Λένι Ρίφενσταλ: Πεθαίνοντας ήσυχα στο κρεββάτι της, στα 101, εκείνη που είχε κοιτάξει στα μάτια τον διάβολο

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Ήταν δέκα το βράδυ της Δευτέρας 8 Σεπτεμβρίου 2003. Η Λένι Ρίφενσταλ πάντα αγέρωχη, αμετανόητη, με το πάθος της για νεαρούς άνδρες και καλλιτεχνική έκφραση πάντα άσβεστα, πεθαίνει κατά τη διάρκεια του ύπνου, σε ηλικία 101 ετών. Δίπλα της στο κρεββάτι της και μέχρι την τελευταία της πνοή, ήταν ο αγαπημένο της σύντροφος, ο τελευταίος εραστής, ο οπερατέρ της, που ήταν καμιά 65αριά χρόνια νεότερος. Λένε πως οι άνθρωποι που πεθαίνουν στον ύπνο είναι καλοί και ευλογημένοι και ο θεός του αγαπά. Πως είναι δυνατόν; Η Λένι Ρίφενσταλ, τοξική, ηγετική, με μόνο στόχο την καλοπέραση, την εξουσία, την χειραγώγηση, την αναγνώριση και την έκφραση της, είχε κοιτάξει στα μάτια τον ίδιο Διάβολο και είχε χορέψει μαζί του, πάνω από πτώματα…

Όταν ο κόσμος όλος της κόρης των εργατών έγινε ο Αγών του Χίτλερ

«…..Μου φάνηκε ότι η επιφάνεια της Γης κινήθηκε όλη, μπροστά στα μάτια μου, σαν να είχε κοπεί στη μέση, βγάζοντας έναν πίδακα νερού, τόσο ισχυρό που άγγιζε τον ουρανό και τράνταζε τη Γη. Είχα παραλύσει πραγματικά…». Έτσι περιγράφει η Λένι Ρίφενσταλ την πρώτη φορά, που άκουσε τον Χίτλερ σε ομιλία του. Ήταν 30 χρονών, σαγηνευμένη και θεώρησε πως μια μεσσιανική Αποκάλυψη είχε γεννηθεί και εκείνη ήταν μάρτυρας της. Μεγαλωμένη σε μια εργατική οικογένεια, με μια μάνα που είχε όνειρο να την δει σταρ και έναν πατέρα που την ήθελε έμπορο.

Έγινε χορεύτρια, ηθοποιός, δεινή σκιέρ, φωτογράφος, σκηνοθέτης, με τεράστιο ταλέντο, αλλά με τα προσωπικά θηρία εντός της, να βρυχώνται αχόρταγα! Το Μάιο του 1932 η Ρίφενσταλ συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Αδόλφο Χίτλερ, που είχε εντυπωσιαστεί από τη σκηνή της ταινίας «Der Blaue Licht», «Το Γαλάζιο φως», στην οποία η Λένι χορεύει πάνω από τη θάλασσα. Η ταινία είχε διανεμηθεί σε όλο τον κόσμο, όμως έγινε δεκτή με δυσμένεια, γεγονός που η Λένι απέδωσε στις υποκινούμενες από Εβραίους κριτικές. Αν και έλαβε πρόσκληση να εργαστεί στο Χόλυγουντ επέλεξε να παραμείνει στη Γερμανία. Η Ρίφενσταλ στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «SOS Παγόβουνο», τα οποία έγιναν στη Γροιλανδία, αφοσιώθηκε στην ανάγνωση του βιβλίου «Ο Αγών μου», μελετώντας τα με σημειώσεις και αποστήθιση εδαφίων.

«…Το βιβλίο αυτό μου έκανε τεράστια εντύπωση. Έγινα ένα συνειδητοποιημένο μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, μόλις διάβασα την πρώτη του σελίδα…», παραδέχτηκε αργότερα. Ο Αδόλφος Χίτλερ όταν ανέλαβε την εξουσία, ανέθεσε στην Ρίφενσταλ τη δημιουργία της πρώτης ταινίας προπαγάνδας. Το 1935 γύρισε το διάρκειας 18 λεπτών ντοκιμαντέρ «Η ημέρα της ελευθερίας: Η Βέρμαχτ μας», με την ευκαιρία του 7ου Συνεδρίου του Κόμματος. Το 1936 επισκέφθηκε την Ελλάδα για να φωτογραφήσει και να κινηματογραφήσει την τελετή στην Αρχαία Ολυμπία και στο έργο της τη βοήθησε η μετέπειτα διάσημη Ελληνίδα φωτογράφος Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη, γνωστή με το ψευδώνυμο «Nelly». Για την ταινία της με θέμα τους Ολυμπιακούς Αγώνες το περιοδικό «Time» της αφιέρωσε το εξώφυλλο του τεύχους της 17ης Φεβρουαρίου 1936.

«…Ο Αδόλφος Χίτλερ είναι ο σημαντικότερος άνθρωπος που γεννήθηκε ποτέ…»

Η Ρίφενσταλ είχε πει για τον Αδόλφο Χίτλερ, σε συνέντευξη της στην εφημερίδα «Detroit News» το Φεβρουάριο του 1937, ότι «…πρόκειται για τον σημαντικότερο άνθρωπο που γεννήθηκε ποτέ. Είναι πράγματι αλάνθαστος, τόσο απλός και διαθέτει την ίδια στιγμή, εξαιρετική δύναμη…». Το 1938 με την ευκαιρία των 49ων γενεθλίων του Χίτλερ η ταινία «Triumph des Willens», «Ο θρίαμβος της θέλησης», ένας ανατριχιαστικός ύμνος στους ναζί παρουσιάστηκε στο κοινό και ετοιμάστηκε για διεθνή καριέρα. Η Ρίφενσταλ επισκέφθηκε τις Η.Π.Α., όπου έφθασε πέντε μόλις ημέρες πριν την Νύχτα των Κρυστάλλων κι όταν τα γεγονότα έγιναν γνωστά έκανε δηλώσεις, διακηρύσσοντας ότι «ο Χίτλερ δεν είναι υπεύθυνος γι’ αυτά».

Η προβολή της ταινίας απαγορεύθηκε στις Η.Π.Α., όπου θεωρήθηκε ταινία καθαρής προπαγάνδας, όμως αντίγραφό της φυλάχθηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης και θεωρείται ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα προπαγανδιστικής φιλμογραφίας που έχουν ποτέ δημιουργηθεί. Στις Η.Π.Α. ελάχιστοι άνθρωποι δέχθηκαν να συναντηθούν μαζί της, μεταξύ τους ο Γουόλτ Ντίσνεϊ, σε κατ’ ιδίαν συνάντηση, καθώς και ο Χένρι Φορντ, ενώ οι αντίπαλοι των εθνικιστών στις Η.Π.Α. ανακοίνωσαν ότι «….δεν υπάρχει χώρος στο Χόλυγουντ για τη Λένι Ρίφενσταλ».

Παρακολούθησε τα γεγονότα της Γερμανικής εισβολής στην Πολωνία ως πολεμικός ανταποκριτής κι έφθασε στο μέτωπο, στη Στρατιά του Γκερντ φον Ρούντστεντ, ντυμένη με στρατιωτική στολή, ενώ έφερε ξιφίδιο στη ζώνη της και ένα μικρό πιστόλι σε μια από τις λευκές μπότες της. Επέστρεψε στην Βαρσοβία στις 5 Οκτωβρίου 1939 και κινηματογράφησε την παρέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων. Στις 14 Ιουνίου του 1940 έστειλε τηλεγράφημα στον Χίτλερ, επαινώντας και ευχαριστώντας τον για την κατάκτηση του Παρισιού. Η Ρίφενσταλ, αναφέρει στην «Αυτοβιογραφία» της ότι ο Αδόλφος Χίτλερ της είχε εκμυστηρευτεί σε συνάντησή τους στις 30 Μαρτίου 1944 ότι «…Εάν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και δε χρειάζονταν τη βοήθειά μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετική τροπή. Θα είχαμε αποφύγει το ρωσικό χειμώνα κατά αρκετές εβδομάδες και θα είχαμε καταλάβει το Λένινγκραντ και τη Μόσχα. Δε θα υπήρχε Μάχη του Στάλινγκραντ…».

Η ακόρεστη για νέους άνδρες, Λένι και ο σκανδαλώδης έρωτας με νεαρό στην αρχαία Ολυμπία

Το Βερολίνο θεωρούσε δεδομένη την ερωτική σχέση μεταξύ του Φίρερ και της προσωπικής του κινηματογραφίστριας, αν και η ίδια το αρνιόταν κατηγορηματικά. Όπως και να έχει, εκείνη ήταν διαβόητη για τις σεξουαλικές της ορέξεις για νεαρούς μυώδεις άνδρες και εκείνος για τις μικρές, αθώες και άσπιλες παρθένες. Το 1936, στο προπαγανδιστικό πλαίσιο της ναζιστικής Ολυμπιάδας που ετοιμαζόταν, εκείνη γυρνάει την ταινία «Ολυμπία» στην Ελλάδα. Ανάμεσα στους ωραίους νέους που θα παίζανε στην ταινία είναι και ένας απολλώνιας ομορφιάς Ρώσος πολιτικός πρόσφυγας, δεκαπέντε χρόνια νεότερος της παντοδύναμης φίλης του Χίτλερ. Είχε εγκατασταθεί με την οικογένειά του στον Πύργο Ηλείας, μετά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917. Ο Ανατόλ Ντομπριάνσκι ήταν πολύ αγαπητός στην περιοχή, που τον αποκαλούσαν Τόλικ, όπως και όλη η οικογένεια του, με έναν πατέρα ζωγράφο, που όμως δούλευε στα χωράφια για να συντηρήσει την οικογένειά του. Η Λένι μόλις αντίκρυσε τον νεαρό ερωτεύτηκε με πάθος. Με τη βοήθεια του διερμηνέα τον έπεισε να την ακολουθήσει από την αρχαία Ολυμπία για μια σειρά επιπλέον λήψεων στην Αρχαία Κόρινθο, τους Δελφούς με κατάληξη το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετάνια», οπού έζησαν μαζί, δίνοντας αιτία σχολιασμού και σκανδαλολογίας στην ελληνική κοινωνία και στον τύπο της εποχής. Σ΄αυτό εγκαταστάθηκε το ζευγάρι. Η εφημερίδα «Ανεξάρτητος» στις 23 Ιουλίου γράφει πως: «Το πρωτάκουστον σκάνδαλον της χιτλερικής Λένης Ρίφενσταλ αμαυρώνει τας Ολυμπιακάς Εορτάς. Αι χθεσιναί τελεταί της λαμπαδηδρομίας εις Θήβας, Λεβαδείαν και Δελφούς…”…

H απαγωγή του νεαρού γυμνού από τον Πύργο στο Μεγάλη Βρετανία

“… Η απαγωγή του νεαρού Ρώσσου προεκάλεσε γενικήν αγανάκτησιν. Πολλαί βεβαίως ασχημίαι εσημειώθησαν κατά την εν Ελλάδα έναρξιν των ολυμπιακών εορτών. Η σοβαροτέρα τούτων είναι ασφαλώς η συνεχής διαφήμισις του χιτλερισμού, ως πολιτικού καθεστώτος, όχι μόνον από τους εδώ πράκτοράς του και τας αργυρωνήτους ελληνοφώνους – δυστυχώς – εφημερίδας του, αλλά και από πολλούς επισήμους εκπροσώπους της Ελλάδος, δημάρχους, αθλητικούς παράγοντας κλπ. Ο χιτλερισμός εύρεν εις τας ολυμπιακάς τελετάς την ευκαιρίαν να προπαγανδίση το δολοφόνον καθεστώς του, εκμεταλλευθείς πολιτικώς και οικονομικώς την Ολυμπιάδα του Βερολίνου ως καθαράν «επιχείρησιν» υπόπτων σκοπών. Η ευνοουμένη του χιτλερισμού Λένη Ρίφενσταλ, αμαυρώνει ακόμη περισσότερον την οργάνωσιν των Ολυμπιακών Αγώνων, οι οποίοι μεταβλήθησαν εις μίαν ανήθικον εκδήλωσιν εκφύλων χιτλερικών επιδιώξεων. Η Ελλάς μετέχουσα των Ολυμπιακών Αγώνων και διαθέτουσα ολόκληρα εκατομμύρια εκ του ισχνού προϋπολογισμού της δια την οργάνωσίν των, ουδέποτε εφαντάσθη ότι η Ιερά Ολυμπιακή Ιδέα, σύμβολον συναδελφώσεως των Λαών, θα μετεβάλλετο από τους δολοφόνους του Βερολίνου εις διαφήμισιν του χυδαιοτέρου φιλοπολέμου καθεστώτος και εις εκδήλωσιν απαισίου εκφυλισμού. Ο χιτλερισμός ατιμάζει τους ωραίους Ολυμπιακούς Αγώνας. Η κυρία Λένη, βλέπουσα τους λαμπαδηδρόμους μας γυμνούς και αναμνησθείσα, ως φαίνεται, του αρχαίου Ελληνικού κάλλους, ηλεκτρίσθη εις βαθμόν απίστευτον και δεν έβλεπε την ώρα που θα κατακτούσε ένα άλκιμον νέον, προ παντός ωραίον και ρωμαλαίον!».

Και αλλού γράφεται πως «Την ημέραν της τελετής της Ολυμπίας, η Γερμανίας ηθοποιός εγκαταλείψασα κάθε ενασχόλησιν και λησμονήσασα την υψηλήν (!) αποστολήν του καθεστώτος της, ρίχτηκε να φάη με τα μάτια – όπως λέμε στην Ελλάδα – τους ευσταλείς λαμπαδηδρόμους μας. Παιδιά όλα γερά, με σφιχτά κορμιά και με μπράτσα που μπορούν να σφίξουν όχι μία Γερμανίδα πουλημένη, αλλά ολόκληρον την Γερμανίαν…». Λέγεται πως ζήτησε στον νεαρό ωραίο να την ακολουθήσει εκείνος της είπε «πως; Μα είμαι γυμνός» και εκείνη αποκρίθηκε «τόσο το καλύτερο». Στη Μεγάλη Βρετανία από κατάστημα των Αθηνών η Λένι του αγόρασε ρούχα που πήγαν στο δωμάτιο τους, χωρίς και οι δυο να βγουν έξω ως την αναχώρηση του. Για την ιστορία, ο Τόλικ ακολούθησε τη Ρίφενσταλ στη Γερμανία, πήρε την Γερμανική υπηκοότητα, κάλεσε κοντά και τους γονείς του, εμφανίστηκε σε κάποιες γερμανικές ταινίες και η Λένι ως θηρευτής κορμιών ενθουσιάστηκε με άλλο νεαρότερο άνδρα από εκείνον, τον χώρισε δίνοντας του ένα σεβαστό ποσό. Με την έναρξη του πολέμου κατατάχτηκε στο γερμανικό ναυτικό, στα υποβρύχια και χάθηκε για πάντα, σε κάποια θάλασσα από εγγλέζικες βόμβες.

Φρενοκομείο, φυλακές, αθώωση, Αφρική

Όταν ο ναζισμός νικήθηκε με την ανθρωπότητα ενωμένη για μια απ τις ελάχιστες φορές μπροστά στο διαβολικό κακό, η Ρίφενσταλ προσπάθησε να εγκαταλείψει το Βερολίνο και να μετακινηθεί προς την Αυστρία, όπου θα συναντούσε τη μητέρα της, μετά την κατάρρευση της Γερμανίας και την αυτοκτονία του Αδόλφου Χίτλερ. Την συνέλαβαν οι Αμερικανοί. Κρατήθηκε για ένα διάστημα σε φρενοκομείο. Αν και δεν κατηγορήθηκε για εγκλήματα πολέμου ανακρίθηκε εξαντλητικά, παραπέμφθηκε πολλές φορές σε δικαστήρια και από το 1945 έως το 1948, επί σχεδόν τέσσερα χρόνια, κρατήθηκε σε γαλλικές φυλακές. Τελικά χαρακτηρίστηκε ως συμπαθούσα τον Εθνικοσοσιαλισμό και αφέθηκε ελεύθερη, όμως οι Γάλλοι κατάσχεσαν όλο το κινηματογραφικό υλικό που είχε στην κατοχή της. Η ίδια ισχυριζόταν πως δεν γνώριζε τίποτα για κρεματόρια, εθνοκαθάρσεις, γενοκτονίες. Μέχρι τον θάνατό της αρνιόταν κάθε γνώση της γενοκτονίας που είχαν διαπράξει οι ναζί. Όμως ουδέποτε απέβαλε τον αντισημιτισμό της. Κατηγορούσε τους Εβραίους για τις κακές κριτικές στην πρώτη της ταινία και αργότερα χρησιμοποίησε ως κομπάρσους για την ταινία της, «Κάτω Χώρες», πληθυσμούς Ρομά που μεταφέρονταν στο Άουσβιτς!

Τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 προσπάθησε 15 φορές να γυρίσει νέες ταινίες χωρίς αποτέλεσμα. Κανείς δεν της έδινε δουλειά κι έτσι περιορίστηκε να βγάζει φωτογραφίες από φυλές της Αφρικής σε μια προσπάθεια ανασκευή της εικόνα που είχε η ανθρωπότητα για αυτήν.

Και σ’ αυτές τις καλλιτεχνικές της, όμως επικεντρώσεις, διάλεγε φυλές πανύψηλων Αφρικανών με υπέροχα σωματικά προσόντα, για αυτό και κατηγορήθηκε ότι ουσιαστικά αναζήτησε και εκεί τη φυλετική υπεροχή! Αργότερα άρχισε να παίρνει υποθαλάσσιες λήψεις, μαγικές και εντυπωσιακές.

Η τέχνη, η προπαγάνδα, η Ιστορία…

Ο διάλογος για την Ρίφενσταλ δεν κόπασε ποτέ. Ήταν ναι μεν, εμπνευσμένη, άρτια τεχνικά και την αισθητικά, αλλά ήταν όχι απλά ιδεολόγος του ναζισμού, αλλά σκληρή προπαγανδίστρια του, ανάλγητη και μάλλον αμετανόητη. Κι αν σου πούμε στην περίπτωση του Εζρα  Πάουντ που ασπάστηκε τον φασισμό και δούλεψε για αυτόν στο ραδιόφωνο και όχι μόνο, κάνοντας προπαγάνδα υπερ. του, στους Αμερικανούς συμπατριώτες, το τεράστιας ψυχικής εμβέλειας ποιητικό του έργο είναι καθολικό και πέρα από ιδεολογία, η Ρίφενσταλ επέμενε να απεικονίζει ένα κόσμο αισθητικά τόσο άψογο που κατέληγε φοβικός, μέσα στην ναζιστική ιδεολογία για την υπεροχή της Αρείας φυλής, την ανωτερότητα της Γερμανικής ράτσας και τον κόσμο που δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο σε διάφορες, ακόμα και αν αυτές υπογράμμιζαν σαν σημάδια ομορφιάς την ωραιότητα και την ποικιλία.

«Δεν με ενδιέφερε καμία ιδεολογία, το μόνο που με ενδιέφερε ήταν η αποτύπωση της ομορφιάς και της αισθητικής τελειότητας» είπε για τον εαυτό της, «η γλύκα του Χίτλερ», όπως την αποκαλούσαν κάποτε οι ναζί σύντροφοι της. Η Ιρένε Ρούγνκε, όμως, επικεφαλής του Εβραϊκού Πολιτιστικού Κέντρου του Βερολίνου, δήλωσε μετά τον θάνατο της Ρίφενσταλ: «…πρέπει να αναλαμβάνεις την ευθύνη για το παρελθόν σου. Δεν το έκανε. Και αυτό είναι που θα θυμούνται οι άνθρωποι γι’ αυτήν…».