Καίτη Γκρεϋ, μια ζωή σαν ασπρόμαυρη ταινία: εκείνη που έκανε τα βουνά να αναστενάζουν

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Το 1983 κυκλοφόρησε το βιβλίο της Καίτης Γκρεϋ για την ζωή της, όπως την διηγήθηκε στον πολύτιμο για τα γράμματα της νεότερης λογοτεχνίας Γιώργο Χρονά. Ο ίδιος την περιγράφει ως Παζολινική φιγούρα, ως μια Μάμα Ρόμα αλά ελληνικά, που μέσα απ τα σχήματα του λαϊκού της λόγου περνάει η σοφόκλεια παράδοση για να συναντήσει, περίτεχνα, το μέρος το όλον και ο Ευριπίδης, ο Παπαδιαμάντης, ο Λόρκα ανιχνεύονται στις λέξεις της. Η Καίτη Γκρέϋ, η καλλονή, η λαϊκή τραγουδίστρια με τους αντρικούς τόνους στην εξωπραγματική φωνή της, έχει μια ζωή που γεννιέται, γεννά και αποκλείει την ύπαρξη χωρίς την ίδια την Ελλάδα και την ιστορία των νεότερων χρόνων. Η πείνα, οι πόλεμοι, οι κοινωνικές ανατάξεις, αναταράξεις και αντιτάξεις, ορίζουν την μοίρα της και η ίδια συναντά το πεπρωμένο τραγουδώντας. Τραγουδώντας, ένα τραγούδι λαϊκό, που θυμίζει βογκητό, βαρυανάσασμα και όχι μελωδία. Τραγουδώντας ένα τραγούδι που σε βουρκώνει αλλά δεν θα ξεπέσει σε κλάμα αλλά θα ανατιναχτεί σε κραυγή, όπως στο τραγούδι της, «θα ανέβω και θα τραγουδήσω στο πιο ψηλότερο βουνό, να ακούεται στην ερημιά, ο πόνος μου με την πενιά…»…

Ένα λουκουμάκι κάθε Κυριακή στα Ταμπούρια

… «Με το βουνό θα γίνω φίλος και με τα πεύκα συντροφιά και όταν θα κλαίω και πονώ θα αναστενάζει το βουνό»…  Καισάρειας 14. Ταμπούρια στον Πειραιά. Μόνο αυτά θυμάται σαν πρώτες εικόνες η Καίτη Γκρέυ. Αυλές, λάσπες, γειτονιά, νοικοκυρές στις σκάφες με σηκωμένα μανίκια για την πλύση. Και αγάπη θυμάται απ τους δυο γονείς της. Πολύ αγάπη. Μεροκαματιάρης ο πατέρας της αλλά δεν άφηνε ποτέ τίποτα να λείψει απ την γυναίκα και την κόρη του, την Αγγελικούλα, την Κική του. Τις Κυριακές, που δεν δούλευε την έπαιρνε πάνω στην πλάτη του, στο καφενείο, την καμάρωνε που ήταν όμορφη και της παράγγελνε λουκούμι. Μια Κυριακή, δεν πήγε να την πάρει. Μεσημέρι τον φέρανε, δυο άντρες, στα χέρια. Δούλευε πάντα στα τσιμέντα και έφραξαν οι πνεύμονες του. Τέσσερις μέρες μετά η Κικη, μαθαίνει απ την ορφάνεια, πως δεν υπάρχουν πλέον, για αυτήν, οι Κυριακές. Η μάνα της, η «μανούλα» της όπως την αποκαλεί θα βγει για μεροκάματο. Εργάτρια για 25 χρόνια, από κει και πέρα, στου Παπαστράτου. Μια μέρα πιάνει το κοριτσάκι μια γυναίκα στο δρόμο. Είναι υιοθετημένο και αυτή είναι η μάνα του η κανονική. Να ρθει στο σπίτι, στην ίδια γειτονιά είναι, να παίξει με τα αδέλφια του. Η Κική, κλαίει. Υιοθετημένο; Η μάνα η κανονική είχε δώσει αυτήν και έναν αδελφό της για υιοθεσία να περάσουν καλύτερα λέει. Πήγε το παιδί και έπαιξε με τα αδέλφια του και μετά έκλαιγε και δεν ήξερε ποια ήταν η οικογένεια του.

Σάμος και η σκληρότητα των ανθρώπων, Παλαιστίνη και η καλοσύνη των ξένων

Και αρχίζει ο πόλεμος. Η μανούλα –η θετή- στέλνει το παιδί, στην Σάμο απ όπου και η καταγωγή του, να μείνει να γλιτώσει τις βόμβες και την πείνα. Και εκεί το περιμένει μια θεία, που το βάζει να περάσει όσα ο Ντίκενς δεν είχε φανταστεί πως θα συμβαίνουν και εκτός Βικτωριανής Αγγλίας. Το δένει, συχνά, σε ένα δέντρο  –ακακία θυμάται η Καιτη Γκρέϋ πως ήταν- το βαράει με το καλάμι που έσπρωχνε τις κότες, το βρίζει, το αφήνει νηστικό, το φοβερίζει. Ως και σε έναν Ιταλό κατακτητή το τάζει. «Πήγαινε μέσα μωρή, θα σε χαϊδέψει μόνο, δε θα σε φάει» λέει στο παιδί, που είναι δεν είναι έντεκα χρόνων. «Δεν πάω», φωνάζει αυτό. Και τότε η κακιά γυναίκα, η βγαλμένη λες από παραμύθι, η μητριά της Σταχτοπούτας, το πλακώνει στο ξύλο. Ένας άλλος Ιταλός, το σώζει απ τα χέρια της θειας, πριν το σκοτώσει στο ξύλο. Και είναι ο ίδιος Ιταλός, ο Στέφανο, που θα το βάλει σε μια βάρκα και θα το περάσει στην Τουρκία, μαζί με μια οικογένεια ελλήνων για να σωθούν απ τον βομβαρδισμό της Σάμου. Νύχτα, σαν σκιά, σαν όνειρο κακό ένας Τούρκος πάει να αρπάξει το παιδί και αυτό ουρλιάζει. Και μετά Παλαιστίνη. Και αντίσκηνα και συσσίτια και πείνα και δίψα και ανελέητος ήλιο και ένα παιδάκι μόνο του στον κόσμο, να ψάχνει για σκιά και βοήθεια. «Εγώ ξένο άνθρωπο από την πόρτα μου δεν έδιωξα, γιατί αν βρήκα καλό από ξένο άνθρωπο το βρηκα. Ο,τι μπορώ να τον βοηθήσω, μ αρέσει να βοηθάω γιατί βοηθήθηκα» λέει η Καιτη Γκρευ, σταρ και ίνδαλμα, δεκαετίες αργότερα. Μια κυρία Θεανώ, ένας καλός Αιγύπτιος αξιωματικός και το μικρό κορίτσι επιβιώνει. Το 1945 και πάλι απο καλοσύνη των ξένων, αυτή η ανήλικη κοπελίτσα με τα σοβαρά μάτια, γυρνάει στον Πειραιά.

Γάμος και χωρίς όρια κακοποίηση

Ψάχνει να βρει την θετή και την πραγματική της μάνα. Οι γειτόνισσες την πάνε στην θετή που λιποθυμάει από χαρά μόλις την βλέπει, αφού την είχε για νεκρή. Η Κική μαθαίνει μοδίστρα, η μάνα δουλεύει νύχτα μέρα για ένα κομμάτι ψωμί. Ένα Νίκος Ηλιαδης, γείτονας ζητάει να παντρευτεί την νεαρή έφηβη. Αυτή δεν τον θέλει, γιατί αγαπάει –παιδικά, πλατωνικά πάντα- έναν Αριστείδη. Την παντρεύουνε. Δέκα μέρες δεν άφηνε τον Ηλιάδη να ακουμπήσει χέρι πάνω της. Στο τέλος με υπνωτικά χάπια του επέτρεψε να ολοκληρωθεί η πράξη του γάμου, με όλη την γειτονία να ακούει τις κραυγές της όπως ξύπναγε απ τον λήθαργο των υπνωτικών. Με την πρώτη βράδυα μένει έγκυος στον Φίλιππο, τον γιο της. Ο γάμος, είναι σκέτη αποτυχία. Ο Νίκος δεν δουλεύει και ζηλεύει την Κικη, τρελά. Ξύλο, κλωτσιές στην κοιλιά, τιμωρία και κρύο. Ούτε κάρβουνα για το μαγκάλι! Όταν το παιδί γεννιέται, ζηλεύει γιατί αυτό έχει γαλανά μάτια. «Μα όλα τα μωρά γαλανά μάτια έχουνε» λέει αυτή. Ξύλο και τιμωρία. Για τη ζήλια του άντρα της, θυμάται η Καίτη Γκρέυ: «Μ αναποδογύρισε την σκάφη και μου χύσε όλα τα νερά στο σπίτι γιατί ακριβώς δεν ήθελε να βγαίνω ούτε έξω απ την πόρτα. Δεν ήθελε ούτε με γειτόνισα να μιλάω, μπορώ να πω και κάτι που ναι φριχτό, όταν έφευγε, κοίταζε τι κυλόττα φοράω. Γιατί όταν γύριζε απ την δουλειά του, ήθελε να φοράω την ίδια κυλόττα, γιατί αν άλλαζα κυλόττα τι θα γινότανε;»… Εμφανίζεται ο αδελφός της, ο Γιάννης και την φέρνει σε επαφή με την μάνα της την κανονική. Μαθαίνει πως ακόμα και το όνομα της είναι ψεύτικο και πως την έχουν βαφτίσει Αθανασία. Όταν ο άντρας της πάει να την σφάξει με ένα σπασμένο μπουκάλι στο λαιμό, ακολουθεί αυτόν τον αδελφό στο σπίτι του. Σωτήρα και από μηχανής Θεός. «Και από δω και πέρα αρχίζει η τύχη μου και ο Γολγοθάς μου, όμως»…

Χωρίς στέγη, χωρίς δουλειά, ένας βιασμός, ένα παιδί που εκείνη πάλεψε για να το κρατήσει στην ζωή

Η γυναίκα του αδελφού της δεν την θέλει, η αδελφή της είναι κι αυτή παντρεμένη, η θετή της μανά μένει με ένα σπίτι διαφορά απ τον πρώην σύζυγο της, που σα σατανισμένος χιμάει απάνω της όπου την βρει. Ζητά απ την φυσική της μάνα να πιάσουν ένα σπίτι μαζί και να πληρώνει η ίδια, η Κική. Η μάνα  της δείχνει τη πόρτα. Δεύτερη φορά διωγμένη, δωσμένη, προδομένη απ την ίδια της την μάνα η Αγγελική – Αθανασία. Στα 16 της, με ένα παιδί έντεκα μηνών, χωρισμένη, δεν έχει τόπο να σταθεί. Της παίρνουν το παιδί της. Πέφτει στα πόδια της κανονικής της μάνας για βοήθεια, να πάρει πίσω το μωρό, να χει ένα σπίτι για τους δικαστές. «Και μου είπε, εγώ θα παντρευτώ και θα φτιάξω τη ζωή μου, εσύ να πας να φτιάξεις τη δική σου»… από δω και πέρα ήτανε για μένα ο Γολγοθάς…». Ως και ένα κρεβάτι που της είχε κάνει δώρο η μάνα της όταν παντρεύτηκε, της το πήρε πίσω γιατί το θελε η ίδια, για τον δικό της γάμο! «Πληγώθηκα. Πληγώθηκα παρά πολύ» θυμάται εκείνο το κορίτσι, πριν Καίτη Γκρέυ. Υφαντουργεία, ελιές, εργοστάσια, σκληρές δουλειές. Και επιβίωση σε υπόγεια, υγρά, ποτισμένα τσιμέντα από υγρασία και μούχλα. Η Κική επιβιώνει. Μια θεία. Η Κική βρίσκει καταφύγιο σ αυτήν. Ένας αγαπητικός της θειας. Ένας βιασμός. Η Κικη μένει έγκυος. Η θεια την διώχνει απ το σπίτι. Η μάνα της η θετή την στέλνει στον Βόλο σε μια συγγενή της. Και πάλι η καλοσύνη των ξένων την παρηγορεί. Βρίσκει αγκαλιά, κατανόηση, στοργή, φροντίδα, ζεστασιά, στη μέση μια πολύτεκνης οικογένειας που ξέρει, έχει κάνει εξάσκηση στην αγάπη. Και της περισσεύει κιόλας. Με πέντε παιδιά η γυναίκα, κάθεται η ίδια νηστική για να ταΐσει την Κική. Και ένα βράδυ το παιδί γεννιέται πρόωρα. Χειρουργεία γιατροί, θερμοκοιτίδες, ουρλιαχτά, αρνήσεις γιατρών γιατί η κοπέλα δεν έχει λεφτά αλλά ούτε και χαρτιά για ταμείο απορίας. Το παιδί δεν θα ζήσει. Θα πεθάνει. Το αεροβαφτίζουνε Χρήστο. Η Κική, σφίγγει τα χείλη της και παίρνει όρο πως το παιδί της θα ζήσει. Θα ζήσει ότι κι αν λένε οι γιατροί. Με μπαμάκια, ορούς και θηλασμό, άμα βρει να φάει η μάνα του, παλεύει το μωρό. «Βγάλτου τα μπαμπάκια να πεθάνει αυτό μια ώρα αρχύτερα. Τι το κρατάς; Τι να το κάνει;» λέει ο πατέρας του παιδιού της όταν του ζητά βοήθεια. «Αισθάνθηκα μίσος, ναι, μίσος. Μίσος για αυτόν το  άνθρωπο» λέει η Καιτη Γκρέϋ το 1983 γιατί εκείνο το συναίσθημα της από μέσα της δεν έχει ξεχαστεί ποτέ.

Η προσωπική της Αγία της διπλανής πόρτας, ο χορός, το τραγούδι

Η Κική γυρνάει στην Αθήνα και ο πατέρας του παιδιού της της βρίσκει δουλειά σε ένα σκοπευτήριο. Μα στην θερμοκοιτίδα πρέπει να πληρώνει και της το βγάζουν έξω. «Εγώ λεφτά δεν έχω, άστο σε καμία πόρτα¨ της λέει ο πατέρας. «Εγώ είπα μέσα μου, θα πεθάνω μαζί με το παιδί μου, αλλά σε πόρτα δε θα τα αφήσω. Πήρα λοιπόν το παιδί στην αγκαλιά και τράβηξα για την Ακρόπολη, να πάω να πέσω με το παιδί μου, να σκοτωθώ. Όταν έφτασα απάνω στον βράχο, κάθισα σε μια πέτρα με το παιδί και αυτό έχει ανοίξει τα ματάκια του και με κοίταγε, και μίλαγα μόνη μου με το παιδί, του λεγα: εγώ παιδάκι μου, σε πόρτα δε σα αφήνω. Θα πεθάνω και εγώ μαζί σου». Την βρίσκει η αστυνομία. Απειλεί τον πατέρα να αναλάβει τις ευθύνες του. Αυτός κάνει πως μετανιώνει αλλά θέλει να την βγάλει στην πορνεία. Το παιδί έχει προβλήματα υγείας. Μέσα σ όλα αυτά η Κικη δουλεύοντας σε όποια δουλειά μπορεί, με παρακάλια αλλά και με την βοήθεια μιας γυναίκας που πάντα μνημονεύει και την έχει ως προσωπική της άγια, την Αγγελική Δούκα, προϊστάμενη του Ευαγγελισμού, σώζει το παιδάκι της. Και ξανά ξένοι άνθρωποι της παρέχουν στέγη και τροφή. Δουλεύει υπηρεσία και μετά τρέχει στο παιδί της στο νοσοκομείο. Και το σώζει. Και το βλέπει να παχαίνει. Και ορκίζεται πως ήταν το πιο όμορφο και πως οι νοσοκόμες το δείχνανε η μια στην άλλη σαν κουκλίτσα. Μετά την δουλειά σαν οικιακή βοηθός, η Κικιτσα, δουλεύει σε ζαχαροπλαστείο. Κάπου εκεί η ζωή δρομολογεί την τροχιά του αστεριού της. Ένα άλλο καφενείο που η Κικιτσα τρωει πάστα. Κάποιο ζευγάρι χορευτών που τους αρέσει η μικρή και της ζητά να πάει σε μια τουρνέ. Μετά η άδεια του επαγγέλματος.

Μετά η ανακάλυψη της δικής της φωνής της, τυχαία και η εμμονή της να τραγουδάει ελαφρά και ξένα κομμάτια, ενώ όλοι της φώναζαν πως τέτοια λαϊκή φωνή δεν έχει ξαναυπάρξει. Περιοδεία στα μπουλούκια σαν θεατρίνα και πείνα και επιστροφή στην Αθήνα. Και ο πρώτος δίσκος, η πρώτη επιτυχία στα ραδιόφωνα, κι άλλη κι άλλη και σουξέ. Ήτανε λέει η τραγουδίστρια που ξόδευε το λιγότερο κερί εγγραφής που χαράζονταν οι δίσκοι, στα στούντιο στης Κολούμπια και έβγαζε τα τραγούδια μια και έξω. Της είχανε αδυναμία όλοι. Την βάφτισαν πια Καίτη Γκρευ, αλλά όλοι την φώναζαν Κική. Ανακάλυπτε καλλιτέχνες, πίστευε στα νέα παιδιά, υποστήριζε κομμάτια που της άρεσαν. Έτσι έγινε και με το Βουνό. Η εταιρεία δεν το πίστευε. Και Τσιτσάνης και Βαμβακάρης και Παπαιωάννου και η λαϊκή ψυχή να φλέγεται στο άκουσμα της ανδρικής όλο ευαισθησίας γυναικεία όμως, φωνή της.

Οι έρωτες και η μάνα, η θετή μάνα εκείνη που «μόνο αυτή την πόνεσε»

Ο μεγάλος έρωτας με τον Καζαντζίδη. Χωρισμοί, επανενώσεις, προσφορά απ την Καίτη Γκρευ. Τα αηδόνια σμίγουν πάλι. Τίτλος που πέρασε στην ιστορία. Η Καίτη στις φυλακές του, η Καιτη στον στρατό, η Καιτη να του στέλνει χαρτζιλίκι, η Καίτη να σταματήσει την μάνα του απ το να ξενοπλένει. Η μάνα του δεν την ήθελε. Μια ιστορία πάθους, σχεδόν ροκ ενός έρωτα έξω από μέτρα ανθρώπινα και λογική. Η Μαρινέλα και η εκτίμηση της μιας για την άλλη. Ένας έρωτας μεγάλος με τον Κώστα Καρρά. Ένας άλλος με τον Νίκο Λαιμό. Και άλλος ένας μεγάλης δημοσιότητας με με τον Ανδρέα Μπάρκουλη. Και ο Καζανζίδης πάντα μπροστά στο δρόμο της, μέχρι το τέλος. Η Καίτη Γκρέυ, όμως, βάζει, πια, φωτιά σε αντρικούς πόθους. Οι ερωτικές της ιστορίες έχουν αρχή, μέση και τέλος σαν ταινία αμερικανική.

Ά! Επειδή είπα Αμερική, εκεί θα κάνει άλλον έναν γάμο και θα μείνει χήρα. Και πάλι ο Καζαντζίδης και πάντα ο Καζαντζίδης σαν κάρμα από προηγούμενες ζωές που πρέπει να λογαριαστεί και να αγιαστεί για να ξορκιστεί. Όμως είναι, όμορφη, είναι ταλαντούχος και είναι αυτό που η ίδια έγινε: η Καίτη Γκρέυ. Και η μανούλα της, ο θετός γονιός πάντα μαζί της. Ως το τέλος. «Τη μάνα μου την έχασα το 78 κι έμεινα μόνη στον κόσμο. Εγώ, μια γυναίκα, μόνη μου στον κόσμο. Δεν θα πάψω ποτέ να την αγαπώ. Η μάνα μου τούτη που πέθανε ήταν πραγματική μου μάνα. Μόνο αυτή με πόνεσε. Ευρύκλεια την λέγανε. Αυτή, η θετή μου μάνα, με έμαθε να ειναι τίμια, στον ίσιο δρόμο. Ήταν μόνη της. Δε μου λείψε τίποτα. Ήτανε μόνη της…»…

…και όταν θα κλαίω και πονώ, θα αναστενάζει το βουνό

Υπήρξε απ τις ωραιότερες γυναίκες της Ελλάδας. Τραγούδησε στα μεγαλύτερα κέντρα της Αμερικής, της Αυστραλίας, του Καναδά και της Γερμανίας. Γνώρισε τον Έλβις Πρίσλεϊ, τον Τζίμι Χέντριξ, τη Ρίτα Χέιγουορθ, τη Μαρία Κάλλας. Είναι πια 97 ετών. Πέρασε πολλά και τα πάλεψε όλα. Γιατί «…απάνω στο βουνό θα μείνω και από τον κόσμο μακριά και όταν θα κλαίω και πονώ, θα αναστενάζει το βουνό».