω ένα θόλος, να σε κρύβει σα γυάλινη μπάλα – «αναμνηστικόν», που χει ένα τοπίο πράσινο και μινιατούρες ανθρώπων να κάνουν τους ζωντανούς. Κάπως έφτασα εδώ, σα μέσα σ όνειρο, ή μήπως να μουνα πάντα εδώ; Πνιγμένη σε μακ εντ τσιζ, τσίζμπεργκερ και τηγανητά κοτόπουλα με καυτερές σάλτσες;

Πίσω μου, μακριά ένα καλοκαίρι στην Αθήνα. Ιούλιος καταμεσής στο καλοκαίρι. Κίτρινο του ξασπρισμένου σταχιού, σκόνη και αμμουδιά, ιδρώτας, σανδάλια, τσιμέντα να βόγγου απ τους 40% Κελσίου, τεθλασμένες αχνιζουσες λωρίδες κυκλοφορίας, με αυτοκίνητα εμπύρετα, έτοιμα να βρυχηθούν απόσταση και επιστροφή στην όποια όαση τους. Κόσμος και έρημος. Τελευταία φορά. Λίγο πριν το τελευταίο μου σάλτο μορτάλε, στο κενό του αγνώστου, χωρίς δίχτυ ασφάλειας και μια απελπισία φυγής. Η μήτρα! Τα παιδικά χρόνια. Το ποίημα του Νέου Ηρακλείου Αττικής. Εκεί που κάποτε όλοι γνωριζόμαστε. Που χε μονοκατοικίες και κήπους με χρωματιστά τριαντάφυλλα να μοσχοβολάνε τα σούρουπου. Εκεί που τα κορίτσια τα λέγανε Βάγια, Βασίλικα, Φαίδρα και Στέλλα και τα αγόρια Ερρίκο, Ιγνάτιο, Κώστα και Κίμωνα. Η μάνα μου, ύπαρξη, ήλιος, γη και πατρίδα. Απέναντι της, εκεί, σε ένα προάστιο που όλα ήταν αυτή, εγώ, ακόμα παιδί αφού ζούσε, κι ας είναι μόλις ενάμισης χρόνος πίσω, ένα σουβλατζίδικο. Δεν ήξερα πως είναι η τελευταία φορά. Πάντα είναι η τελευταία φορά και ύστερα κάπως πρώτη, αέναα και διαρκώς. Μαρίνου Αντύπα. Γωνία. Καρέκλες ξύλινες με ψάθα, βαμμένες πορτοκαλί. Παλιές πόρτες φορετές παντού στους τοίχους. Αίσθηση αυλής. Ένα μεγάλο σουβλάκι, με απ όλα και μια παγωμένη μπίρα. Λίγο παύση χρόνου, έγνοιας, ακόμα και στιγμής. Αιώρηση στον χρόνο. Πάντα εκεί. Το μαγαζί έχει τίτλο κάτι με σουβλάκι και αγγέλους. Οι τελευταίοι πέρναγαν πάνω απ την γειτονιά, αλλά τότε δεν άκουγα τις φτερούγες τους να πλαταγίζουν σα πανιά βαρκούλας με μαύρα πανιά στον άνεμο, για φευγιό.

Ποιο να ταν το όνειρο μου; Μεσημέρι καλοκαιρινό, στον ανεμιστήρα τον μπεζ που έκανε θόρυβο όταν σκάλωνε στα δεξιά, στο λευκό κρεββάτι της μάνας μου, το διπλό, με τα κίτρινα λαμπατέρ και ένα αντίγραφο από μια Παναγιά νεαρούλα, του Ελ Γκρέκο, από πάνω; Η γυρνώντας από μια βόλτα στη λίμνη, νωρίς το βράδυ, με το έρ κοντίσιον να φοβερίσει την υγρασία την βαλτώδη και πηχτή της Νέας Αγγλίας;

Δεν ξανά έφευγα όχι, τέτοιο νόστιμο, γεμάτο, σαν λαχανόκηπο, σουβλάκι, του ύπνου ή του ξύπνιου μου, και ας έχει σχεδόν παντού και εδώ στις μεγάλες πόλεις. Και εκεί αν ξαναπάω -που μετά τον ύπνο της μάνας μου, δε νομίζω- πάλι δεν θα ναι «τέτοιο». Δεν έχει στο τύλιγμα, ανεμελιά, άγνωστο, αρχή, βεβαιότητα, ύπαρξη, ψευδαίσθηση, ρίσκο, αντίο. Η μαμά θα με περιμένει πάντα. Στην άκρη όλων των λαθών μου. Στο τέλος κάθε παρανόησης. Σαν Ιθάκη και επιστροφή. Και κατάπιαν κύματα όλα τα νησιά του Οδυσσέα. Και δεν έχει πια στεριές. Και δε με νοιάζει και το σουβλάκι. Μη σου πω θα θελα να ναι κάτι πιο δροσερό και ζουμερό και αιώνιο. Ένα ροδάκινο χνουδωτό όλο χυμούς. Ένα αχλάδι αφρένιο. Ένα πιάτο σύκα σκούρα και παραγινωμένα, όλο μυστήριο και παράδοξο πως τέτοιο φρούτο να γεννήθηκε στα δέντρα και γιατί οι πρωτόπλαστοι είχαν απαγορευμένο το μήλο και όχι αυτό. Και μετά, κάνει έτσι στη γεύση, στη μνήμη, στην σα όνειρο παλιά ζωή και το σουβλάκι πυρακτώνεται γεύση, μυρωδιά, σοφία. Μετά είχα περάσει απέναντι και είχα πάει στη μάνα μου. Είχε μαγειρέψει και ας είχα φάει ξανακάθισα διπλά της στο τραπέζι. Είχε ζυμώσει και ψωμί και άχνιζε κρουστό όλο λαχτάρα. Πήρα ντομάτα, λάδι και μια φέτα καρβέλι να μου καίει τα χέρια. Όλες οι γεύσεις και αισθήσεις εκεί. «Σ αγαπώ μαμά» της είπα… Της είπα; Όλο γυρνάω εκεί, τις νύχτες όταν κλείνουν τα μάτια μου και τα πιέζω να παραμείνουν σφαλιστά. Και όλο ψάχνω με τη γλώσσα γεύσεις. Και με τον ήχο να ξαναπώ την απαγορευμένη λέξη: «μαμά»; Μαμά; Είσαι εκεί; Στο σκοτάδι; Εσύ; μ αγαπάς;