Αμρίτα Σιρ Τζιλ: Η θρυλική Ινδική εκδοχή της Φρίδα Κάλο, με το μυστηριώδες τέλος

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Tολμηρά βαμμένα κατακόκκινα χείλη σε μελαχρινό έντονο πρόσωπο. Τοξωτά, σκούρα, αινιγματικά φρύδια. Μαλλιά πλεγμένα σε σφιχτό αυστηρό κότσο. Η νεαρή γυναίκα, θυμίζει τόσο Φρίδα Κάλο, όπως ποζάρει, όλο δύναμη και κρυφή λαγνεία στον φακό του φωτογράφου και εραστή της. Είναι επίσης ζωγράφος σαν την Κάλο! Και θέλει να βρεθεί στον Παρνασσό της τέχνης και της μοναδικότητας, σαν την Μεξικάνα, διάσημη ομότεχνη της. Αυτή, η μελαχροινή, ιδιαίτερη γυναίκα είναι η Αμρίτα Σιρ Τζιλ, η απάντηση της Ινδίας στη δημιουργική, παγκόσμια δόνηση της Φρίδα, που έφερε τον Μοντερνισμό στην τεράστια, εξωτική, αυτή χώρα. Όχι, όχι! Δεν θέλουμε -αν και μας προκαλούν αυτά τα φρύδια και αυτή η μελαχροινή ένταση- να κάνουμε  συγκρίσεις με τη Φρίδα, για να μειώσουμε την καλλιτεχνική δυναμική μοναδικότητα της Αμρίτα, μιας και το ταλέντο της πρώτης είναι σα λεπίδι στο σώμα όποιου κοιτά τα έργα της, αλλά για να μιλήσουμε για αυτή την αδελφότητα απελευθερωμένων γυναικών της τέχνης, που φέραν τον κόσμο στα μέτρα τους και στο δικό τους πάθος για ελευθερία και αντί συμβατικότητα…

Άθεη, ετών 9!

Η Αμρίτα γεννήθηκε στη Βουδαπέστη, μεγάλωσε στην Ουγγαρία και στη Σχιμά της Ινδίας, η μισή διαμορφωμένη από την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία και η υπόλοιπη από την  τότε Βρετανική Ινδία, στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται το Πακιστάν. Η μητέρα της, υπήρξε μια σπουδαία τραγουδίστρια της όπερας της Ουγγαρίας, με το όνομα Μαρία Αντουανέτα και τίποτα λιγότερο! Η ντίβα σε διακοπές στην Ινδία, με την φίλη της, πριγκίπισσα Μπάμπα Σούθερλαντ, συνάντησε και ερωτεύτηκε τον αριστοκράτη και περίκομψο Σίκχ Μπουτζαμπάι, παντρευτήκαν και απέκτησαν δυο κορίτσια. Η μία ήταν η Αμρίτα! Μεγάλωσε σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, μιλώντας αγγλικά, γαλλικά, ινδικά και ουγγρικά και ζώντας την μια εποχή στην Νότια Ασία  και την επόμενη, στην Κεντρική Ευρώπη. Οι γονείς της έχουν επιλέξει να είναι εσωτερική σε αυστηρό καθολικό σχολείο θηλέων για κόρες καλών οικογενειών. Εκεί, όλο έπαρση και αυτοπεποίθηση η 9χρονη Αμρίτα, δήλωσε ευθαρσώς στις καλογριές – δασκάλες, πως είναι άθεη! Φυσικά αποβλήθηκε, αλλά αυτός ήταν ο στόχος της!

Ουγγαρέζα και Ινδή, μεγαλωμένη μες στο πλούτο, όπου οι τέχνες και οι ιδέες είχαν μονάχα σημασία

Η οικογένεια της, δεν μάλωσε την Αμρίτα για την αποβολή, απ την στιγμή που βασίζονταν σε ιδεολογικούς λόγους. Οι ιδέες, οι τέχνες, η μόρφωση ήταν η καθημερινότητα της οικογένειας, με την μητέρας να ασχολείται με τους ανθρώπους και τον κόσμο της μουσικής και τον πατέρα να είναι ένα πραγματικό ταλέντο, στη φωτογραφία, την οποία ασκούσε καλλιτεχνικά και ερασιτεχνικά, αλλά πολύ συστηματικά. Η φλογερή Αμρίτα είναι συνήθως το μοντέλο του και μαζί συμμερίζονται τη λατρεία για την εικόνα και την έκφραση μέσα απ αυτή.

Μια παράλληλη ζωή με αυτή της Φρίδα Κάλο, αλλά με διαφορετικές αφετηρίες

Και μιας και το αναφέραμε στην αρχή, να μια από τις μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ της Φρίδα και της Αμρίτα: η δεύτερη γεννήθηκε και μεγάλωσε σα πριγκίπισσα μέσα σε ένα πλουσιοπάροχο περιβάλλον, σα σε χρυσό σαλόνι. Η Φρίδα, από την άλλη, με πατέρα φωτογράφο και εκείνη, Γερμανό, που ερωτεύτηκε Μεξικάνα, μεγάλωσε έχοντας επίγνωση πως οι γονείς πάλευαν να τα βγάλουν πέρα και να πληρώνουν ιατρικούς λογαριασμούς, συνέχεια. Η Φρίδα έμαθε τα πάντα μόνη της και εικονογραφούσε ιατρικά βιβλία, για να μπορέσει να εξοικονομήσει χρήματα να κάνει μαθήματα σχεδίου. Η Αμρίτα, είχε τους καλύτερους δασκάλους από Ασία και Ευρώπη, όλα τα υλικά και τα πιο σπάνια, ακόμα, που επιθυμούσε, πρόσβαση σε καλλιτεχνικές εξελίξεις, συμμετοχή σε μεγάλες δράσεις, φωτογραφικές μηχανές, σκοτεινούς θαλάμους και τα υλικά οφέλη που η βρετανική αποικιοκρατία προσέφερε στα ανώτερα κλιμάκια της ελίτ της κοινωνίας.

Παρά τις ταξικές τους διαφορές, και οι δύο γυναίκες ενστερνίστηκαν με πάθος τον κομμουνισμό και στην τέχνη τους θέλησαν να ενσωματώσουν τα λαϊκά στοιχεία των εθνικών τους καταβολών ως καλλιτεχνική κληρονομιά. Η Αμρίτα, μάλιστα, χαρακτηρίστηκε από τον τύπο της εποχής, ως «κομμουνίστρια λύκαινα σε βρετανική προβιά». Είχε και μια σύντομη αλλά παθιασμένη σχέση με τον δημοσιογράφο Thomas Malcolm Muggeridge, στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας, ο οποίος αργότερα δήλωσε ότι «το καλύτερο που συνέβη σε μένα αλλά και στο κράτος μου ήταν η συνεργασία με την Αμρίτα». Όπως η Φρίδα βαρέθηκε σύντομα τον πληκτικό Τρότσκι, έτσι και η Αμρίτα, νωρίς κουράστηκε απ τον παθιασμένο, Εγγλέζο σύντροφο.

Λάμποντας στο Παρίσι

Για την οικογένεια όμως, ήταν δεδομένο πως Αμρίτα προορίζονταν για κάτι μεγάλο στις τέχνες, έτσι μοιραία την έστειλαν, στα 16 της, να μελετήσει ζωγραφική στο Παρίσι. Σπουδάζει στην Ecole des Beaux-Arts γνωρίζοντας συναρπαστικούς ανθρώπους, εικαστικά κινήματα, νέες τεχνικές, άλλες ιδέες, καινούργιες εμπειρίες. Είναι ελεύθερη, πολύ νέα και γεμάτη πάθος για ζωή. Αρχίζει να πειραματίζεται, στο χρώμα, στην τεχνική, την τεχνοτροπία και τον έρωτα!

Μια από τις πρώτες ερωτικές της σχέσεις, είναι με την συμφοιτήτρια της Μαρί Λουίζ Χασανί. Η Αμρίτα συνήθιζε να κάνει πορτρέτα για την προσωπική της συλλογή, όλο ένταση στους εραστές της για  και στις ερωμένες της και η Μαρία Λουίζ είναι μοντέλο σε τρία απ αυτά, όλα τους φημισμένα και γνωστά.

Ο Γαλλικός θρίαμβος

Αλλά ας μιλήσουμε για τέχνη. Η Αμρίτα ψάχνει, δανείζεται, δοκιμάζει χωρίς να βρίσκει το προσωπικό της στιλ, στο Παρίσι. Πότε είναι επηρεασμένη από τον Σεζάν, άλλοτε από τον Πικάσο και πιο πολύ απ όλους από τον Πολ Γκογκέν στα πορτρέτα της και στις εικόνες απ σκηνές της δημόσιας ζωής στο Παρίσι. Δεν έχει τον σουρεαλισμό, την απόκοσμη αίσθηση, τα αλλόκοτα, υποβλητικά, κάποτε splatter θέματα της Φρίδα. Κάπου, κάπου όμως, μια υπόγεια σκοτεινιά μοιάζει έτοιμη να ξεσπάσει και να καταπιεί κάθε θέμα του υπόλοιπου έργου της. Παρ όλα αυτά είναι η καλύτερη στο έτος της στην Beaux-Arts και το έργο της Young Girls κέρδισε το χρυσό μετάλλιο της σχολής, με έπαθλο την συνεργασία στην κορυφαία γκαλερί Grand Salon του Παρισιού. Από μόνο του γεγονός πως αυτή η αίθουσα άνοιξε διάπλατα μπρος στα καλλίγραμμα σκουρόχρωμα πόδια της Αμρίτα, είναι θρίαμβος για όποιον καλλιτέχνη, σε κάθε ηλικία, πόσο περισσότερο αν υπολογιστεί δική της νεότητα, το φύλο και το εθνικό της υπόβαθρο.

«Η Ευρώπη ανήκει στον Πικάσο, ή στον Ματίς! Η Ινδία, όμως, ανήκει μόνο σε μένα»

Η Αμρίτα λάτρεψε το Παρίσι και την λάτρεψε κι αυτό. Κάποια στιγμή ειλικρίνειας ένας από τους δασκάλους της, της πρότεινε να γυρίσει πίσω στην αγαπημένη της Ινδία, όπου θα μπορούσε να ζωγραφίσει θέματα από τον πολιτισμό της και να καταλάβει τη θέση που άξιζε στο ταλέντο της και να αναδείξει την λαϊκή αισθητική της Ινδίας. Της φάνηκε η πρόταση όχι συμβουλή καριέρας αλλά μια ξενοφοβική υποτίμηση της δουλειάς της. Παρ όλα αυτά, όταν το σκέφτηκε καλύτερα, κατέληξε πως «ναι, μπορώ να ζωγραφίζω μόνο στην Ινδία. Η Ευρώπη ανήκει στον Πικάσο, τον Ματίς, στον Μπράκε. Η Ινδία, όμως,  ανήκει μόνο σε μένα “. Το 1934 επέστρεψε σπίτι…

Το θρυλικό ρομάντζο με τον Τζαβαχάρ-λαλ Νεχρού

Η Αμρίτα γυρνώντας στην Ινδία, περιπλανιέται στη αχανή χώρα, συναναστρέφεται τον λαό και όχι τους ταξικούς της φίλους και περνά στην «Ινδική» της περίοδο, οπού δημιουργεί μια σειρά έργων σημαντικών, έχοντας πράγματι, βρει τον καλλιτεχνικό της εαυτό, με επίκεντρο την Ινδή γυναίκα. Γινεται μια σταρ, τόσο δημοφιλής, που ο τύπος της εποχής ασχολείται καθημερινά σχεδόν μαζί της.

Κάποτε μαθεύεται η ρομαντική σχέση της, με τον Τζαβαχάρ-λαλ Νεχρού, που θα γινόταν ο πρώτος πρωθυπουργός της ανεξάρτητης Ινδίας, ο επονομαζόμενος «Παντίτ», δηλαδή «μορφωμένος». Συνεργάτης του Μαχάτμα Γκάντι, ήγετης του Κινήματος των Αδεσμεύτων, αργότερα πατέρας της Ίντιρα Γκάντι και παππούς του Ρατζίβ Γκάντι, θεωρείται ο αρχιτέκτονας της σύγχρονης Ινδίας και επιπλέον ήταν πολύ ωραίος άνδρας. Εκείνος, ταξίδευε σε όλη την Ινδία, προκειμένου να τη συναντήσει, έστω για λίγο, παραβρισκόταν σε όλες τις εκθέσεις της, επέμενε οι πίνακες της να χρησιμοποιηθούν, εμβληματικά, ως σύμβολα για τη νέα Ινδία και την ανασυγκρότηση της. Υπήρχε σ αυτήν την τόσο ταιριαστή σχέση ανάμεσα σ ανθρώπους που είχαν πάθος με την Ινδία και την ελευθερία, ένα προβληματάκι! Η Αμρίτα ήταν ήδη, παντρεμένη.

Ο σύζυγος της, που τον γνώριζε απ τα παιδικά της χρόνια στην Ουγγαρία, ο Βίκτορ Εγκαν, ήταν γιατρός και αριστοκράτης, επίλεκτο μέλος της μεγαλοαστικής Ινδίας και ζήλεψε παθολογικά αυτή τη σχέση. Επίσης, μισούσε το ελεύθερο και ερωτικά καθολου αφοσιωμένο, πνεύμα της Αμρίτα. Η οικογένεια της, την απομάκρυνε, με κάθε τρόπο απ τον Νεχρού και -δυστυχώς!- έκαψε την ογκώδη αλληλογραφία της με τον Παντίτ, ενώ ένα πορτρέτο του, απ αυτά που όπως είπαμε, συνήθιζε να φυλάει στη συλλογή της, με τους εραστές και τις ερωμένες της, εξαφανίστηκε δια παντός και ως δια βίαιης μαγείας.

Το δραματικό, μυστηριώδες τέλος

Ο Βίκτορ αποφασίζει να απομακρύνει την γυναικά του απ τον Νεχρού και μετακομίζουν για την Λαχόρη, που σήμερα βρίσκεται στο Πακιστάν και τότε ήταν η πιο ζωηρή καλλιτεχνικά ζωντανή πόλη Ινδίας. Έζησαν σε εξαίσιο Ινδικό παλάτι, στην 23 Ganga Ram Mansions, που ονομαζοταν «The Mall», ένα τεράστιο και υπέρκομψο μέγαρο, σαν αυτά των παραμυθιών με μαχαραγιάδες και αγαπημένες, εξωτικές πριγκίπισσες. Τα προσωπικά διαμερίσματα και το στούντιο της Αμρίτα βρισκόταν στον τελευταίο όροφο απ όπου έβλεπε, όλη την γεμάτη ζωντάνια πόλη και απολάμβανε το φως της, όλες της ώρες. Και αυτή, η πόλη, υποκλινόταν κάθε πρωί, στην άτυπη βασίλισσα της, την Αμρίτα την αιώνια ερωτευμένη πάνω απ όλα με την Ινδία. Ώσπου, ξαφνικά η ωραία καλλιτέχνιδα, η κοσμογυρισμένη, η ταλαντούχος, η μορφωμένη, η αγαπημένη, η γεμάτη πάθος και όρεξη για ζωή, αρρώστησε, τόσο πολύ που έπεσε σε κώμα, απ το οποίο δε ξύπνησε ποτέ. Λίγες μέρες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1941, η Αμρίτα, πέθανε αφήνοντας τους αγαπημένους της αλλά και μια χώρα απαρηγόρητη. Ήταν 28 ετών…

Οι υποψίες για τον ζηλιάρη σύζυγο γιατρό με την πρόσβαση στα δηλητήρια

Μέχρι σήμερα, υπάρχουν πολλές θεωρίες για το ξαφνικό και για αυτό τόσο άγριο τέλος της Αμρίτα. Η μυστηριώδης ασθένεια και ο σκανδαλωδώς αιφνίδιος θάνατος μιας νέας, υγιούς γυναίκας, γέμισε με υποψίες τόσο τους θαυμαστές της, όσο και την οικογένεια της. Η ίδια η μητέρα της, γνωρίζοντας την αντισυμβατική φύση και το ελεύθερο πνεύμα της κόρης, που συνέχισε και μετά τον Νεχρού να έχει σχέσεις, εκτός γάμου, χωρίς καν να το κρύβει, πίστευε με πάθος, πως ο ζηλόφθονος Βίκτορ, που ως γιατρός είχε πρόσβαση σε λογιών επικίνδυνα και μη ανιχνεύσιμα σκευάσματα, σκότωσε την κόρη της. Ποτέ δεν ερευνήθηκε πραγματικά, τι ήταν αυτό που έκανε την Αμρίτα να πεθάνει τόσο, μα τόσο νωρίς και χωρίς να έχει κανένα πρόβλημα υγείας.  

Πάνω απ όλα, για πάντα, πέρα και απ την ίδια την αιωνιότητα, η Ινδία

Η Αμρίτα, αν και πέθανε τόσο νέα, πρόλαβε και άφησε πίσω της μια πολιτισμική κληρονομιά περίπου 200 ζωγραφικών έργων, που τα περισσότερα εκτίθενται στη γκαλερί σύγχρονης τέχνης στο Νέο Δελχί. Το τελευταίο της, έργο έγινε, όταν κοίταζε από το μπαλκόνι της στη Λαχόρη έναν κτηνοτρόφο με τα βουβάλια και στου ενός το ρύγχος καθόταν, ήσυχο, ένα κοράκι. Ήταν μια συνηθισμένη εικόνα της καθημερινότητας με μια απρόβλεπτη λεπτομέρεια και μια έκρηξη αγάπης για τον κόσμο της Ινδίας. Ήταν η τέλεια, αν και τραγική, τρυφερή της εκμυστήρευση αγάπης προς τη χώρα που λάτρευε. Την λάτρεψε και η ίδια η Ινδία! Και την έκανε θρύλο της!