«Αν πιστεύουμε πως ο Θεός ή ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν παρόντες στη σύλληψη του Ιησού, τότε νομίζω πως μπορούμε να πιστεύουμε ότι ο Διάβολος ήταν παρών στη σύλληψη του Αδόλφου Χίτλερ», έλεγε σε συνεντεύξεις για το τελευταίο του βιβλίο, το «Κάστρο στο δάσος», ο Νόρμαν Μέιλερ, που καταπιάνονταν με την ιστορία του Αδόλφου Χίτλερ στα παιδικά του χρόνια. Η μεταφυσική ήταν για αυτόν μια εξήγηση, εκεί που «ακόμη και ο Φρόυντ θα δυσκολευόταν για να εξηγήσει τι ήταν ακριβώς ο ναζισμός». Και ναι! Σκόρπισε όλεθρο, οδύνη και θάνατο. Και όμως, αγαπήθηκε από εκείνες που είναι η ίδια η ζωή, η γέννα, η συνέχεια. Οι γυναίκες, από τη μάνα του, ως την τελευταία του ερωμένη και σύζυγο του για το τελευταίο, μόλις 24ωρο της ζωής τους, γοητεύτηκαν και ούτε λίγο, ούτε πολύ, πέθαναν απ’ την αγάπη τους για αυτόν ή κάποιες και απ΄ αυτόν. Ωραίες στα όρια της τελειότητας, αφοσιωμένες, πειθήνιες, στις υπηρεσίες του, με σκοπό να τον φροντίζουν, να είναι πάντα έτοιμες για εκείνον, αυτοχειρικές χάνοντας την εύνοια του, χωρίς ελευθερίες, «άριες» οδαλίσκες που σα να κοίταξαν βιβλικό δαίμονα κατάματα και να βυθίστηκαν στην κόλαση του…

Λένι Ρίφενσταλ: η μεγαλοφυής φίλη, η οπαδός, η ταλαντούχος σύμμαχος της ναζιστικής προπαγάνδας
«…..Μου φάνηκε ότι η επιφάνεια της Γης κινήθηκε όλη, μπροστά στα μάτια μου, σαν να είχε κοπεί στη μέση, βγάζοντας έναν πίδακα νερού, τόσο ισχυρό που άγγιζε τον ουρανό και τράνταζε τη Γη Είχα παραλύσει πραγματικά…». Έτσι περιγράφει η Λένι Ρίφενσταλ την πρώτη φορά, που άκουσε τον Χίτλερ σε ομιλία του. Ήταν 30 χρονών, σαγηνευμένη και θεώρησε πως μια μεσσιανική Αποκάλυψη είχε γεννηθεί και εκείνη ήταν μάρτυρας της. Μεγαλωμένη σε μια εργατική οικογένεια, με μια μάνα που είχε όνειρο να την δει σταρ και έναν πατέρα που την ήθελε έμπορο. Έγινε χορεύτρια, ηθοποιός, δεινή σκιέρ, φωτογράφος, σκηνοθέτης, με τεράστιο ταλέντο αλλά και προσωπικά θηρία εντός της! Το Μάιο του 1932 η Ρίφενσταλ συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Αδόλφο Χίτλερ, που είχε εντυπωσιαστεί από τη σκηνή της ταινίας «Der Blaue Licht», «Το Γαλάζιο φώς», στην οποία η Λένι χορεύει πάνω από τη θάλασσα. Η ταινία είχε διανεμηθεί σε όλο τον κόσμο, όμως έγινε δεκτή με δυσμένεια, γεγονός που η Λένι απέδωσε στις υποκινούμενες από Εβραίους κριτικές. Αν και έλαβε πρόσκληση να εργαστεί στο Χόλυγουντ επέλεξε να παραμείνει στη Γερμανία. Η Ρίφενσταλ στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «SOS Παγόβουνο», τα οποία έγιναν στη Γροιλανδία, αφοσιώθηκε στην ανάγνωση του βιβλίου «Ο Αγών μου», μελετώντας τα με σημειώσεις και αποστήθιση εδαφίων. «…Το βιβλίο αυτό μου έκανε τεράστια εντύπωση. Έγινα ένα συνειδητοποιημένο μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, μόλις διάβασα την πρώτη του σελίδα…», παραδέχτηκε αργότερα. Ο Αδόλφος Χίτλερ όταν ανέλαβε την εξουσία, ανέθεσε στην Ρίφενσταλ τη δημιουργία της πρώτης ταινίας προπαγάνδας. Το 1935 γύρισε το διάρκειας 18 λεπτών ντοκιμαντέρ «Η ημέρα της ελευθερίας: Η Βέρμαχτ μας», με την ευκαιρία του 7ου Συνεδρίου του Κόμματος. Το 1936 επισκέφθηκε την Ελλάδα για να φωτογραφήσει και να κινηματογραφήσει την τελετή στην Αρχαία Ολυμπία και στο έργο της τη βοήθησε η μετέπειτα διάσημη Ελληνίδα φωτογράφος Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη, γνωστή με το ψευδώνυμο «Nelly». Για την ταινία της με θέμα τους Ολυμπιακούς Αγώνες το περιοδικό «Time» της αφιέρωσε το εξώφυλλο του τεύχους της 17ης Φεβρουαρίου 1936.

«…Ο Αδόλφος Χίτλερ είναι ο σημαντικότερος άνθρωπος που γεννήθηκε ποτέ…»
Η Ρίφενσταλ είχε πει για τον Αδόλφο Χίτλερ, σε συνέντευξη της στην εφημερίδα «Detroit News» το Φεβρουάριο του 1937, ότι «…πρόκειται για τον σημαντικότερο άνθρωπο που γεννήθηκε ποτέ. Είναι πράγματι αλάνθαστος, τόσο απλός και διαθέτει την ίδια στιγμή, εξαιρετική δύναμη…». Το 1938 με την ευκαιρία των 49ων γενεθλίων του Χίτλερ η ταινία «Triumph des Willens», «Ο θρίαμβος της θέλησης», ένας ανατριχιαστικός ύμνος στους ναζί παρουσιάστηκε στο κοινό και ετοιμάστηκε για διεθνή καριέρα. Η Ρίφενσταλ επισκέφθηκε τις Η.Π.Α., όπου έφθασε πέντε μόλις ημέρες πριν την Νύχτα των Κρυστάλλων κι όταν τα γεγονότα έγιναν γνωστά έκανε δηλώσεις, διακηρύσσοντας ότι «ο Χίτλερ δεν είναι υπεύθυνος γι’ αυτά». Η προβολή της ταινίας απαγορεύθηκε στις Η.Π.Α., όπου θεωρήθηκε ταινία καθαρής προπαγάνδας, όμως αντίγραφό της φυλάχθηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης και θεωρείται ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα προπαγανδιστικής φιλμογραφίας που έχουν ποτέ δημιουργηθεί. Στις Η.Π.Α. ελάχιστοι άνθρωποι δέχθηκαν να συναντηθούν μαζί της, μεταξύ τους ο Γουόλτ Ντίσνεϊ, σε κατ’ ιδίαν συνάντηση, καθώς και ο Χένρι Φορντ, ενώ οι αντίπαλοι των εθνικιστών στις Η.Π.Α. ανακοίνωσαν ότι «….δεν υπάρχει χώρος στο Χόλιγουντ για τη Λένι Ρίφενσταλ». Παρακολούθησε τα γεγονότα της Γερμανικής εισβολής στην Πολωνία ως πολεμικός ανταποκριτής κι έφθασε στο μέτωπο, στη Στρατιά του Γκερντ φον Ρούντστεντ, ντυμένη με στρατιωτική στολή, ενώ έφερε ξιφίδιο στη ζώνη της και ένα μικρό πιστόλι σε μια από τις λευκές μπότες της. Επέστρεψε στην Βαρσοβία στις 5 Οκτωβρίου 1939 και κινηματογράφησε την παρέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων. Στις 14 Ιουνίου του 1940 έστειλε τηλεγράφημα στον Χίτλερ, επαινώντας και ευχαριστώντας τον για την κατάκτηση του Παρισιού. Η Ρίφενσταλ, αναφέρει στην «Αυτοβιογραφία» της ότι ο Αδόλφος Χίτλερ της είχε εκμυστηρευτεί σε συνάντησή τους στις 30 Μαρτίου 1944 ότι «…Εάν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και δε χρειάζονταν τη βοήθειά μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετική τροπή. Θα είχαμε αποφύγει το ρωσικό χειμώνα κατά αρκετές εβδομάδες και θα είχαμε καταλάβει το Λένινγκραντ και τη Μόσχα. Δε θα υπήρχε Μάχη του Στάλινγκραντ…».

Η ακόρεστη για νέους άνδρες, Λένι και ο θαυμαστής των αρίων παρθένων, Αδόλφος
Το Βερολίνο θεωρούσε δεδομένη την ερωτική σχέση μεταξύ του Φίρερ και της προσωπικής του κινηματογραφίστριας, αν και η ίδια το αρνιόταν κατηγορηματικά. Όπως και να έχει, εκείνη ήταν διαβόητη για τις σεξουαλικές της ορέξεις για νεαρούς μυώδεις άνδρες και εκείνος για τις μικρές, αθώες και άσπιλες παρθένες. Η Ρίφενσταλ προσπάθησε να εγκαταλείψει το Βερολίνο και να μετακινηθεί προς την Αυστρία, όπου θα συναντούσε τη μητέρα της, μετά την κατάρρευση της Γερμανίας και την αυτοκτονία του Αδόλφου Χίτλερ. Την συνέλαβαν οι Αμερικανοί. Κρατήθηκε για ένα διάστημα σε φρενοκομείο. Αν και δεν κατηγορήθηκε για εγκλήματα πολέμου ανακρίθηκε εξαντλητικά, παραπέμφθηκε πολλές φορές σε δικαστήρια και από το 1945 έως το 1948, επί σχεδόν τέσσερα χρόνια, κρατήθηκε σε γαλλικές φυλακές. Τελικά χαρακτηρίστηκε ως συμπαθούσα τον Εθνικοσοσιαλισμό και αφέθηκε ελεύθερη, όμως οι Γάλλοι κατάσχεσαν όλο το κινηματογραφικό υλικό που είχε στην κατοχή της. Η ίδια ισχυριζόταν πως δεν γνώριζε τίποτα για κρεματόρια, εθνοκαθάρσεις, γενοκτονίες. Μέχρι τον θάνατό της αρνιόταν κάθε γνώση της γενοκτονίας που είχαν διαπράξει οι ναζί. Όμως ουδέποτε απέβαλε τον αντισημιτισμό της. Κατηγορούσε τους Εβραίους για τις κακές κριτικές στην πρώτη της ταινία και αργότερα χρησιμοποίησε ως κομπάρσους για την ταινία της, «Κάτω Χώρες», πληθυσμούς Ρομά που μεταφέρονταν στο Άουσβιτς. Τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 προσπάθησε 15 φορές να γυρίσει νέες ταινίες χωρίς αποτέλεσμα. Κανείς δεν της έδινε δουλειά κι έτσι περιορίστηκε να βγάζει φωτογραφίες από φυλές της Αφρικής κι αργότερα να παίρνει υποθαλάσσιες λήψεις. Διάλεγε φυλές πανύψηλων Αφρικανών με υπέροχα σωματικά προσόντα, για αυτό και κατηγορήθηκε ότι ουσιαστικά αναζήτησε και εκεί τη φυλετική υπεροχή!

Άφησε την τελευταία της πνοή στις 22:00 το βράδυ της Δευτέρας 8 Σεπτεμβρίου 2003, στη διάρκεια του ύπνου, σε ηλικία 101 ετών, έχοντας στο πλευρό της τον αγαπημένο της σύντροφο και οπερατέρ της, που ήταν καμιά 65αριά χρόνια νεότερος. «Δεν με ενδιέφερε καμία ιδεολογία, το μόνο που με ενδιέφερε ήταν η αποτύπωση της ομορφιάς και της αισθητικής τελειότητας» είπε για τον εαυτό της, «η γλύκα του Χίτλερ», όπως την αποκαλούσαν κάποτε οι ναζί σύντροφοι της. Η Ιρένε Ρούγνκε, επικεφαλής του Εβραϊκού Πολιτιστικού Κέντρου του Βερολίνου, δήλωσε μετά τον θάνατο της Ρίφενσταλ: «…πρέπει να αναλαμβάνεις την ευθύνη για το παρελθόν σου. Δεν το έκανε. Και αυτό είναι που θα θυμούνται οι άνθρωποι γι’ αυτήν…».

Εύα Μπράουν: για 24 ώρες σύζυγος και για μια ζωή ταπεινωμένη ερωμένη
Ήταν 28 χρόνια μικρότερή του. Γεννημένη από δυο γονείς που χώρισαν νωρίς και ξαναπαντρεύτηκαν, αυτή και η αδελφή της είχαν την αίσθηση των περιττών. Χωρίς χρήματα, σε μια Γερμανία φτωχική και μίζερη απ’ την ήττα του Α Παγκοσμίου Πολέμου, η Εύα Μπράουν, πρέπει να δουλέψει από πολύ νωρίς. Εντυπωσιακή, ψηλή, ξανθιά, καλλίγραμμη, με σκληρά, γωνιώδη χαρακτηριστικά όλο επιβολή, τυπική άρια καλλονή, βρίσκει δουλειά λίγο ως μοντέλο και αρκετά ως μαθητευόμενη, σε ηλικία 17 ετών, στο στούντιο του Ναζί φωτογράφου Χάινριχ Χόφμαν στο Μόναχο, όπου περιστασιακά πόζαρε. Τότε συνάντησε τον Χίτλερ, ακραίο, περιθωριακό, παθιασμένο, αλλόκοτο, ψυχρό, ανερχόμενο. Φυσικά ήταν ο τύπος του! Βρέθηκαν μαζί, αλλά εκείνος δύο φορές ήταν έτοιμος να φύγει, ειδικά, τότε με τον θαυμασμό του για την Ρενάτα. Εκείνη, αποφασισμένη, να τον κρατήσει κοντά της και τις δυο φορές κάνει απόπειρες αυτοκτονίας. Το 1932 αυτοπυροβολήθηκε στο στήθος, ενώ το 1935 πήρε υπερβολική δόση από χάπια. Προφανώς γνώριζε τις ενοχές του για την αυτοκτονία της ανιψιάς του, της Γκέλι και ήταν αυτή η μέθοδος της, για να τον ελέγχει όσο γινόταν. Πέτυχε έτσι τον σκοπό της και ο Χίτλερ, το 1935 μετέφερε την ίδια και την αδελφή της, Μαργκαρέτε, σε πολυτελές διαμέρισμα στο Μόναχο.

Ταπείνωση, προσβολές και χρήματα σε φακέλους μπροστά σε άλλους
Πολλές αναλύσεις, ψυχογραφήματα και προσεγγίσεις έχουν υπάρξει για την Εύα Μπράουν. Απ το ότι ήταν μια αφελής κοπελίτσα, μέχρι το ότι ήταν μια ναζί φανατική της εξουσίας. Και προφανώς ήταν όλα αυτά. Η καλύτερη προοπτική της κοινωνικά, θα ήταν να διαπρέψει ως υπάλληλος γραφείου και να παντρευτεί έναν άλλον υπάλληλο ζώντας μια ζωή παράλληλη με τις οικονομικές μεταβολές, τις μανίες επιβολής και τις καταστροφές της Γερμανίας. Με τον Χίτλερ ήταν η ίδια η Γερμανία. Ζούσε μια πλούσια, κοσμική ζωή, με τους ισχυρότερους άνδρες του καιρού της να την προσκυνούν και τις γυναίκες τους να την ζηλεύουν για την θέση της δίπλα στον πιο ξεχωριστό Γερμανό, που γονάτιζε την Ευρώπη.

Ντύνονταν πολυτελώς, με πολύτιμα κοσμήματα, γούνες, τουαλέτες, μοντελάκια μόνο για αυτήν. Φωτογραφιζόταν, αντί να φωτογραφίζει, από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες της δουλειάς της. Και ήταν δίπλα σε εκείνον, που θα μπορούσε να έχει όποια ήθελε, αλλά διάλεξε -με λίγη αυτοκτονική χειραγώγηση- εκείνη! Ήταν πρόθυμη, λοιπόν, να πληρώσει το όποιο κόστος. Και το τίμημα ήταν μεγάλο! Η σχέση τους είχε μια σαδομαζοχιστική αίσθηση. Αυτός την μείωνε και την πρόσβαλε μπροστά τους άλλους. Της φερόταν σαν περιστασιακή ερωμένη και απολάμβανε να της δίνει φακέλους με χρήματα μπροστά σε επισκέπτες και φίλους τους, σα να ταν ιερόδουλη. Παρόλα αυτά, εκείνη εξαργύρωνε την ταπείνωση με πολυτέλεια και ενώ στο κόσμο μαίνονταν η στέρηση, ο θάνατος και ο πόλεμος, εκείνη ζούσε ειδυλλιακά στη υπεροχή ορεινή έπαυλη στο Μπέργκχοφ – Μπερχτερσγκάντεν. Διοργάνωνε πάρτι, χόρευε, μεθούσε και κάπνιζε, συμπεριφορές και συνήθειες που απεχθανόταν ο Χίτλερ. Γνώριζε όλα όσα έκανε εκείνος στον κόσμο. Τον φωτογράφιζε τόσο εκείνον όσο και τους ισχυρούς τους συνεργάτες και ήταν μέρος του μηχανισμού προπαγάνδας του. Δεν είχε συμπόνοια, έλεος, ενσυναίσθηση για τα δεινά των άλλων, πιστεύοντας πως της άξιζε μια Ολύμπια διάκριση σαν Γερμανίδα που ήταν και σύντροφος του Φύρερ. Λίγο πριν το τέλος, ο Χίτλερ δίνει εντολή και καταστρέφονται όλα τα προσωπικά του έγγραφα και στοιχεία. Όταν έγινε ξεκάθαρο ότι η Γερμανία εισέπραττε την καταστροφή που σκόρπιζε και ο λαός της άρχιζε να ζει την απόλυτη τραγωδία της πείνας και του θανάτου, με τους Σοβιετικούς να πλησιάζουνε στο Βερολίνο, εκείνη παράτησε τις Άλπεις και πήγε κοντά του.

Στις 30 Απριλίου του 1945, στις τρεις και μισή το μεσημέρι και αφού είχαν παντρευτεί δυο μέρες πριν, η Εύα Μπράουν αυτοκτόνησε με υδροκυάνιο, ενώ ο Χίτλερ τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. Λίγο αργότερα ο ιδιαίτερος γραμματέας του Μάρτιν Μπόρμαν, ο οδηγός, ο υπηρέτης του και μερικοί στρατιώτες της προσωπικής φρουράς του καίνε τα πτώματα του Φύρερ και της Εύας Μπράουν και τα θάβουν έξω από το καταφύγιο, μέσα σε ένα κρατήρα από βόμβα. Την ίδια ημέρα, οι σοβιετικές δυνάμεις ανέβασαν τη κόκκινη σημαία της ΕΣΣΔ στο κατεστραμμένο Ράιχσταγκ. Το τερατώδες φίδι είχε ηττηθεί. Το καλό είχε νικήσει -προς το παρόν.

Στάχτες στον Ελβα και πέντε δόντια!
Τα υπολείμματα των πτωμάτων τα παίρνουν οι Σοβιετικοί και τα κρατούν επί σειρά ετών σε μυστικό μέρος, στο Μαγδεμβούργο της Ανατολικής Γερμανίας. Το 1970 με διαταγή του αρχηγού της KGB Γιούρι Αντρόποφ, αποτεφρώθηκαν ολοσχερώς και οι στάχτες πετάχτηκαν στον ποταμό Έλβα. Ό,τι απέμεινε στην κατοχή του Κρεμλίνου, ήταν λίγο κρανίο και μερικά χαλασμένα δόντια του Χίτλερ. Το 2017 η ρωσική μυστική υπηρεσία FSB και τα ρωσικά κρατικά αρχεία έδωσαν άδεια να εξετάσουν τα δόντια του ηγέτη του ναζιστικού κόμματος δίνοντας τέλος στην συνωμοσιολογία πως ο Χίτλερ ζούσε μέχρι τα 95 του. «Τα δόντια είναι αυθεντικά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Η μελέτη μας αποδεικνύει ότι ο Χίτλερ πέθανε το 1945. Μπορούμε να σταματήσουμε όλες τις θεωρίες συνωμοσίας για τον Χίτλερ. Δεν διέφυγε στην Αργεντινή με υποβρύχιο, δεν βρίσκεται σε κρυφή βάση στην Ανταρκτική ούτε στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού», δήλωσε ο καθηγητής Φιλίπ Σαρλιέ, ειδικός στην ιατρική ανθρωπολογία. Και λοιπόν; Τίποτα δεν έμεινε από αυτούς. Ούτε σκόνη, ούτε μνήμα, ούτε ένα λουλούδι να φυτρώσει εκεί που τέλειωσαν τα σώματα τους. Τίποτα δεν υπάρχει πάνω στη γη, απομεινάρι εκείνου που έγινε το απόλυτο κακό και εκείνης που το κοίταξε στα μάτια και βρήκε σκοτεινιά εντός τόσο μαύρη, για να το αγαπήσει.

