Εκείνοι οι άγγελοι χωρίς φτερά, αυτοπριονισμένα και μαύρα, κρυμμένα σε νυχτερινές διαδρομές, φορητά, να μην τα δουν εκείνοι που δεν καταλαβαίνουν, να τα χουν έτοιμα όταν θελήσουν να ξαναπετάξουν, με παράξενες αναδιπλώσεις, μέσα σε σκιές, ηλεκτρικά βλέμματα ή κάρβουνα πυρακτωμένα αντί για μάτια και σε αλλόκοτες αρνήσεις, παράδοξες σε κάθε απλό από μας, άτομο της διπλανής όποιας πόρτας!
Είναι λέει 1980 και μέχρι το 1983, η Ελλάδα είναι κάπως αλλιώς, που κάποιοι θυμόμαστε στην εφηβεία και άλλοι δεν είχαν γεννηθεί ακόμα και οι διηγήσεις δεν θα τους βοηθούσαν να καταλάβουν την αθωότητα πριν το Internet. Έχει θερινά σινεμά, πλατείες με δανικά τσιγάρα φτηνά ακόμα, διακοπές σε Κρήτη και Χαλκιδική και σε λογιών ερημικά νησιά, για χασίματα σε παραλίες που ο ήλιος σε ξυπνά χαράματα, ανελέητος στο ελεύθερο σου κάμπινγκ και που τα βράδια ανάβουνε οι φωτιές στο μαύρο νύχτας – θάλασσας και με κιθάρες τραγούδια λογιών είναι συντροφιά και ανάμεσα τους Ασιμος και Σιδηρόπουλος και στα σακίδια μας «Τρία Κλικ Αριστερά» και «Ιδιώνυμο». Στα αμφιθέατρα, τσακωμοί και ιδεολογίες σαν θρησκευτικά δόγματα που θα μας αφήσουν χαώδη κενά απ την εξαφάνισή τους και στις εκδηλώσεις πάλι, ο Παύλος να τραγουδάει. Νύχτες στα Εξάρχεια, στον Πήγασο, στο Καφέ Παλέτ, στην Ιντριγκα, στη Καλλιδρομίου, πιο εκεί απ το σπίτι του Ασιμου, με την Κατερίνα Γώγου, νύχτες ολόκληρες, να πίνει μόνη της, αμίλητη, σε στρογγυλά τραπέζια και να αγριοκοιτάζει τη δική μας χαζοχαρούμενη, όλο αυταπάτες και πόζα, νιότη. Η Σωτηρία Λεονάρδου γράφει το σενάριο για το “Ρεμπέτικο”, στο σπίτι της, στο παλιό Φάληρο και δεν συχνάζει στα Εξάρχεια. Όμως, τα Εξάρχεια συχνάζουν σε αυτην και εκεί, από τα προηγούμενα χρόνια, ήδη, γεννιέται το “Zorba the Freak”, και ο Σιδηρόπουλος ακούει με την σειρά του να τζαμαρει ο Σταύρος Λογαρίδης με τον Πεντζίκη, για τον θρυλικό Ακρίτα, ένα ιστορικός άλμπουμ που περπάτησε σε Γερμανία και Ιαπωνία και διακρίθηκε σε όλο τον κόσμο. Και ο Φέρρης ονειρεύεται τη ταινία του και ο Νίκος Καραβέλας, που έμενε στον πάνω όροφο απ τη Λεονάρδου, τα βράδια τους βάζει να ακούσουν τα κομμάτια του με τους ΤΑΧΙ. Λένε και κάνα «γειά», στον θρυλικό Αναστόπουλο του Ολυμπιακού, που έμενε στο ρετιρέ. Ξέρανε πως εκείνος είχε ερωτευτεί την Βίσση, που ήτανε σε σχέση με τον Κώστα Φασόλα, που ήταν ο Παραγωγός του “Ακρίτα” των Λογαρίδη-Τασούλη! Φυσικά μαζί, σε εκείνο το σπίτι στο Φάληρο, ανάμεσα στους κολλητούς της εποχής, ο Θέμος Λεονάρδος, άνδρας της πρώτα και μετά φίλος και συνθέτης, η Θέμις Μπαζάκα, η Κατερίνα Γώγου, ο Νικόλας Ασιμος, ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο Δήμης Παπαχρήστου που έμενε κοντά στης Σωτηρίας!
«Ο ουρανός είναι στον βαθυκύανο χειμώνα. Το φως φωνάζει με τον κεραυνό. Να με σώσουν τα όνειρα ή να με συντρίψουν – ένα τ’ ονομάζω» – Νίκος Καρούζος
Μια, δυο, πολλές παρέες πίσω και μια γενιά αθηναϊκή, παλιά και η Σωτηρία Λεονάδρου, όμορφη, ατίθαση, με βλέμμα σκοτεινό, τραχύ και υγρό συνάμα. Και δοκιμάζανε ο ένας με τον άλλον, παρέα και οικογένεια μαζί, ώσπου να χαθούνε στις ζωές του, εκφράσεις. Κάποτε ο Παύλος Σιδηρόπουλος κάνει τηλεόραση, ως ηθοποιός, στην ΕΡΤ 1, στο «Οικογένεια Ζαρντή» που σκηνοθετεί ο Φέρρης. Ο Σιδηρόπουλος στο ρόλο του, είναι ένας καλλιεργημένος, πολυταξιδεμένος, αστός που έχει μεγαλώσει στο Παρίσι και είναι εξαρτημένος από το όπιο. Σε μια σκηνή, ο Παύλος έπαιζε κιθάρα για να τραγουδήσει η Σωτηρία Λεονάρδου το Summertime, που της δίδαξε ο Πουλικάκος. Τη μουσική στην σειρά είχε κάνει ο Σταύρος Λογαρίδης. Μια γενιά, μαζί, να συναντιούνται, να αλληλοεπιδρούν, να τσακώνονται, να συναντιούνται, να χάνονται. Πλάσματα όλο φως που γοήτευαν το σκοτάδι! Η Όλια Λαζαρίδου. Ο Αντώνης Καφετζόπουλος, τόσο ωραίος τότε. Η Κατερίνα Γώγου που μαζί με την Λεονάρδου αναλαμβάνουν την μύηση στον νέο Ελληνικό κινηματογράφο. Κάπου ο Σαββόπουλος πιο πριν και κάποτε με τα Μπουρμπούλια του. Και ο Γιώργος Σκούρτης και ο Νίκος Καρούζος. «Ο ουρανός είναι στον βαθυκύανο χειμώνα. Το φως φωνάζει με τον κεραυνό. Να με σώσουν τα όνειρα ή να με συντρίψουν – ένα τ’ ονομάζω» γράφει ο μέγας Καρούζος και έτσι είναι εκείνη η γενιά των νέων γύρω του, που τόσο εκτιμούσε. Άραγε να τους σώσουν τα όνειρα ή να τους συντρίψουν;
«Καίγομαι καίγομαι, ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά. Πνίγομαι πνίγομαι, πέτα με σε θάλασσα βαθιά! Ορκίστηκα στα μάτια σου που τα ‘χα σαν βαγγέλιο, τη μαχαιριά που μου ‘δωκες να σου την κάμω γέλιο» – Νίκος Γκάτσος
Η Σωτηρία κινείται ανάμεσα σ όλους, ξωτικό, με λεπίδες για μάτια, να μην ανήκει, να φεύγει όποτε θέλει. Έγραφε. Έγραψε εκτός από το σενάριο για το Ρεμπέτικο και ένα μυθιστόρημα. Τραγουδούσε. Ήταν ηθοποιός. Και έφευγε! Ήταν μαθήτρια του Γκροτόφσκι στο κτήμα – σπουδαστήριο που είχε στη Νότιο Ιταλία μελετώντας μαζί του, το «φτωχό θέατρο», προσπαθώντας να ξεπεραστούν τα όρια και να καταργηθούν οι περιορισμοί, να πάψει η διχοτόμηση κοινού και ηθοποιού! Παρακολούθησε μαθήματα ινδικού θεάτρου στην Ινδία, για να μυηθεί στο πως με χορευτικές κινήσεις το σώμα λέει ιστορίες και οι εκφράσεις του προσώπου σχηματίζουν ως σύμβολα τα συναισθήματα. Και φυσικά Ρεμπέτικο! Η Ελλάδα αλλιώς! Η Ιστορία του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, απ τη Σμύρνη, στο Σικάγο, στην Αθήνα, ο περιθωριακός κόσμος των ρεμπετών και των καταγωγίων και μικρασιατική καταστροφή, μεσοπόλεμος, Κατοχή, απελευθέρωση, εμφύλιος και «… μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια, εσύ, φοράς τα αρχαία σου στολίδια και δε δακρύζεις ποτέ σου, μάνα μου Ελλάς, που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς…»! Η Σωτηρία Λεονάρδου είναι η Μαρίκα, από τη Σμύρνη, που μεγαλώνει στην Κοκκινιά, στα προσφυγικά, βλέπει τον πατέρα της να σκοτώνει τη μανά της, που ακολουθεί έναν Χουάν, ένα ταχυδακτυλουργό στους δρόμους του και κάνει μαζί του παιδί, που γινεται τραγουδίστρια στα ρεμπέτικα, που θα γίνει ντίβα των νταλκάδων και των βασάνων, που θα φτάσει στο τέλος της γης, στο Σικάγο και που και εκεί, ακόμη, σε άλλο μέρος, θα είναι η σπουδαιότερη τραγουδίστρια. Η Σωτηρία γινεται Μαρίκα Νίνου, λοιπόν! Και με τα πρώτα της βλέμματα, απ το πανί μας σακατεύει σαν ναι στιλέτα. Δύο θρυλικά τραγούδια λέει! «Χόρεψε μπουρνοβαλιά μου, να σου στείλω τα φιλιά μου, χόρεψε αγαπούλα μου, παραμύθι πούλα μου». Σταύρος Ξαρχάκου και Νίκος Γκάτσος! Και καίγεται, ναι! Μπροστά στα μάτια μας φλέγεται! «Καίγομαι καίγομαι, ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά. Πνίγομαι πνίγομαι, πέτα με σε θάλασσα βαθιά! Ορκίστηκα στα μάτια σου που τα ‘χα σαν βαγγέλιο, τη μαχαιριά που μου ‘δωκες να σου την κάμω γέλιο». Παθιασμένα, παράφορα, για πάντα μια γενιά θεατών, μέσα στη σκοτεινή αίθουσα, κοιτώντας την τεράστια οθόνη, ερωτευόμαστε την Σωτηρία – Μαρίκα…
«… Μου έκανε εντύπωση η ερμηνεία της σε κάποια τραγούδια του Μίκη απ τον Διόνυσο και νομίζω απ τις Αρκαδίες… Δεν τη ξεχνάω και έχουν περάσει πολλά χρόνια! Αλλιώτικη, τραχιά, μαχητική. Μας έπιασε απ τη μούρη…» – Αννα Νταλάρα
Ήταν το «μωρό – παρθένα» του Ασίμου, που τραγούδησε στις κασέτες του τα τραγούδια του, αλλά δεν ήταν γκόμενα του ποτέ και το διατράνωνε στον Αντώνη Μποσκωϊτη σε μια απ τις ελάχιστες, σπάνιες, συνεντεύξεις της, ίσως και την μοναδική που έχω διαβάσει. Δεν αγαπούσε ούτε τα χρήματα, ούτε την ιδέα τους, ούτε την δέσμευση τους. Δεν ήθελε τις ταμπέλες και η ζωή του καθενός δεν είχε τίτλο για εκείνη. Δεν κρατούσε αρχείο, δεν την ένοιαζε να φυλάει τίποτα. Είχε μια κόρη. Μια κόρη που σπούδασε γιατρός και έφυγε για να δουλέψει στην Σουηδία, μιας και στην Ελλάδα, μετα το πτυχίο της, μόνο ως πλασιέ έβρισκε δουλειά. Η Σωτηρία Λεοναρδου με το Ρεμπέτικο έγινε διάσημη και όλοι πρόσεχαν το τι θα κάνει μετα. Όπως όλοι της οι φίλοι, η σειρά της, η γενιά της και εκείνη, έφευγε. Τότε, μετα την τεράστια επιτυχία της ταινίας, εξαφανίστηκε. Πήγε στην Αφρική και χάθηκε. Έζησε στην Ζιμπάμπουε για 4 χρόνια. Που να κοιμόταν, τι να έβλεπε το πρωί όταν ξυπνούσε, ποιους να είχε φίλους; Ποτέ της δεν είπε πάρα στους εχέμυθους της ανθρώπους. Μόνο πως μελέτησε την αφρικάνικη τελετουργική μαγεία στο θέατρο, δήλωσε κάποτε και πως θα έμενε κι άλλο αλλά της τελείωσαν τα λεφτά. Επιστρέφει, κάνει θέατρο, κάποτε τραγουδάει σε ένα μαγαζί στο Πειραιά. Πάω και εγώ, την βλέπω, την ακούω. Είναι όμορφη. Φοράει μαύρα και κάτι μεγάλα σκουλαρίκια μαγικά. Κάνεις δεν μπορεί να πάρει τα μάτια από πάνω της. Είναι οι στίχοι, οι μουσικές, τα τραγούδια που λέει. Κάνει και εμφανίσεις με τον Μίκη Θεοδωράκη. Η Άννα Νταλάρα γράφει στο facebook της: «Σωτηρία Λεοναρδου! Την συνδέσαμε κυρίως με το Ρεμπέτικο, την ταινία, τα ωραία τραγούδια. Ένα πρόσωπο δυνατό που δύσκολα ξεχνάς. Μελαγχολία και σκληρή ομορφιά. Μου έκανε εντύπωση η ερμηνεία της σε κάποια τραγούδια του Μίκη απ τον Διόνυσο και νομίζω απ τις Αρκαδίες… Δεν τη ξεχνάω και έχουν περάσει πολλά χρόνια! Αλλιώτικη, τραχιά, μαχητική. Μας έπιασε απ τη μούρη… Άρεσε και σε εκείνον πολύ, θυμάμαι. Τι κρίμα! Στο καλό γενναίο κορίτσι». Τι κρίμα!
«Σωτηρία είμαι λάσπη… Φεύγω. Σ’ αγαπώ» – Κατερίνα Γώγου
Η παρέα της, η γενιά της, έχει σταματήσει τις περιπλανήσεις πια. Φεύγουν ο ένας πίσω απ τον άλλον για ένα ταξίδι τέλους. Και η αγαπημένη της -και ας τσακωνόντουσαν- Κατερίνα Γώγου, φεύγει για πάντα. Η Ελένη Βιτάλη, με την ιερή φωνή, λέει σε συνέντευξη της στην Καθημερινή και στη Γιώτα Συκκά, για το τελευταίο βράδυ. «Ένα καιρό, που δούλευα με τη Σωτηρία Λεονάρδου, τη βλέπαμε την Κατερίνα Γώγου, τακτικά. Οι δυο τους έκαναν παρέα. Ένα, βράδυ ήρθε η Κατερίνα, τη γύρευε και μου έδωσε να της δώσω ένα σημείωμα: «Σωτηρία είμαι λάσπη… Φεύγω. Σ’ αγαπώ». Ο Βαγγέλης την πήρε αγκαλιά και την πήγε σπίτι. Την άλλη μέρα μάθαμε ότι πέθανε». Ηταν 53 ετων. Ο Ασιμος 17 Μαρτίου του 1988, κρεμάστηκε από σωλήνα ύδρευσης στο «Χώρο Προετοιμασίας» όπως έλεγε μαγαζόσπιτό του στην Καλλιδρομίου, στα 38 του. Ο Σιδηρόπουλος πέθανε από overdose ηρωίνης, στις 6 Δεκεμβρίου 1990, στο σπίτι φίλης του στο Νέο Κόσμο. Ηταν 42 χρονών. Στις 18 Νοεμβρίου του 2018 από ασθένεια φεύγει σε ηλικία 78 ετών, ο συγγραφέας Γιώργος Σκούρτης. Ο Δήμης, ο γείτονας της Σωτηρίας, ο κολλητός του Λογαρίδη απ τα παιδικά τους χρόνια, φεύγει στα 55 του, από καρκίνο. Η Σωτηρία, όμως, συνεχίζει τη ζωή της στο Παλαιό Φάληρο. Ξυπνάει χαράματα. Κάνει κουνγκ – φου. Ταΐζει τις αδέσποτες γάτες. Πάει για μπάνιο πριν χαράξει στον Φλοίσβο! Έφυγε από τη ζωή στις 9 Νοεμβρίου 2019. Είχε μια σπάνια ασθένεια, είπαν. Όλα τα χε σπάνια, έτσι κι αλλιώς! Ομορφιά, δύναμη, φίλους, ταλέντο, ζωή, ψυχή…
