Ο Φοίβος Γκικόπουλος υμνεί τις βιβιοθήκες, γιατί δεν υπάρχει μνήμη, συνείδηση, γνώση χωρίς τον γραπτό λόγο

ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΙΒΟ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟ

Στο σπίτι υπάρχει ο υπολογιστής με τις μηχανές αναζήτησης και τις ψηφιοποιημένες βιβλιοθήκες∙ αλλά υπάρχει κι ένα δωμάτιο με μια στενή πόρτα, με τους τοίχους καλυμμένους από ράφια γεμάτα βιβλία. Μπαίνοντας μέσα δεν είναι να κολυμπάς καθισμένος στο Web αλλά να εισβάλεις σε μια μεγάλη θάλασσα, σ’ ένα ωκεάνιο υλικό… γραφής. Κάθε βιβλίο κι ένας παραπόταμος, ένα ποτάμι, μια διαδρομή και ένας διαφορετικός τόπος και πάντα καινούριος, ένα νησί, μια ήπειρος, ένας γαλαξίας.

Ένας φίλος σου οικονομολόγος, ειδικός στις διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου σου  φωνάζει ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός σου μεταφέρεται στα βιβλιοπωλεία. Είναι περήφανος γιατί δεν διαβάζει ή διαβάζει μόνο τον τίτλο κάθε γραμμένου πράγματος.

Εν τω μεταξύ, ο φίλος οικονομολόγος δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για το βιβλίο που γράφεις και του οποίου αρέσει πάρα πολύ… ο τίτλος. Σε προειδοποιεί επίσης ότι θα παρεξηγιόταν αν, μόλις κυκλοφορήσει, δεν του  το χάριζες.

Τον διαβεβαιώνεις: «Ωραία, τελειώνω να το γράφω. Μετά το διορθώνω. Το ξαναγράφω. Το τελειοποιώ. Βρίσκω έναν εκδότη. Υπογράφω το συμβόλαιο. Τέλος, το βιβλίο πηγαίνει στα βιβλιοπωλεία. Πάω ν’ αγοράσω ένα. Για να σου το χαρίσω».

Πίσω από την πόρτα του δωματίου σου, βρίσκεται ένα Χάρτινο Έντυπο Βασίλειο που έρχεται σε αντίθεση με μια δωδεκάδα τόμων μιας πολυτελούς εγκυκλοπαίδειας δερματόδετης, με χρυσά γράμματα, που καταλαμβάνει το κέντρο ενός ραφιού. Όπου κυριαρχεί ένα μεγάλο γλωσσικό λεξικό, που περιλαμβάνει όλες τις λέξεις και ακόμη όλες τις λέξεις όλων των βιβλίων της γλώσσας σου. Κι αυτό αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει μνήμη, συνείδηση, γνώση χωρίς τη βοήθεια του γραπτού λόγου.    

Μερικά σε εμφανή θέση, άλλα κρυμμένα λόγω διάταξης σε δεύτερη γραμμή, βρίσκονται στη διάθεσή σου οι τόμοι ποιητών, μυθιστοριογράφων, δοκιμιογράφων και φιλοσόφων κάθε εποχής. Μια τακτική διαδοχή από βραβεία Νόμπελ και κάποια bestseller πλατιάς κατανάλωσης∙ η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» σε ενιαία  έκδοση, με τους κλασικούς Σοφοκλή, Ευριπίδη και Λουκρήτιο, θρονιασμένους στο πιο ψηλό ράφι. Ο Δάντης («Η θεία Κωμωδία»), ο Πετράρχης («Canzoniere»)  και ο Βοκκάκιος («Δεκαήμερο»), Και ο Σπινόζα («Ηθική»), η χεγκελιανή «Φαινομενολογία του Πνεύματος», και δίπλα του το πιο σημαντικό βιβλίο φιλοσοφίας που υπάρχει: «Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση» του Σοπενχάουερ… Και το «Τάο τε τσινγκ»,  τα «Αποφθέγματα» του Βούδα, οι «Χίλιες και μια νύχτα», «Το φθινόπωρο του Μεσαίωνα» του Χουιζίνγκα, η «Γαλλική επανάσταση» του Λεφέβρ, η «Παρακμή της Δύσης» του Σπένγκλερ, οι «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο» του Ριντ, «Έρως και πολιτισμός» του Μαρκούζε, η «Ιστορία της τρέλας» του Φουκώ∙ και κάποια αστυνομικά μυθιστορήματα, ακόμη και παλιά κόμικς του Κρεπάξ, λίγα επιστημονικής φαντασίας και μερικές μονογραφίες τέχνης. 

Μεγάλο μέρος από το περιεχόμενό τους συναντά την εμπειρία σου, ακόμη και η μορφή τους, το δέσιμο, το χαρτόνι ή το πλαστικό, το τυπογραφικό άρωμα και η ανθεκτικότητα των σελίδων τα καθιστά οικεία και εύκολα αναγνωρίσιμα.

Τι ενδιαφέρει αν δεν είναι πάντα της αρεσκείας σου; Είναι καθρέφτες που αντανακλούν την ψυχή του κόσμου, την κόπωση της ζωής, το διανοητικό πάθος, τη χαρά, μια ευτυχισμένη σκέψη σου, μια παράφορη αναζήτηση στους Θεούς, μια επιθυμία, έναν πόνο χωρίς όνομα ή ένα αβέβαιο χαμόγελο, μια παρεξήγηση που πρέπει να ξεκαθαριστεί, μια μελαγχολία, μια γκριμάτσα. 

Πάντως δεν έχεις γι’ αυτά ειδικό σεβασμό. Δεν τα θεωρείς πιο σημαντικά από έναν πίνακα, ένα μουσικό κομμάτι ή οτιδήποτε δεν είναι κοινότοπο. Κι αν δεν είσαι σίγουρος ότι τα έχεις διαβάσει όλα, μπορείς ακόμη και να τα διαβάσεις: όπως μπορείς να διαβάσεις όλα όσα είναι ανθρώπινα. Όπως όλα όσα είναι ανθρώπινα μπορούν να γραφτούν. Στα αμέτρητα βιβλία που αποτελούν την παγκόσμια Βιβλιοθήκη, το καθένα διαφορετικό από τα άλλα και το καθένα ένας κόσμος πάντα ατελής, γνωρίζουμε ότι «για κάθε λογική γραμμή, για κάθε σωστή πληροφορία, υπάρχουν κράματα από αλόγιστες κακοφωνίες και λεκτικές ασυναρτησίες» (Μπόρχες, «Μυθοπλασίες»). Κάτι αντίστοιχο σκέφτηκε και ο χαλίφης Ομάρ όταν, το 642 μ.Χ., διατάζει τα βιβλία της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας – η πιο παλιά συλλογή του κόσμου που ίδρυσε ο Πτολεμαίος ο Α’ – να καούν για να θερμάνει τα δημόσια λουτρά.