Αντίο γιαγιά Μαλίκα ή ένα θλιμμένο ρέκβιεμ για τους καθημερινούς ήρωες μας

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

Τα δημόσια πρόσωπα περνούν πάντα μέσα από ωραίους τίτλους. Ήταν ο τάδε, που κατάφερε να κάνει αυτό. Ήταν η τάδε, που σπούδασε βρήκε αυτό. Ήταν ο τάδε, που είχε τόσα πτυχία, τόσα μεταπτυχιακά, τόσες περγαμηνές. Ήταν ο δείνα, που είχε εκλεγεί αυτό, είχε κάνει εκείνο, είχε κάνει το άλλο. Είναι ο τάδε, που ανήκει στους δέκα πλουσιότερους του πλανήτη.  Δεν θ΄ αναφερθώ λοιπόν σ΄ αυτούς σήμερα. Δεν θα αναφερθώ σε αυτούς, που έχουν μάτσο τα πτυχία, αλλά μπορούν να ρίχνουν απαξιωτικά βλέμματα. Δεν θ΄ αναφερθώ σ΄αυτούς, που έχουν πολλούς υφισταμένους, που τρώνε σε πολυτελή εστιατόρια, που φιγουράρουν στα περιοδικά αλλά μπορεί να τα παίρνουν κάτω από το τραπέζι. Δεν θα αναφερθώ σ’ αυτούς, που κατάφεραν να έχουν μεγάλα σπίτια και πολλά λεφτά και ωραία αυτοκίνητα. Δεν θα αναφερθώ σε αυτούς, που κέρδισαν μία θέση στο δημόσιο βίο με το σπαθί τους ή γιατί κάποιοι τους έσπρωξαν. Θ΄ αναφερθώ στους μικρούς ήρωες δίπλα μας. Σ΄ αυτούς, που δεν έχουν μεγάλο όνομα, γιατί φτάνει το μικρό. Φτάνει για να χτίσουν έναν όμορφο κόσμο αλλά μπορούν να δημιουργούν ωραία περιβάλλοντα για όλους.  Θ΄ αναφερθώ στη «γιαγιά Μαλίκα», όπως την έλεγε το δικό μου παιδί, που έφυγε τη Μεγάλη Τετάρτη. Έναν άνθρωπο, γλυκό, χωρίς καθωσπρεπισμούς, χωρίς σοβαροφάνεια, ευγενικό, καλοσυνάτο. Για τη «γιαγιά Μαλίκα», λοιπόν, τη φίλη της μάνας μου, που έγιναν φίλες,  από  δική μου παιδική φίλη, την κόρη της, και είχε τόση καλοσύνη, όση ολάκερη η Λήμνος, το νησί της. Τη γιαγιά Μαλίκα, που μεγάλωσε τρία παιδιά, σχεδόν μόνη, με τη βοήθεια μόνο της οικογένειάς της. Τη γιαγιά Μαλίκα, που ήταν από τις πιο όμορφες γυναίκες στα νιάτα της και ο σύζυγος ήταν ναυτικός κι εκείνη έτρεχε να πάρει γράμμα του και να διεκπεραιώσει όλες τις δουλειές, ενώ εκείνος έλειπε. Που κρατούσε τη θέση της, για να μη γυρίσει κάποιος να της πει ότι διασταύρωσε το βλέμμα της μ’ άλλον άντρα. Αυτή, τη δική μας «γιαγιά – Μαλίκα», που όταν έπεσαν μπόρες και βροχές στο σπιτικό μας ήταν πάντα δίπλα μας, με την καλοσύνη της και την ανθρωπιά της με τον καλό της λόγο, για όλους.

Η γιαγιά Μαλίκα, που πρόλαβε να δει παιδιά κι εγγόνια, είχε μεγάλη αγάπη μέσα της για όλον τον κόσμο. Νοικοκυρά, τρυφερή μάνα, μεγάλωσε τρία παιδιά, τα οποία έγιναν επιστήμονες και χρήσιμοι άνθρωποι στην κοινωνία. Δεν θα της απονείμει κάποιος το Χρυσό Μετάλλιο της πόλης. Δεν θα γραφτούν πρωτοσέλιδα για χατίρι της. Δεν θα σκίσουν κάποιοι τα ιμάτιά τους για το πόσο καλά την ήξεραν. Δεν θα επιχειρήσουν να πάρουν κάποιοι από την αίγλη της. Μα, το πρόβλημα δεν είναι τα πολλά πτυχία, τα πολλά μεταπτυχιακά, οι απίθανες περγαμηνές. Είναι πως σ΄ αυτόν τον κόσμο, λείπουν οι Μαρίκες. Γεμίσαμε στελέχη, γεμίσαμε πηγαίους τίτλους, γεμίσαμε κατεβατά από βιογραφικά. Μα, λείπουν αυτές οι χιλιάδες Μαρίκες, που κάνουν πέρα τη δική τους ζωή, για ν΄ απολαύσουν οι άλλοι τη δική τους. Αυτές οι μεγάλες και μικρές Μαρίκες με τα όμορφα πράσινα μάτια, που κοιτάζουν γονείς, αδερφό, παιδιά, εγγόνια, δεν βαρυγκωμούν, κι έχουν πάντα έναν καλό λόγο να πουν.  Αυτές οι μικρές και μεγάλες γλυκές Μαρίκες που πάντα θα λένε τη γνώμη τους, με αγάπη, και χωρίς να προσπαθούν να την επιβάλλουν, που θα στενοχωριούνται, αν οι δικοί τους δεν είναι καλά, που θα ανοίγουν την αγκαλιά τους σε κάθε άνθρωπο, που έχει την ανάγκη τους. Αντίο, γλυκιά μου Μαρικούλα. Δεν ήσουν μόνο μία αδελφική φίλη της μάνας μου. Ήσουν ένας δικός μας άνθρωπος. Ας είναι ελαφρύ το χώμα, που σε σκεπάζει. Ένας άγγελος στη γη, λιγότερος…

Στο κείμενο οι εικόνες είναι από λεπτομέρειες έργων της σπουδαίας Αμερικανίδας ζωγράφου Mary Cassat, που ύμνησε την τρυφερότητα και την στοργή μεταξύ μάνας και παιδιού.