Γιώργος Πράτανος: «Η Εκκλησία θα πρέπει να ζητήσει συγγνώμη από τον Καζαντζάκη»

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

O Γιώργος Πράτανος είναι απ τη Θεσσαλονίκη, έχει δυο ακόμα αδέλφια, εκπληκτική μαγείρισσα μάνα και πατέρα με χιούμορ και τρυφερότητα. Είναι ΠΑΟΚ -τι άλλο;- πίνει πολλούς καφέδες, του αρέσουν οι ξανθές, λατρεύει τα παιδιά, καπνίζει και μπορεί όταν έχει κέφια, με τα αστεία του και το βλέμμα του στον κόσμο, να σε ρίξει απ τα γέλια στα πατώματα με δάκρυα στα μάτια και κομμένη απ τα γέλια ανάσα. Είναι ένας άνθρωπος γλυκός, δοτικός, αγωνιστής, τίμιος, με ηθικές αρχές και υψηλό αξιακό σύστημα. Είναι επίσης φίλος μου και φίλος όλης μου την οικογένειας! Έχοντας δουλέψει μαζί ήξερα πως γράφει πηγαία, όλο εικόνες και με κορυφώσεις που καθηλώνουν, χωρίς να τηρεί κανόνες, αλλά φτιάχνοντας δικούς του, που λειτουργούν σα το συγγραφικό του ένστικτο να είχε την σοφία τους από πάντα! Με το πρώτο του βιβλίο, το Ανεπιθύμητος Νεκρός, απ την εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ, δε με ξάφνιασε γιατί περίμενα μια δουλειά του αξιόλογη, αλλά με γέμισε περηφάνεια για την ευρηματικότητα του, την δημοσιογραφική του ακρίβεια, την πολύχρονη έρευνα που είχε καταβάλει αλλά και εκείνη την συγγραφική δυναμική, που φτιάχνει το διαχρονικό, το σπουδαίο, το μνημειώδες. Η συνέντευξη αυτή, άργησε να γίνει. Γιατί ένιωθα τόσο περήφανη, τόσο οικεία, τόσο καμάρι, που θα ταν σα να εκθειάζω τον αδελφό μου, ή ένα κομμάτι από μένα. Να που έγινε, για ένα βιβλίο, που είναι το πρώτο του, αλλά σηκώνει τον πήχη για τις επόμενες προσδοκίες μας. Γιώργο, πες μου, λοιπόν, παραβλέποντας τη συγκίνηση μου, ποια ήταν η ανάγκη για τη μοναχική αυτή, την επώδυνη διαδικασία της συγγραφής και πιο συγκεκριμένα…  

  …Ποια ήταν η ανάγκη που σε οδήγησε να γράψεις ένα μυθιστόρημα για τον Νίκο Καζαντζάκη και τα γεγονότα από τον θάνατο μέχρι την ταφή του;

«Μάλλον αυτή η αίσθηση της αδικίας προς έναν άνθρωπο που αγαπάς πολύ. Ένιωθα ένα -καζαντζακικό- καθήκον να φέρω στη δημόσια σφαίρα όσα ψιθυρίζονταν επί δεκαετίες, με κάποιον τρόπο θεωρούσα πως ξέπλυνα και τη δική μου ντροπή για όσα υπέστη στη ζωή του και τον θάνατό του από το Κράτος και την Εκκλησία. Ερευνώντας γεγονότα, μιλώντας με αυτόπτες μάρτυρες, επαληθεύοντας κάθε στοιχείο ενισχυόταν η πεποίθησή μου πως πρέπει να φέρω εις πέρας την έρευνα και τη συγγραφή με τη μεγαλύτερη εγκυρότητα και αξιοπρέπεια. Δεν επένδυσα σε δραματοποιημένα τρικ, δεν εφηύρα φαντασιακές κορυφώσεις, δεν μεταχειρίστηκα λεκτικές ακροβασίες για να εκβιάσω το συναίσθημα του αναγνώστη, το ντόρο, τις πωλήσεις… Ήταν η ανάγκη μου να γράψω μια μαύρη σελίδα της ιστορίας μας από την αγωνία μου να μην συμβεί σε κανέναν άλλον. Αν συνέβη στον μέγιστο Έλληνα του 20ου αιώνα, πόσο πιο εύκολο είναι να συμβεί κάτι ανάλογο στον απλό πολίτη της χώρας;».

Παρόλο που το μυθιστόρημα είναι τοποθετημένο στα γεγονότα των εννιά ημερών κατά τα οποία η σωρός του Καζαντζάκη παρέμενε άταφη, εν τούτοις, αισθάνομαι διαβάζοντας το βιβλίο πως η πρωταγωνίστρια είναι η Ελένη Καζαντζάκη, η σύζυγός του…

«Έχεις απόλυτο δίκιο. Η εξιστόρηση των γεγονότων που σημάδευσαν τη ζωή του Καζαντζάκη γίνεται μέσα από όσα μεταφέρει η Ελένη, μιας γυναίκας υπέροχης, γενναίας και προοδευτικής -ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα. Την παρακολουθούμε να βιώνει όλα αυτά τα στάδια της απώλειας του ανθρώπου, με τον οποίον πέρασαν μαζί 33 πολύ δύσκολα χρόνια, με πείνα, στερήσεις, ξενιτεμούς. Η πίστη της κλονίζεται κάποια στιγμή, η αντοχή της δοκιμάζεται καθώς η ασέβεια προς έναν νεκρό και οι προκλήσεις διαδέχονται η μία την άλλη, όμως η ηθική της, η αξιοπρέπειά της, τα ιδανικά με τα οποία πορευόταν σε όλη της τη ζωή είναι εκείνα που τελικά τη σώζουν. Η Ελένη καταρρίπτει το ρητό «Πίσω από ένα μεγάλο άντρα κρύβεται μια δυναμική γυναίκα», αφού εκείνη δεν κρυβόταν, ήταν στο πλάι του, ώμο με ώμο. Προχωρούσαν με κοινό βηματισμό, εκείνη ήταν η μάνατζέρ του, η γραμματέας του, η σύζυγός του, η σύμβουλός του, η νοσοκόμα του. Έκανε όσα θα έπρεπε να κάνουν τέσσερις με πέντε άνθρωποι για να παραμένει απερίσπαστος ο σύζυγός της. Αν δεν υπήρχε η Ελένη, εκείνος δεν θα έγραφε ποτέ μυθιστορήματα, αφού τα έβρισκε κουραστικά στη γραφή. Η ιστορία είναι γλυκιά και αξίζει να ειπωθεί: Κάθε βράδυ, για να αποκοιμηθεί, ο Καζαντζάκης της έλεγε ιστορίες από το Ηράκλειο και το ονόμαζαν «Οι Γειτόνοι». Τις ιστορίες αυτές τις είχε ακούσει από τη μητέρα του και τον πατέρα του. Κάποια στιγμή η Ελένη πρότεινε να της ηχογραφήσουν, για να τις γράψει μετά. Ο Καζαντζάκης στην αρχή δεν ήθελε, εν τέλει πείστηκε και το αποτέλεσμα ήταν να διαβάζουμε μέχρι σήμερα το Ο Βίος και η Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και τα άλλα μυθιστορήματα που ακολούθησαν και τον έκαναν γνωστό παγκοσμίως. Για να επανέλθω, η Ελένη θυσίασε μια δημοσιογραφική και συγγραφική καριέρα για να είναι δίπλα στον άνθρωπο που αγαπά. Θεωρώ πως δικαιώθηκε για την τολμηρή της απόφαση».

Ποιο είναι εκείνο που σε εξέπληξε πιο πολύ κατά τη συγγραφή;

«Θα μιλήσω για το πιο αρνητικό, γιατί δεν θέλω να προκαταλάβω έναν επίδοξο αναγνώστη με τις θετικές εκπλήξεις. Η ανάγκη κάποιων φανατικών παραθρησκευτικών να εκδικηθούν έναν νεκρό και η ανοχή της Ελληνικής Εκκλησίας, η οποία πριν είχε προσπάθησε αποτυχημένα να τον αφορίσει. Σκεφτείτε πως στον 8ο πΧ, ο Πρίαμος πηγαίνει και φιλάει το χέρι που σκότωσε τον γιο του, ικετεύοντας τον Αχιλλέα να του δώσει τη σωρό του Έκτορα για να λάβει όλες τις πρέπουσες ταφικές τιμές. Θυμηθείτε την Αντιγόνη, που αψηφά τη διαταγή του αδελφού της και βασιλιά της Θήβας, Κρέοντα, για να θάψει τον άλλο της αδελφό, Πολυνείκη. Η ταφή των νεκρών είναι η πιο ανθρώπινη και ιερή  πράξη. Και έρχεται η Εκκλησία της Ελλάδας, 2500 χρόνια μετά, να ζητήσει εκδίκηση. Θυμάμαι πως όταν συνάντησα τον μοναδικό ιερέα που έψαλλε στην κηδεία του Καζαντζάκη, τον παπά Σταύρο Καρπαθιωτάκη, τον ρώτησα «Παππούλη, τι σκεφτόσουν; Γιατί ρίσκαρες;» (ήταν στρατιωτικός ιερέας που δεν υπάκουσε στη διαταγή των ανωτέρων του να μην παρευρεθεί στην κηδεία και τιμωρήθηκε για αυτό), εκείνος μου απάντησε «Όλοι δικαιούνται ταφής. Δεν το χωράει το μυαλό μου να στερηθεί κανείς αυτού του δικαιώματος. Ακόμη και ένας ληστής, ένας δολοφόνος, όλοι δικαιούνται. Τι είχε κάνει ο Καζαντζάκης δηλαδή και δεν του άξιζε κάτι ανάλογο;». Βλέπουμε λοιπόν πως η Εκκλησία έχει πολλούς άξιους ιερωμένους που νοιάζονται όχι μόνο για το ποίμνιο τους, αλλά για όλους τους κατατρεγμένους και βασανισμένους (προσωπικά έχω γνωρίσει στην ενορία της ιδιαίτερης πατρίδας μου έναν παρόμοιο). Αυτή η σιωπηλή πλειοψηφία θα πρέπει να μιλήσει, να μην επιτρέπει να σπιλώνεται η τιμή της Εκκλησίας από τους φανατικούς και τους παραθρησκευτικούς.  Για αυτό το λόγο λοιπόν, θεωρώ, πως η Εκκλησία της Ελλάδος θα πρέπει να ζητήσει συγγνώμη, όχι μόνο από τον Καζαντζάκη, αλλά και από όλους όσους αδίκησε (Ο Ροΐδης, ο Λασκαράτος, ακόμη και ο Ελευθέριος Βενιζέλος αφορίστηκε). Ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης και της συγχώρησης. Αυτό διδάσκει, αυτό θα πρέπει να κάνουν και τα μέλη της. Από όσο ξέρω, αλάθητο διεκδικεί μόνο ο Πάπας. Άρα, πώς 63 χρόνια μετά δεν έχει ζητήσει ένα «συγγνώμη»;».

Εσύ πιστεύεις στον Θεό;

«Θέλω να πιστεύω στον Άνθρωπο. Οι δυνατότητές του είναι απεριόριστες, αρκεί να μετριάσει τις αδυναμίες του. Το ζητούμενο άλλωστε είναι να ξεπερνάει τα όριά του. Αυτό δεν είναι θεϊκό;».

Ο Φρέντυ Γερμανός πώς προέκυψε ως ήρωας του βιβλίου;

«Είχα γράψει, ήδη, το πρώτο κεφάλαιο, με το χαμό του Καζαντζάκη στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Φράιμπουργκ και τις πρώτες αντιδράσεις της Ελένης και στο δεύτερο κεφάλαιο θα έπρεπε να δώσω τον τόνο στην Αθήνα. Έψαχνα επί περίπου μια εβδομάδα έναν ήρωα μέσω του οποίου θα προχωράει η διήγηση. Ο Φρέντυ Γερμανός μου ήρθε ως επιφοίτηση, ξημερώματα και ο ενθουσιασμός μου ήταν τέτοιος που χοροπηδούσα σαν μουγγό κατσίκι, γιατί δεν έπρεπε να ξυπνήσω τον κόσμο. Εκείνες οι ημέρες του Οκτωβρίου του 1957 είναι πολύ ιδιαίτερες και για τον Φρέντυ. Ενώ γράφει τη στήλη των Φαρμακείων, ο αρχισυντάκτης του του αναθέτει τη συνέντευξη με την Τζέιν Μάνσφιλντ που καταφτάνει στην Ελλάδα και στη συνέχεια, του ανατίθεται το ρεπορτάζ των ονείρων του, να καλύψει την κηδεία του Καζαντζάκη στο Ηράκλειο. Το πνεύμα, η οξύνοιά του, το χιούμορ του είναι διάσπαρτα όπου κι αν συναντήσεις το όνομά του. Ο Φρέντυ Γερμανός λείπει πολύ στις ημέρες μας, το ταλέντο του, η πένα του, το δημοσιογραφικό του εκτόπισμα, το κύρος που χτίστηκε ρεπορτάζ με το ρεπορτάζ… Δυστυχώς δεν βρέθηκε κάποιος διάδοχός του, αλλά είναι πάντοτε εδώ μέσα από τα βιβλία του. Αξίζει να τονίσω πως πολύ πριν εκδοθεί το βιβλίο, έστειλα το προσχέδιο στην κόρη του, τη Ναταλία Γερμανού, για να το διαβάσει και να μου δώσει την έγκρισή της. Χάρηκα πολύ όταν μου έδωσε την «ευχή» της».

Πώς βίωσες την πανδημία του COVID-19 και την καραντίνα;

«Προσπάθησα να έχω ακμαίο ηθικό και να το εμψυχώνω την οικογένειά μου και τους φίλους μου. Ήταν μια δύσκολη συγκυρία καθώς το πατρικό μου είναι στη Θεσσαλονίκη, στον Τρίλοφο συγκεκριμένα, και εγώ είμαι στην Αθήνα. Οπότε το Πάσχα το γιορτάσαμε με βιντεοκλήση, ενώ στη γιορτή μου τους έβαζα τραγούδια από το τηλέφωνο. Αλλά υπάρχει μεταξύ μας πολλή αγάπη, οπότε το περάσαμε όσο πιο ανέφελα γινόταν. Διάβασα αρκετά βιβλία (Τα Λύτρα του Πάνου Αμυρά, Αμαρόκ του Βαγγέλη Γιαννίση, Καλή Κοινωνία Amor Towles, τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση), παρακολούθησα το νέο κύκλο σειρών όπως το Homeland, το Casa de Papel, είδα ντοκιμαντέρ και ξεκίνησα κάποια σεμινάρια στο Καποδιστριακό -κάνουν εκπληκτική δουλειά στο e-Learning. Παράλληλα, ξεκίνησα τη συγγραφή ενός νέου μυθιστορήματος, που δεν θα έχει καμία σχέση με τον Ανεπιθύμητο Νεκρό. Θα καταπιάνεται με τις σχέσεις ανδρών – γυναικών, τις ακλόνητες πεποιθήσεις που συνθλίβονται καθώς η ζωή προχωράει, τα πάθη και το κυνήγι του πλουτισμού».

Είσαι αισιόδοξος;

«Θεωρώ πως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η ανθρωπότητα θα το ξεπεράσει, αλλά σίγουρα θα βγει ακρωτηριασμένη. Δεν αναφέρομαι μόνο για τους νεκρούς εξαιτίας του COVID-19, αλλά και στις ανισότητες μεταξύ πλουσίων και φτωχών που διογκώνονται -ήταν το cover story του προηγούμενου τεύχους του New Yorker και τα στοιχεία είναι σοκαριστικά. Διάβασα, επίσης, τη φαιδρότητα του Ράμφου που χαρακτήριζε «ευλογία» τον κορωνοϊό και έφριξα, δεν μπήκα καν στον κόπο να το διαβάσω. Αν χρειαστεί να χάνουμε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων, γονείς, αδέλφια, συγγενείς, φίλους, για να αλλάξουμε μυαλά, σημαίνει πως είμαστε άξιοι της κατάντιας μας. Το καμπανάκι χτυπούσε, αλλά εμείς κωφεύαμε, υπερήφανοι που έχουμε υιοθετήσει ένα life style, το οποίο αλλοιώνει τη φύση των πραγμάτων και των μηχανισμών, τη λειτουργία του ίδιου του πλανήτη επί της ουσίας. Δεν θεωρώ πως η φύση μας εκδικείται, το αντίθετο, η φύση προσπαθεί να επιβιώσει από τα δεινά που της έχουμε επιφέρει εμείς. Αν για να το επιτύχει θα χρειαστεί να μας σκοτώσει, τότε αυτό θα γίνει. Οπότε ελπίζω αυτή να είναι η τελευταία κατάρα που πέφτει στα κεφάλια μας».

ΑΜΗΝ!