ΜΕΡΟΣ Α – Γεννώντας και αγαπώντας το απόλυτο κακό: Οι γυναίκες της ζωής του Χίτλερ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΌΛΚΑ

Η μάχη του καλού με το κακό! Η αιώνια διαμάχη του δαιμονικού με το αγγελικό, της σκοτεινιάς με το φως, των σατανικών δυνάμεων με τις ταξιαρχίες των σπαθοφόρων αρχαγγέλων! Ο Νόρμαν Μέιλερ στο πιο συναρπαστικό λογοτεχνικό έργο του, «Το κάστρο στο δάσος» θεωρεί τον Αδόλφο Χίτλερ ως την ενσάρκωση του απόλυτου, αβυσσαλέα μαύρου κακού, με μια μεταφυσική, κοσμογονική χροιά. Ιστορικά πάντως, υπήρξε εχθρός της ίδιας της φύσης του ανθρώπου, ένας μαζικός  φονιάς, ένα εγκληματίας βουτηγμένος στο μίσος, την  παράνοια και την κρίση μεγαλείου, που κράτησε το κεφάλι της ανθρωπότητας, μέσα σε λίμνες του ίδιου της του αίματος, για να πνίξει κάθε ελπίδα και ωραιότητα της. Σκόρπισε όλεθρο, οδύνη και θάνατο. Και όμως, αγαπήθηκε από εκείνες που είναι η ίδια η ζωή, η γέννα, η συνέχεια. Οι γυναίκες, από τη μάνα του, ως την τελευταία του ερωμένη και σύζυγο του για το τελευταίο, μόλις 24ωρο της ζωής τους, γοητεύτηκαν και ούτε λίγο, ούτε πολύ, πέθαναν απ’ την αγάπη τους για αυτόν. Ωραίες στα όρια της τελειότητας, αφοσιωμένες, πειθήνιες, στις υπηρεσίες του, με σκοπό να τον φροντίζουν, να είναι πάντα έτοιμες για εκείνον, αυτοχειρικές χάνοντας την εύνοια του, χωρίς ελευθερίες, «άριες» οδαλίσκες που σα να κοίταξαν βιβλικό δαίμονα κατάματα και να βυθίστηκαν στην κόλαση του…

Κλάρα: η μάνα του Χίτλερ

Είχε πάντα μια μικρή φωτογραφία της επάνω του! Και μια άλλη στο δωμάτιο του σε κάθε του σπίτι! Στις Άλπεις, στο Βερολίνο, στο Μόναχο. Ήταν αυτή η σχέση μάνας και γιου, λοιπόν, που καθόρισε τα πρότυπά του περί θηλυκότητας αλλά και αναφορικά με τον ίδιο τον κόσμο. Κάτι που δεν κρύβει και ο ίδιος στο «Ο Αγών μου» ειδικά, όταν παρομοιάζει την κοινωνική μάζα με γυναίκα! Η Κλάρα Πέλτσλ γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1860 και μεγάλωσε στο Σπιτάλ της Αυστρίας, την «γη των δασών» όπως την έλεγαν, με πάμπτωχούς κατοίκους, εντελώς αγράμματους, που αγωνίζονταν να ζήσουν απ’ την άγονη, παγωμένη γη, γεμάτοι προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες,  να καλλιεργούν το έδαφος. Να κόβουν ξύλα και να προσπαθούν να επιζήσουν στη στέρφα γη. Ήταν η μεγαλύτερη από τις τρεις κόρες που είχαν απομείνει στη ζωή από τα έντεκα παιδιά της οικογένειας του Γιόχαν Πέλτσλ και της Γιοχάνα Χίντλερ και εγγονή του Γιόχαν Χίντλερ ή Χίτλερ -σύμφωνα με γραμματικό λάθος καταγραφής, που όμως δεν πολύ κατάλαβαν γιατί ήταν αγράμματοι- ενός περιπλανώμενου μυλωνά, που παντρεύτηκε κάποια στιγμή τη Μαρία Σικλγκούμπερ, που πήρε το εξώγαμο παιδί της, τον Αλοΐσιο, υπό την προστασία του, δίνοντάς του, λίγο πριν πεθάνει και επισήμως το επίθετό του, αφού τον υιοθέτησε ο αδελφός του επίσης, Γιόχαν, Χίντλερ. Ήδη καταλαβαίνουμε πως τον Χιντλερέϊκο στα ονόματα φαντασία δεν είχε και όλους τους λέγανε Γιάννη και Γιάννα, αλλά ούτε στα ερωτικά ταιριάσματα πολύ έψαχναν. Ο Αλοΐσιος που έγινε θείος της Κλάρα και μεγάλωσε στο ίδιο σπιτικό με τη μητέρα της, Γιοχάνα, θα παντρευτεί την μικρούλα αφού πριν την είχε υπηρέτρια του, στα 16 της χρόνια. Εκείνος ήταν μπαλωμάτης, αλλά παντρεύτηκε μια πλούσια γυναίκα, 14 χρόνια μεγαλύτερη που τον έκανε χάρη στην επιρροή της, τελωνειακό υπάλληλο και τον έγραψε στο σχολείο. Η 16χρονη μικρούλα, λάτρευε τον θείο, αλλά σιχαινόταν την κυρία, που της κακομιλούσε και την περιφρονούσε. Έκανε λοιπόν, κάτι αδιανόητο για τα χρηστά ήθη της εποχής. Το έσκασε και πήγε στην Αυστρία, όπου δούλεψε σαν μοδίστρα και επέστρεψε δέκα χρόνια αργότερα. Εν τω μεταξύ ο Αλοΐσιος, έχασε την πρώτη του γυναίκα και λίγες εβδομάδες αργότερα,  παντρεύτηκε την οικιακή τους βοηθό, που είχαν μετά την Κλάρα, η οποία πέθανε, ωστόσο σε λιγότερο από έναν χρόνο, από φυματίωση. Τρεις μήνες μετά τον θάνατό της δεύτερης γυναίκας του, παντρεύτηκε την τρίτη σύζυγο του και ανιψιά του,  την Κλάρα! Λόγω μάλιστα της συγγένειάς τους, έπρεπε να εκδοθεί ειδική επισκοπική άδεια για τον γάμο τους. Ο Αλοΐσιος είχε δύο εκτός γάμου παιδιά, από τη δεύτερη σύζυγό του απ’ όταν ήταν ακόμα υπηρέτρια του, τα οποία μεγάλωσε η Κλάρα. Μαζί κάναν τον πρώτο τους γιο, τον Γκούσταβ, που γεννήθηκε πέντε μήνες μετά τον γάμο τους και έναν χρόνο μετά μια κόρη. Και τα δύο παιδιά πέθαναν από την επιδημία διφθερίτιδας που χτύπησε τον χειμώνα του 1886-1887. Ένα τρίτο παιδί, ο Ότο, γεννήθηκε το 1887, πέθανε λίγο αργότερα. Το τέταρτο παιδί τους, που ονόμασαν Αδόλφο, γεννήθηκε στις 20 Απριλίου 1889. Στη Βαυαρία όπου μετακομίζουν γεννιέται ο Έντμουντ, που θα πεθάνει λίγων μηνών από ιλαρά και η Πάουλα, που μαζί με τον Αδόλφο είναι τα παιδιά που θα επιβιώσουν! Όταν ο Αδόλφος ήταν έξι χρονών, ο 56χρονος πατέρας του συνταξιοδοτήθηκε από τα κρατικά αξιώματά του. Περνούσε πλέον τον καιρό του αγοράζοντας και πουλώντας κτήματα. Ασχολούνταν με τα μελίσσια του και σπαταλούσε τα λεφτά της πρώτης του γυναίκας, που είχε κληρονομήσει και τη σύνταξη του στο ποτό και στις  εκδιδόμενες γυναίκες, αφήνοντας την οικογένεια του στην ανέχεια. Ήταν κακός σύζυγος και βίαιος πατέρας.

Το τέλος της μάνας και η έκπτωση του Εβραίου γιατρού

Ο Αδόλφος ήταν αναγκασμένος να κουβαλάει τον μεθυσμένο πατέρα του στο σπίτι. Τότε ορκίστηκε και το τήρησε για πάντα, να μη βάλει ποτέ γουλιά αλκοόλ στο στόμα του! Με κάθε αφορμή ο πατέρας χτυπούσε σαν σε ιεροτελεστία τον γιό, με το μπαστούνι ή τη ζώνη του, βρίζοντας, εξευτελίζοντας και ταπεινώνοντας το αγόρι. Το αγόρι που έζησε της Κλάρας, της υπηρέτριας, της μοδιστρούλας, που παντρεύτηκε έναν άνδρα με τα διπλά της, που έχασε τόσα παιδιά, ήταν το καμάρι, η τεράστια φροντίδα και ο λόγος ύπαρξης της. Ήσυχη, τίμια, εργατική, αφοσιωμένη έκανε τα πάντα για να μην αρρωστήσει ποτέ, ενώ θεωρούσε πως επειδή έζησε απ’ τα αλλά παιδιά της, αυτός είχε ένα ξεχωριστό πεπρωμένο. Ένιωθε και ενοχές γιατί δεν τολμούσε να τον υπερασπιστεί απ’ την βαναυσότητα του πατέρα του. Ο πατέρας πέθανε από εγκεφαλικό με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι από εγκεφαλικό, έχοντας κατασπαταλήσει όλη του την περιουσία. Η Κλάρα, στα 42 της τότε, μετακόμισε σε ένα διαμερισματάκι εργατικής συνοικίας του Λιντς προσπαθώντας να συντηρήσει την οικογένειά της με τη σύνταξη του Αλοΐσιου. Ο Αδόλφος που ήταν κάκιστος μαθητής, αποφάσισε να γίνει ζωγράφος και αρνιόταν να δουλέψει και να βοηθήσει μάνα κι αδελφή, αλλά έφυγε για την Βιέννη, όπου αποτύγχανε διαρκώς να περάσει στην Καλών Τεχνών. Η μάνα αρρώστησε, από πολύ επιθετικό καρκίνο του μαστού. Τον ειδοποίησαν. Δεν γύρισε. Είχε να δώσει εξετάσεις, για πολλοστή φορά και να αποτύχει. Πήγε κοντά της λίγο πριν ξεψυχήσει. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων, ξημερώματα της 21ης Δεκεμβρίου του 1907 που η Κλάρα έφυγε ήσυχα στον ύπνο της. Την έθαψαν  δίπλα στον άντρα της, μαζί με άλλον ένα γιο της. «Θα σας είμαι ευγνώμων για πάντα», είπε ο Χίτλερ στο γιατρό της μάνας του, τον εβραίο δρ  Μπλοχ, επειδή δεν είχε λεφτά να πληρώσει την δαπανηρή θεραπεία της μάνας του και εκείνος του είχε αποκριθεί ό,τι μπορούσε ας έδινε. Σε λίγα χρόνια, ο ηλικιωμένος γιατρός, θα αντιμετώπιζε τη φονική μανία που θα εξαπέλυε εκείνος ο τόσο θλιμμένος νεαρός, που πενθούσε την μάνα του και που δεν είχε να πληρώσει κατά των εβραίων και το μίσος του για τον κόσμο όλο. Στο τάφο της Κλάρα, δεν λείπουν ποτέ τα λουλούδια των αμετανόητων, μισάνθρωπων και εγκληματικών οπαδών του Χίτλερ.

Πάουλα Χίντλερ – Βόλφ: η αδελφή

«Θα σας ξεχάσουν όλους, πριν η τελευταία σας πνοή βγει απ’ το σώμα σας, αλλά το όνομα του μεγάλου αδελφού, «Αδόλφος Χίτλερ» θα είναι αιώνια αστραπή στο σκοτάδι σας». Αυτά κι άλλα υμνητικά είχε γράψει σε επιστολή της προς τις Γερμανικές εφημερίδες, η Πάουλα Χίντλερ – Βόλφ, για να προασπίσει την μνήμη του αδελφού της. Εκείνος, πάντως δεν είχε δείξει να νοιάζεται για εκείνη, αντίθετα την αποκαλούσε «χαζή χήνα» και θεωρούσε πως, όπως όλες οι γυναίκες, είχε χαμηλή νοημοσύνη. Η Πάουλα, ήταν 11 χρονών όταν η μητέρα της πέθανε και η Αυστριακή κυβέρνηση παρείχε μια πενιχρή σύνταξη για εκείνη και τον Αδόλφο. Εκείνος, ο οποίος ήταν τότε αρκετά μεγάλος για να υποστηρίξει τον εαυτό του, συμφώνησε να παραδώσει το μερίδιο του στην αδελφή του, την άφησε πίσω του και εξαφανίστηκε για χρόνια. Το μοναχικό κορίτσι, θα κάνει διάφορες δουλειές και θα γίνει καθαρίστρια για να βγάλει πέρα σε  κοιτώνα για Εβραίους φοιτητές του πανεπιστημίου στη Βιέννη. Για δεκαετίες δεν είχε καμία επαφή με τον αδερφό της, που δεν ρώταγε πως είναι και τι κάνει η μικρή του αδελφή.

Τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 τον συνάντησε από μια φορά και αυτές επειδή εκείνη τον έψαξε. Όταν έγινε παντοδύναμος της ζήτησε να μη χρησιμοποιεί το επώνυμο Χίντλερ και εκείνη διάλεξε το Βολφ όπως τον αποκαλούσε χαϊδευτικά η μητέρα τους. Εκείνος της βρήκε δουλειά ως γραμματέα σε ασφαλιστική εταιρία στη Βιέννη και όταν απολύθηκε της έστελνε τακτικά χρήματα και την συντηρούσε μέχρι και την αυτοκτονία του το 1945. Μεταπολεμικά, έζησε τα τελευταία οχτώ χρόνια της ζωής της στο Μπερχτεσγκάντεν της νότιας Βαυαρίας, όπου την φρόντιζαν πρώην μέλη των Ες-Ες και κοντινοί αξιωματούχοι του αδερφού της. Μέχρι τέλους πίστευε πως ο αδελφός της αγάπησε πάνω απ’ όλους την Γερμανία και έδωσε τη ζωή του για την πατρίδα, ενώ όλοι ήταν μυρμήγκια στην σκιά ενός γίγαντα!

Γκέλι Ράουμπαλ: η ανήλικη ανιψούλα

Η Γκέλι Ράουμπαλ ήταν η κόρη της Ανγκέλα, της ετεροθαλούς αδελφής του Χίτλερ, την οποία συνάντησε όταν ήταν στην εφηβεία της, ένα υγιές, όλο χαρά για τη ζωή κορίτσι, με μακριές κατάξανθες πλεξίδες, σχολική στολή και σοσόνια. Ο Χίτλερ που δεν είχε σχέσεις, ούτε έδειχνε καμία αγάπη ούτε στην ομοαίματη αδελφή του, ούτε στα ετεροθαλή του δυο αδέλφια, έδειξε κεραυνοβόλα αδυναμία και μεγάλη συναίσθηση συγγενικής ευθύνης. Πήρε το κορίτσι της φτωχικής οικογένειας, την οποία βοήθησε, στο πολυτελές διαμέρισμα του στο Μόναχο, για να σπουδάσει στα καλύτερα σχολεία και να πάει μια μέρα στην Ιατρική. Της έφτιαξε πολυτελή διαμερίσματα, διάλεγε τα ρούχα της ο ίδιος, της απαγόρευε φιλίες και διατηρούσε αυστηρό έλεγχο στη ζωή της. Λάτρευε να ντύνει σαν μικρότερη απ’ την ηλικία της και έκανε σκηνές ακόμα και αν κοιτούσε κάποιον άνδρα της φρουράς του. Έναν απ’ αυτούς μάλλον τον ερωτεύτηκε και ο Χίτλερ τον αποσχημάτισε και τον απομάκρυνε απ’ την πόλη. Το κορίτσι μυστικά σχεδίαζε να δραπετεύσει και να πάει στη Βιέννη για να συνεχίσει τα μαθήματα τραγουδιού της μιας και δεν επιθυμούσε να γίνει γιατρός, αλλά ούτε και να ζει φυλακισμένη. Η μητέρα της, μετά τον πόλεμο είπε στους ανακριτές της, πως η κόρη της ήθελε να παντρευτεί έναν νεαρό άνδρα από τον Λιντς, αλλά ότι ο Χίτλερ είχε απαγορεύσει τη σχέση. Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1931, ύστερα από έναν μανιασμένο καβγά μεταξύ θείου και ανιψιάς, εκείνος έφυγε για τη Νυρεμβέργη, όπου ώσπου να φθάσει τον ειδοποίησαν ότι η Γκέλι είχε αυτοκτονήσει με το αγαπημένο του πιστόλι Walther. Ήταν μόλις 23 ετών.

Ο Χέρμπερτ Ντόρινγκ, οικονόμος του ορεινού καταφυγίου του Χίτλερ στο Μπέργκχοφ, η μαγείρισσα σύζυγός του Αννα Πλαμ και ο προσωπικός υπηρέτης του «Φύρερ», Βίλχελμ Κράουζε, οι άνθρωποι που τον έζησαν από κοντά σε όλες τις φάσεις της ζωής του, χρόνια αργότερα, θα βεβαιώσουν το ανεξέλεγκτο πάθος του για την ανιψιά του. Ο ίδιος ο Χίτλερ σε ανύποπτη στιγμή θα εκμυστηρευτεί πως η Ράουμπαλ ήταν η μόνη γυναίκα που είχε αγαπήσει σ όλη του τη ζωή. Οι φήμες φυσικά και τα δημοσιεύματα θα οργιάσουν. Στην οικογένεια του, άλλωστε, συνηθιζόταν και η αιμομιξία και η προτίμηση των ανδρών σε μικρά κορίτσια. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μιλούν σωματική κακοποίηση, μια πιθανή σεξουαλική σχέση, ακόμη και για φόνο. Η Münchener Post έγραφε ότι το νεκρό κορίτσι φαινόταν χτυπημένο πως είχε σπασμένη μύτη. Ο ιστορικός Ιαν Κερσάου υποστηρίζει ότι «είτε ενεργά σεξουαλική, είτε όχι, η συμπεριφορά του Χίτλερ απέναντι στη Γκέλι έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας ισχυρής σεξουαλικής εξάρτησης». Φυσικά ο θάνατος κρίθηκε αυτοκτονία και οι εφημερίδες που έγραψαν ή υπονοήσαν το αντίθετο, έκλεισαν βιαίως. Ο Χίτλερ είχε βυθιστεί σε κατάθλιψη. Για μια εβδομάδα είχε κλειστεί στο δωμάτιο της, όπου δεν έτρωγε και δεν επικοινωνούσε με κανέναν. Δεν πήγε στην κηδεία της. Μετακόμισε σε άλλο σπίτι, αλλά το δωμάτιό της στο ορεινό καταφύγιο του, στο Μπέργκχοφ διατηρήθηκε όπως ακριβώς το είχε εκείνη αφήσει. Στο δωμάτιο του, στην Καγκελαρία του Βερολίνου δέσποζε το πορτρέτο της και πολλές καδραρισμένες φωτογραφίες της. Σε άρθρο του Vanity Fair του 1992, αναφέρεται και η εικασία ότι ο Χίτλερ ή την δολοφόνησε ο ίδιος κατά τη διάρκεια του καβγά τους ή ότι έδωσε εντολή να την σκοτώσουν αφού απομακρύνθηκε απ’ το διαμέρισμα του. Σύμφωνα με τον Γουίλιαμ Στούαρτ Χούστον, τον γιο του  ετεροθαλούς αδελφού του Αδόλφου, του Αλοΐσιου του νεότερου, «όταν επισκέφθηκα το Βερολίνο το 1931, η οικογένεια βρισκόταν σε μπελάδες. Όλοι γνώριζαν ότι ο Χίτλερ και η ξαδέλφη μου η Γκέλι, είχαν από καιρό σχέση και πως εκείνη ήταν έγκυος και ήθελε να κρατήσει το παιδί – γεγονός που εξόργισε τον Χίτλερ». Ο Γουίλιαμ είχε μητέρα Ιρλανδή, μεγάλωσε στο Λονδίνο, πήρε αμερικανική υπηκοότητα και πολέμησε στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, εναντίον της Ναζιστικής Γερμανίας, όπου τιμήθηκε με το παράσημο ανδρείας των ΗΠΑ, «πορφυρή καρδιά». Υποστήριζε πως ο παραλογισμός του θείου εναντίον των Εβραίων, είχε τις ρίζες του, στο ότι ο παππούς του, ήταν παιδί Εβραίου που είχε περιφρονήσει την γιαγιά του και αδιαφόρησε για κάθε συνέπεια. Πως αυτό δηλητηρίασε τον παππού Αλοΐσιο, που μίσησε ο Χίτλερ. Όπως και να ‘χει, εκείνος, ο Αμερικανός Χίτλερ, πολέμησε τον θείο και δεν έκλαψε την εξαδέλφη του κι ας ήταν η πιο τραγική κι αθώα όλων…

Ρενάτα Μίλλερ: το αγέρωχο ίνδαλμα

Η Ρενάτα Μίλλερ ήταν μια ντίβα της σκηνής και μια πρωταγωνίστρια του σινεμά, που λάτρευε ο φακός και το γερμανικό κοινό, έχοντας την καθιερώσει ως απόλυτη σταρ της δεκαετίας του 1930. Γεννημένη στο Μόναχο αποθεώθηκε στο Βερολίνο και έγινε εικόνα της τέλειας φυσικής ξανθιάς με πολύ μπλε μάτια, η απόλυτη Γερμανίδα καλλονή, τίτλο που μοιραζόταν μαζί με την θεϊκή Μάρλεν Ντίντριχ. Πρωταγωνίστησε σε περισσότερες από είκοσι γερμανικές ταινίες, συμπεριλαμβανομένης της τεράστιας επιτυχίας της Βίκτωρ και Βικτώρια, το 1933, που θα διασκευαστεί χολιγουντιανά χρόνια αργότερα με την Τζούλι Άντριους. Τότε περίπου, το ναζιστικό κόμμα την πλησίασε για να εμφανιστεί σε ταινίες που προωθούσαν τα ιδανικά τους. Εκείνη αρνήθηκε. Όμως ο Χίτλερ είναι εμμονικός μαζί της. Με την παντοδυναμία των Ναζί πια στην εξουσία, της ζητούν να απομακρύνει τον Εβραίο εραστή της. Και πάλι αρνείται. Τελικά τα περιθώρια στενεύουν απελπιστικά γύρω της. Η Ντίτριχ φεύγει στην Αμερική, εκείνη όμως, είναι εγκλωβισμένη στη παράνοια ενός καθεστώτος που εξαπολύει μίσος και όλεθρο. Ενδίδει στο φλερτ του Χίτλερ. Όμως μιλάει πολύ. Λέει πως εκείνος πέφτει στις γόβες στιλέτο του και της ζητά να τον κλωτσήσει με δύναμη και να τον τρυπήσει μ αυτές. Όμως η σχέση συνεχίζεται και η περιφρόνηση της μπλέκεται με έναν ιστό εξάρτησης από εκείνον, την μορφίνη και το αλκοόλ. Είναι πια, θέλει δε θέλει η ηγετική ηθοποιός της ναζιστικής Γερμανίας. Ο Χίτλερ σιχαίνεται τις σκηνές, την παραφορά, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και την καλλιτεχνική δραματικότητα της. Έχει γνωρίσει την Εύα Μπράουν, ενώ μια σειρά από παράλληλες σχέσεις φημολογούνται, όπως με την Λένι Ρίφενσταλ ή ακόμη και την εβραϊκής καταγωγής Χέντι Λαμάρ, που έτρεξε να ξεφύγει τόσο από εκείνον όσο και απ τον ηλικιωμένο σύζυγο της και κατασκευαστή όπλων του Γ Ράιχ. Ο ξαφνικός θάνατός της στην ηλικία των 31 αποδόθηκε αρχικά στην επιληψία, που την έκανε να πέσει από ένα παράθυρο νοσοκομείου ή ξενοδοχείου.

Μετά το τέλος του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, πολλοί ισχυρίστηκαν ότι στην πραγματικότητα δολοφονήθηκε από αξιωματικούς της Γκεστάπο. Σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ του Channel 4 “Sex and the Swastika”, που προβλήθηκε τον Φεβρουάριο του 2009, πήδηξε από ένα παράθυρο νοσοκομείου του Βερολίνου όπου υποβαλλόταν σε θεραπεία για τον εθισμό στα ναρκωτικά. Μάρτυρες του τέλους της, μεταπολεμικά, θυμήθηκαν επίσης ότι είδαν αρκετούς αξιωματικούς της Γκεστάπο να μπαίνουν στο κτήριο που βρισκόταν εκείνη και πως είτε οι αξιωματικοί την έριξαν από το παράθυρο, είτε η ίδια πανικοβλήθηκε όταν τους είδε να φτάνουν και πήδηξε για να γλιτώσει. Σύμφωνα με το βιβλίο “Renate Müller – Ihr Leben ein Drahtseilakt”, ο Γκέμπελς σημείωνε στο ημερολόγιό του πως “η Ρενάτα με κάνει και θλίβομαι. Είναι μια άρρωστη γυναίκα΅ και  πως την είχαν ανακρίνει με πολύ ανέντιμο τρόπο. Τέλος, δυο μέρες πριν το σώμα της βρεθεί στο κενό σημείωνε λακωνικά “Ρενάτα Μίλλερ! Τον βοηθάω!”. Όπως και στην περίπτωση της Γκέλι, έτσι και για την καλλονή του σινεμά, δε θα μαθευτεί ποτέ, πια, η αλήθεια…