Το μανιφέστο του Φεμινισμού της Αναγέννησης από τον Alessandro Piccolomini

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΔΗΜ. ΤΣΟΛΚΑ

«…Τι αξίζει η ομορφιά και η αρετή, τα ωραία ρούχα σε μία γυναίκα χωρίς τον έρωτα που ανθεί και ομορφαίνει κάθε τι άλλο, τις επιθυμίες, τις τέρψεις και τις ηδονές;» –  Piccolomini

Ο άνθρωπος των αρχαίου κλασσικού ελληνο-ρωμαϊκού πολιτισμού αποτέλεσε το πρότυπο του πολιτισμού της Αναγέννησης. Πρωταγωνιστής, ανεξάρτητος, υπεύθυνος για τον εαυτό του  και τις πράξεις του, όχι εξαρτημένος από τον θεό. Ο άνθρωπος, χάρη στην τέλεια ισορροπία των φυσικών και των πνευματικών του χαρισμάτων, όφειλε αρμονικά να γίνει τμήμα του τέλειου μηχανισμού του σύμπαντος. Εάν ο Μεσαίωνας είχε κυρίως στρέψει το βλέμμα στα ηθικά προβλήματα, η Αναγέννηση αποκάλυψε τη λατρεία της ομορφιάς και της αρμονίας καθώς ήθελε να επανατοποθετήσει στο κέντρο του ενδιαφέροντος τον άνθρωπο ως τέλεια σωματική και πνευματική οντότητα. Δεν ερμήνευε πλέον την επίγεια ζωή ως προετοιμασία για τη μεταθανάτια. Απαρνείται το μεταθανάτιο για να προσκολληθεί στα γήινα και να αναζητήσει εδώ τον παράδεισο. «Ολοκληρωτική επιστροφή στον ειδωλολατρικό κόσμο: ανακάλυψη του αρχαίου κόσμου, της φιλοσοφίας, της αισθητικής, της λογοτεχνίας. Αναγέννηση της τέχνης και της τέρψης. Ταυτόχρονα της σάρκας. 16ος αιώνας, «σαρκικός αιώνας». Και με τρεις «παγανιστικούς» συγγραφείς: Αριόστο, Αρετίνο, Μακιαβέλλι».

 

Όταν οι γυναίκες έπρεπε να είναι ευχάριστες, υπάκουες, ξανθές και με μακριά, αλλά παχουλά πόδια!

Η σχέση γυναίκας και λογοτεχνίας ήταν σχεδόν ανύπαρκτη μέχρι τον 16ο αιώνα, όταν σημαντικός αριθμός ποιητριών και συγγραφέων φέρει στο προσκήνιο τη γυναικεία παρουσία. Την περίοδο αυτή της Ιταλικής Αναγέννησης ανθεί η πραγματεία και η διδασκαλία με παραινέσεις, που αποσκοπεί στην παρουσίαση του ρόλου και των υποχρεώσεων της γυναίκας στην κοινωνία της τότε εποχής. Αυτές οι πραγματείες, με αποκορύφωμα το βιβλίο του Baltassar Castiglione (1478-1529) Il libro del cortegiano, αποδίδουν την εικόνα «της γυναίκας του παλατιού». Κυρίως παρουσιάζεται η ομορφιά, που φυσικά δεν μπορεί να αγνοηθεί, το καθήκον της γυναίκας να μπορεί να διαχειριστεί το σπίτι, να φροντίζει τον σύζυγο και τα παιδιά. Φυσικά θα πρέπει να ζει σύμφωνα με τους αυλικούς κανόνες και να ψυχαγωγεί κάθε άνδρα με συζητήσεις ευχάριστες και ενάρετες. Για να το πράξει αυτό πρέπει να έχει γνώσεις σε όλα τα θέματα συζήτησης και να μην δείχνει ποτέ αμήχανη. Άρα θα πρέπει να γνωρίζει να συνδιαλέγεται για κάθε ζήτημα, να χορεύει αέρινα, να είναι εύθυμη και οπωσδήποτε να είναι τίμια και σεμνή . Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζεται ακόμα η φροντίδα της εξωτερικής εμφάνισης, τα σωστά ενδύματα που πρέπει να φοράει η γυναίκα και η τέχνη της σωστής κίνησης και ευκινησίας για να αρέσει. Όμως και ο Angelo Firenzuola (1493-1543), στο Della bellezza delle donne, αναφέρεται αναλυτικά, διαλεγόμενος με τους αυστηρούς δικαστές του Πράτο και ενώπιον των γυναικών της πόλης, στη γυναίκα, σε διαλόγους που παρουσιάζουν την τέλεια ομορφιά της γυναίκας: ως παραδείγματα αναφέρω τις διάφορες αποχρώσεις του δέρματος και των μαλλιών, δείχνοντας προτίμηση στο ξανθό γιατί είναι ομορφότερο, μέχρι τα πόδια που πρέπει να είναι μακριά αλλά όχι αδύνατα.

Μια λογοτεχνική μαστροπός διακηρύσσει για τη φεμινιστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων της γυναίκας 

 Ο Διάλογος για τους ωραίους τρόπους των γυναικών ή Η Ραφαέλλα  – Il Dialogo della bella creanza delle donne o La Raffaella , όπως συνηθίζεται να ονομάζεται αυτό το έργο του Alessandro Piccolomini (1508 – 1579) , από το όνομα μίας εκ των δύο συνομιλητριών, εκδόθηκε στη Βενετία το 1539 από το τυπογραφείο του Curzio Navò. Το έργο υπάρχει στο Prose di Giovanni Della Casa e altri trattatisti cinquecenteschi del comportamento, σε επιμέλεια του επίτιμου διδάκτορα του Τμήματος Ιταλικής και Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Ε.Κ.Π.Α.  Arnaldo Di Benedetto. Στο έργο La Raffaella ο Piccolomini αναπτύσσει το κωμικό θέμα των ερωτικών ραδιουργιών, προτείνοντας την ηθική «που βασίζεται στο carpe diem και στη θεωρητική νομιμότητα της απιστίας» , αφού «τα χάδια και οι απολαύσεις με τον σύζυγο είναι άνοστα και άχρηστα όπως εκείνες οι ενασχολήσεις των καλογριών στον ελεύθερο χρόνο τους» . Σε διαλογική φόρμα ο Piccolomini παρουσιάζει την προσπάθεια της μαστροπού Raffaella να πείσει τη νεαρή παντρεμένη και πανέμορφη κοπέλα Μαργαρίτα να ενδώσει στον έρωτα του ερωτευμένου Ασπάσιου. Στο πλαίσιο της πειστικής «διάλεξης» της Ραφαέλλας ο Piccolomini πραγματεύεται ζητήματα που χωρίζονται θεματικά: α) η χρησιμότητα και η ωφέλεια της χαράς, του κεφιού, των διασκεδάσεων στα χρόνια της νεότητας, β) η ένδυση, γ) τα «καλλυντικά» και η υγιεινή του σώματος, δ) η οικοκυρική, ε) η αισθητική και ο εκλεπτυσμός της ένδυσης, «la portatura», στ) οι τρόποι συμπεριφοράς στους κοινωνικούς χώρους και στις συζητήσεις, ζ) η νομιμότητα της απιστίας, η) οι κανόνες με βάση τους οποίους επιλέγεις εραστή. Πρόκειται ουσιαστικά για προγραμματικά ζητήματα σχετικά με τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία – ανατροπή όλων των μέχρι τότε καθιερωμένων – που προσλαμβάνουν χαρακτήρα φεμινιστικής διεκδίκησης των δικαιωμάτων της γυναίκας με αποτέλεσμα ακόμα και τη δημιουργία θεωρίας για τη συζυγική απιστία, μέσα στο πλαίσιο της λαϊκής και επίγειας ηθικής, που αδιαφορεί για τις πνευματικές αξίες και υπονομεύει τα «όρια της σεμνότητας και της ευπρέπειας», δηλαδή τους συμβατικούς κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς.

«… οι γυναίκες μπορούν να απαντήσουν στους άνδρες, εκ μέρους του συγγραφέα, ότι είναι απαίσιοι, εμπαθείς, αισχροί»

Στην εισαγωγή ο Piccolomini με το ακαδημαϊκό του ονοματεπώνυμο Stordito Intronato απευθύνεται στις γυναίκες που θα διαβάσουν το έργο του, στο πρότυπο της φημισμένης εισαγωγής στην τέταρτη ημέρα του Δεκαήμερου του Βοκκάκιου, τονίζοντας ότι «είναι ολόψυχα και με όλες του τις δυνάμεις ταγμένος με την πλευρά των γυναικών… και να παραμείνετε τέλειες, όπως η φύση σας έφτιαξε» γι’ αυτό «γνωρίζοντας τις ανάγκες σας απευθύνω τον Διάλογό μου σε όλες εσάς τις γυναίκες… για να γνωρίσετε αληθινά τη ζωή και τους τρόπους της». Επίσης ο Piccolomini αναφέρεται και σε όλους εκείνους που πιθανόν θα τον κακολογήσουν λέγοντας πως «γεννήθηκε από μάνα όπως η Ραφαέλλα… ότι οι γυναίκες, όμως μπορούν να κρίνουν, να συζητήσουν, να συμβουλεύσουν και να προβλέψουν με τόση υπευθυνότητα και σημασία όπως και οι άνδρες… μπορώντας να απαντήσουν σε αυτούς, εκ μέρους του, ότι είναι απαίσιοι, εμπαθείς, αισχροί». Επιπλέον ότι «είναι πολύ πρέπον η γυναίκα με μεγάλη επιδεξιότητα να επιλέξει έναν μοναδικό εραστή και μαζί του να απολαμβάνει μυστικά τον έρωτά της…γιατί ειδάλλως να μου υποδείξετε εκείνους που έχουν την ανόητη γνώμη ότι σε μία κυρία δεν αρμόζει να προσμένει τον έρωτα» και καταλήγοντας στην εισαγωγή: «αφού οι άνδρες εκτός κάθε λογικής και με τυραννικό τρόπο θέσπισαν νόμους, θέλοντας αυτή η επιλογή σας να αποτελεί ατιμία, ενώ γι’ αυτούς τιμή και μεγαλοσύνη» εσείς τότε να «φροντίσετε με σύνεση και προσοχή να διατηρήσετε και να απολαμβάνετε τον εραστή σας… μυστικά, ώστε ούτε ο αέρας, ούτε ο ουρανός να μπορεί ποτέ να σας υποψιαστεί, … γιατί εάν δεν γνωρίσεις τον έρωτα στα νεανικά σου χρόνια θα είσαι νεκρή για πάντα». 

«Κι αν ο Θεός το ήθελε δεν θα υπήρχαν τόσοι αμαρτωλοί στον κόσμο!»

Μετά την εισαγωγή, η Ραφαέλλα θέτει τα γυναικεία θέματα στη Μαργαρίτα και υποκρίνεται ότι δεν έχει χρόνο. Η νεαρή Μαργαρίτα την παρακαλεί, βλέποντας τη «σπουδαιότητα» των θεμάτων, να μείνει μαζί της και να της αναπτύξει τις απόψεις της, λέγοντας στη φτωχή Ραφαέλλα πως θα της προσφέρει πάντα ψωμί και καλούδια. Η Ραφαέλλα θέτει το ζήτημα της αμαρτίας και της νεότητας, λέγοντας, ότι «εάν κάποιος νέος αμαρτήσει τότε πίνει λίγο αγίασμα και ξεπλένεται το αμάρτημα» όπως επίσης ότι «θα ήταν τέλειο να μη διαπράττουμε κανένα αμάρτημα, αλλά είναι δυνατόν να ζούμε σαν ασκητές με πατερημά, ρόδα και πειθαρχία. Κι αν ο Θεός το ήθελε δεν θα υπήρχαν τόσοι αμαρτωλοί στον κόσμο!… αλλά επειδή γεννηθήκαμε αμαρτωλοί, δύο επιλογές υπάρχουν αναγκαστικά: ή να παραδίνεσαι στην αμαρτία, κάνοντας κάποιο λαθάκι στη νιότη σου ή να σφάλεις αργότερα στα γηρατειά σου με μεγαλύτερη ζημιά και ντροπή, μετανιώνοντας που η νιότη σου πέρασε ανώφελα, …αφού ο θεός τα νεανικά λαθάκια τα συγχωράει ευκολότερα… Αν νομίζεις ότι δεν θα αμαρτήσεις ποτέ, τότε εγώ θα χαρώ και θα σου μιλήσω για τη ζωή κάποιου αγίου». Η Μαργαρίτα στη συνέχεια εκμυστηρεύεται στην Ραφαέλλα, η οποία «τυχαία» ανησυχεί μήπως τυχόν έρθει στο σπίτι ο σύζυγος της Μαργαρίτας και τις κατακρίνει, ότι ο άντρας της δεν πρόκειται να τις ενοχλήσει αφού συνεχώς λείπει για δουλειές. «Τώρα λείπει εδώ και δύο μήνες στη Val d’Ambra για να πάρει χρήματα από τα στάρια». Αυτό αποτελεί το έναυσμα για το θέμα των συζυγικών σχέσεων αφού στο ερώτημα της Ραφαέλλας «πώς ο σύζυγος συμπεριφέρεται ερωτικά όταν επιστρέφει στη Σιένα» η Μαργαρίτα απαντάει ότι δεν την ξανανιώνει. Τότε η Ραφαέλλα της φανερώνει την τεχνική της σχέσης με τον εραστή αλλά ταυτόχρονα και της γαλήνης στο σπίτι με το σύζυγο. Σημαντικός παράγοντας είναι να μη φανεί καμιά αλλαγή στη συμπεριφορά της που να δημιουργεί υποψίες γατί τότε το σπίτι της «θα γίνει σπίτι του αρχιδιάβολου… και ο σύζυγος θα μεταχειρίζεται τις γυναίκες όπως αυτός θέλει». Επομένως το τέλειο είναι «η γυναίκα να κάνει αυτό που θέλει και ταυτόχρονα να προφυλάγει και την ησυχία του σπιτιού της, να περνάει καλά με το σύζυγο και να κάνει έξοδα για τη φροντίδα της».

Συμβουλές υγιεινής, ομορφιάς, περιποίησης προσώπου και σώματος, ρούχων, χρωμάτων και υφασμάτων από την Αναγέννηση και την Λογοτεχνία

Εδώ, ξεκινάει η εκτενέστατη παρουσίαση της εξωτερικής εμφάνισης και της υγιεινής για τις κυρίες. Πρώτο ζήτημα το ντύσιμο και η σωστή, φινετσάτη επιλογή «πολύ λεπτών» υφασμάτων. Όχι σε υφάσματα χοντρά σαν των μοναχών, να είναι «μπόλικο και ευρύχωρο το φόρεμα, γεμάτο κεντήματα, πιέτες, πτυχώσεις, λωρίδες… γιατί δείχνει μεγαλοπρέπεια και είναι πολύ κομψό». Και φυσικά «να μην ντύνεσαι με το ίδιο φόρεμα πάνω από κάποιες εβδομάδες». Τα ρούχα όμως πρέπει «να συνοδεύονται από χάρη, γιατί διαφορετικά δεν θα αξίζουν τίποτε». Η Χάρη συνίσταται στα χρώματα, στην άνεση και στις κινήσεις που σχετίζονται με το ντύσιμο. Η νέα γυναίκα «δεν πρέπει να φοράει πολλά χρώματα και κυρίως αταίριαστα, όπως π.χ. πράσινο με κίτρινο, κόκκινο με γαλάζιο, και άλλους τέτοιους συνδυασμούς που είναι για σημαίες… γιατί αυτό δείχνει έλλειψη αισθητικής»…  «Το ρούχο επίσης πρέπει να ταιριάζει με το χρώμα του δέρματος. Ας υποθέσουμε ότι μια γυναίκα έχει δέρμα έντονο, ζωηρό θα πρέπει να φοράει εκτός από λευκό, πράσινα, κίτρινα, ανοιχτόχρωμα ρούχα. Αυτές που έχουν ωχρά δέρματα πρέπει να φοράνε σχεδόν πάντα σκούρα φορέματα. Άλλες που έχουν ροδαλή όψη μπεζ σκούρο. Το λευκό ταιριάζει περισσότερο, αρκεί να το φοράει νέα κοπέλα». Στη συνέχεια αναφέρεται στην κοψιά και στο στυλ δίνοντας παράδειγμα προς αποφυγή: «δεν μπορείς να φοράς ρούχα με εφαρμοστά μανίκια που να διακρίνεται η φόρμα των χεριών γιατί εάν κάποια κυρία έχει πολύ λεπτά μπράτσα τότε είναι πολύ άσχημο να το βλέπεις».  Πρέπει να αναδεικνύεται το καλλίγραμμο των ποδιών που «θα πρέπει να τα δείχνεις με τέχνη και επιδεξιότητα». Παρουσιάζεται ακόμη το στόλισμα του κεφαλιού, η περιποίηση του δέρματος με πολύτιμες και μοναδικές κολόνιες, το άχαρο και το πομπώδες του «υπερβολικού μακιγιάζ» από νωρίς το πρωί που δεν μπορείς να γνωρίσεις από την πολύ μάσκαρα ποια είναι η γυναίκα. Επίσης γίνεται αναφορά σε κρέμες, στο λείο της απορροφητικότητας του μακιγιάζ, σε μια μοναδική συνταγή για κολόνια που ενεργεί στο δέρμα και το κάνει λευκό, απαλό, φωτεινό και διαυγές, στο λίγο λάδι για το σώμα που «επιτρέπεται και το οποίο πρέπει είναι μόνο από γλυκά αμύγδαλα με λευκό κερί και πολύ λίγη καμφορά», στην ειδική σκόνη για τη λεύκανση και περιποίηση των δοντιών, στη συνταγή για την ομορφιά των χεριών που ανακατεύεις το σινάπι με μέλι και πικραμύγδαλα μέχρι να γίνει κρέμα. Ακόμα το άρωμα για τη σωστή μυρουδιά του σώματος, ο κορσές, το στόλισμα της κεφαλής με μεγάλα αλλά όχι τεράστια καπέλα για το βέλο, περιδέραια μόνο από ανοιχτόχρωμα, στρογγυλά και μεγάλα μαργαριτάρια και τα γάντια που είναι απαραίτητο συμπλήρωμα της ένδυσης.

«Για να αντιγράψεις σωστά τη χάρη και το στιλ άλλων γυναικών χρειάζεται έμφυτο χάρισμα και συνετή κρίση»

Το στυλ και το ύφος της κίνησης με την κατάλληλη ένδυση είναι σημαντικότατη υπόθεση γιατί «αν δεν γνωρίζεις να κινηθείς και μιμείσαι άλλες γυναίκες καταλήγεις γελοία, όπως η κυρία Αντρέα ακούγοντας ότι η κ. Cassilia κινείται με γρηγοράδα και χάρη προκαλούσε τα γέλια όταν την έβλεπες να κινείται ή σαν εκείνη την γυναίκα που έδενε τα παπούτσια της πάνω από τα γόνατά της γιατί το έκανε κάποια άλλη και νόμιζε ότι σε αυτό οφείλονταν η φήμη της». Για να αντιγράψεις σωστά χρειάζεται έμφυτο χάρισμα και συνετή κρίση, που καταδεικνύουν καλλιέργεια ώστε να πάρεις τα θετικά και να απορρίψεις τα αρνητικά. Όλα αυτά «μέχρι την ηλικία των τριάντα δύο ετών γιατί αργότερα η γυναίκα οφείλει να αποτραβηχτεί». Ένα σημαντικό θέμα καταλαμβάνει η οικοκυρική και «πως μια σωστή γυναίκα δεν θα κυριαρχηθεί από την οκνηρία, τον ύπνο, την νωθρότητα και την πλήξη για τη ζωή… να μη μένει μέχρι το μεσημέρι στο κρεβάτι με αποτέλεσμα να μην υπάρχει τάξη και καθαριότητα… να ξέρει να επιβάλλεται στους υπηρέτες, ώστε να κάνουν σωστά και με αφοσίωση τη δουλειά τους, και να την φοβούνται λιγάκι… Όταν έρχεται ο σύζυγος να είναι χαρούμενη, κι αν δεν το κάνει με την καρδιά της ας προσποιείται. Να υπάρχει φαγητό και όχι κάτι πρόχειρο…να δείχνει λοιπόν ευχαριστημένη, να περιποιείται και να φροντίζει τα παιδιά της… ώστε ο σύζυγος να ξεχωρίζει την προσφορά της και να ξοδεύει γι’ αυτήν ευχαρίστως». «Η αληθινή λοιπόν κυρία… οφείλει να μη δείχνει τα αληθινά συναισθήματά της, να έχει πάντα την ίδια φάτσα… σε αυτά τα πολύ άσχημα ήθη να καταφέρνει να λέει αλήθεια και τα πράγματα ως έχουν, εκτός από ζητήματα που μπορούν να βλάψουν την εντιμότητά της, γιατί τότε είναι λογικό να υποκρίνεται… επειδή παντού υπάρχουν κακές γλώσσες, και με το παραμικρό γίνεται τεράστιο σχόλιο και ύστερα είναι δύσκολο να προφυλαχτείς, το να μιλάς λίγο και έξυπνα είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις… γιατί πρέπει να ξέρεις ότι η τιμιότητα δεν συνίσταται στο τι κάνεις ή δεν κάνεις, αλλά στο αν πιστεύουν ή δεν πιστεύουν ότι το κάνεις, γιατί η εντιμότητα εκτιμάται από τους άλλους ανθρώπους και δεν είναι μυστική… γι’ αυτό χρειάζεται να έχεις εκατό μάτια και εκατό αυτιά και μόνο μία γλώσσα, κι αυτή κοντή και πολύ φρόνιμη». 

Ποιοι εραστές της παντρεμένης πρέπει να απορρίπτονται γιατί δεν είναι λεία, αλλά η ίδια θηρευτής

Τελευταίο αντικείμενο συζήτησης μένει φυσικά το θέμα του εραστή και πως «αφού τον επιλέξει, να τον αγαπάει με όλη της την καρδιά και τη ψυχή, να φέρεται και να τον χαϊδεύει με τρόπο που να καταλαβαίνει ότι της ανήκει». Στο ερώτημα της Μαργαρίτας «πως είναι δυνατόν μια κυρία να έχει το μυαλό της στους έρωτες» η απάντηση της Ραφαέλλας είναι κοφτή: «Μιλάς σαν ηλίθια. Τι αξίζει η ομορφιά και η αρετή, τα ωραία ρούχα σε μία γυναίκα χωρίς τον έρωτα που ανθεί και ομορφαίνει κάθε τι άλλο, τις επιθυμίες, τις τέρψεις και τις ηδονές; Γιατί οι χοροί, οι γιορτές, τα παιχνίδια, τα ανταμώματα, τα ξενύχτια χωρίς έρωτα είναι σαν ένα ωραίο σπίτι το χειμώνα χωρίς θέρμανση ή σαν θεία λειτουργία χωρίς το Πάτερ ημών». Πως όμως επιλέγεις τον σωστό εραστή; «Πρώτα πρέπει να ξέρεις να προφυλάσσεσαι από νεαρούς που είναι σαν φίδια για τις γυναίκες… νέοι που είναι μέχρι είκοσι δύο ετών είναι να τους αποφεύγεις σαν το διάβολο γιατί λόγω της μικρής τους εμπειρίας, δεν ξέρουν πάνω από έρωτες τριών ημερών και κάνουν συζητήσεις επιπόλαιες και λιγόψυχες, πνίγονται σε μια κουταλιά νερό… και μιλούν στο τέλος χωρίς σωστούς τρόπους για τη φτωχή γυναίκα σαν να ήταν λεία». «Οι γέροι; Ένα μικρό καλό έχουν να είναι πρακτικοί αλλά έχουν κι ένα πολύ μεγάλο κακό, την πολύ κακεντρεχή και ζηλόφθονη γλώσσα. Και υπάρχει εξήγηση γι’ αυτό, γιατί, βλέποντας ότι δεν έχουν πλέον χάρη, σκάνε, εάν μάθουν ή σκεφτούν πως κάποιος απολαμβάνει τον έρωτα… ή αν κάποιος έχει τύχη με γυναίκα, αμέσως καυχιέται, για να δείξει ότι δεν έχει χάσει τη χάρη για τις γυναίκες, όπως νομίζει η παρέα του». Απορρίπτονται επίσης «οι φαφλατάδες και καυχησιάρηδες, που δεν ξέρουν τίποτε άλλο από το να αρωματίζονται, να καλλωπίζονται, να δένουν το παπούτσι τους και να καυχιόνται γι’ αυτό… δεν υπάρχει προοπτική να διαρκέσει ο έρωτας πάνω από δύο μήνες», «τους νέους που θεωρούνται συγκρατημένοι, είτε από ομορφιά, είτε από την αρετή, που νομίζουν ότι γι’ αυτούς οι γυναίκες θα πέσουν από τα παράθυρα για τον ερωτά τους… επειδή θέλουν να εξουσιάζουν τις γυναίκες και σαν να ήταν αυτές υποχρεωμένες να τρέχουν από πίσω τους». Οι παντρεμένοι; Αποκλείονται, «γιατί ο έρωτας θέλει την αποκλειστικότητα και όλο τον άνδρα, και ερωτευμένος αληθινά σημαίνει ότι δεν σκέφτεσαι άλλο, μέρα-νύχτα, παρά τον/την αγαπημένο/η σου. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ένας παντρεμένος, γιατί έχει τη φροντίδα του σπιτιού του, την αγάπη για τα παιδιά του και για τη γυναίκα του… και σε αντίθετες περιπτώσεις, δεν ερωτεύονται, γιατί υπάρχει συνεχής συζήτηση γι’ αυτή τη φροντίδα που τους ζορίζει… και στο τέλος βρίσκεται μαζί σου αλλά είναι μονίμως θυμωμένος». Ακόμα απορρίπτονται οι ξένοι, οι ενοχλητικοί, οι λυπημένοι, οι ψεύτες, οι άσχημοι, δειλοί, οι χαρτοπαίχτες, οι βλάσφημοι, οι πολύ λακωνικοί, ελαφρείς, ξεδιάντροποι, χασομέρηδες, και άλλοι παρόμοιοι.

Ο ορισμός του ιδανικού εραστή και πως η «τιμιότητα έγκειται στο πως την αντιλαμβάνονται οι άλλοι»

Για να καταλήξει ότι ο ιδανικός εραστής είναι «μεταξύ των είκοσι και των τριάντα πέντε ετών, με ιδανική ηλικία τα είκοσι επτά, είκοσι οκτώ χρόνια, να είναι έμπειρος ερωτικά, ώριμος συζητητής και να μπορεί να κυριαρχεί στα γεγονότα που μπορούν να του συμβούν. Από καλό σπίτι, όμορφος στη χάρη, εχέμυθος, υπερασπιστής της τιμής και της υπόληψης των γυναικών, ευγενικός, γενναιόδωρος και να ντύνεται καλά και με κομψότητα». Στην παρατήρηση της Μαργαρίτας ότι άνδρας με τέτοιου είδους χαρακτηριστικά δεν υπάρχει στον κόσμο η Ραφαέλλα συνεχίζει τις παραινέσεις για το πώς πρέπει πλέον να χειρίζεται και με ποιους τρόπους να διατηρήσει τον εραστή, αφού πρώτα τον επιλέξει με σύνεση και όχι με βιασύνη. Ύστερα θα πρέπει να τον αγαπάει και να τον σκέφτεται συνέχεια, όλος ο υπόλοιπος κόσμος είναι μηδέν γι’ αυτήν, αλλά πρέπει να είναι πολύ προσεκτική, ποτέ επιστολές και εμπιστοσύνη σε τρίτους ή υπηρέτες.  Η Μαργαρίτα παρατηρεί την αντίφαση της Ραφαέλλα που της είχε πει ότι το πρώτο πράγμα, που αγαπάει και φροντίζει μια παντρεμένη γυναίκα είναι το σπίτι της και ο άνδρας της, ενώ τώρα λέει ότι ο έρωτας για τον εραστή ξεπερνάει κάθε άλλη υπόθεση. Η απάντηση της Ραφαέλλας φέρνει στο επίκεντρο το θέμα της υποκρισίας και της εξαπάτησης  επειδή ο σύζυγος «πρέπει να σκέφτεται και να νομίζει ότι είναι έτσι, αλλά στην καρδιά και στη ψυχή σου όλα να είναι τακτοποιημένα, επαναλαμβάνω με τους συζύγους αρκεί να προσποιείσαι ότι τους αγαπάς, αυτό τους αρκεί»…«Το άλλο είναι να έχεις το μυαλό και την τέχνη να κρατήσεις μυστικό τον έρωτά σου, επειδή η εχεμύθεια είναι ο πυρήνας του έρωτα, και για να το κάνεις αυτό, χρειάζεται να προσποιείσαι και ποτέ να μη μιλήσεις για τον εραστή σου, ούτε καλά, ούτε κακά»…«Η τιμιότητα έγκειται στο πως την αντιλαμβάνονται οι άλλοι, αλλά με αυτόν που αγαπάς θα πρέπει να βρίσκεις τρόπους να συναντιέσαι σε τόπους μυστικούς, όλες τις φορές που θα υπάρχει η ευκαιρία, γιατί όπου υπάρχει ένωση ψυχών αυτό είναι θεάρεστο και πολύ καλό για τον κόσμο». Τελειώνοντας η Ραφαέλλα και θέλοντας πλέον να αναφέρει ότι ο ιδανικός εραστής είναι ο Ασπάσιος που περιμένει την απόφαση της Μαργαρίτας, ενώ η νεαρή και πανέμορφη Μαργαρίτα αναφέρει ότι θα είναι ευτυχισμένη αυτή που θα βρει τέτοιου είδους εραστή, η Ραφαέλλα καταλήγει τότε ότι θα είσαι εσύ αυτή γιατί «αν ποτέ άντρας αγάπησε γυναίκα με πίστη και με καρδιά, ο Ασπάσιος σε αγαπά, ο οποίος υποκρίθηκε ότι αγαπούσε άλλες γυναίκες, όχι για να τις εξαπατήσει, αλλά για να καταπνίξει την αγάπη που είχε και που έχει για σένα».

Για πρώτη φορά, μπαίνει στη λογοτεχνία το δικαίωμα των γυναικών στη ζωή, στον έρωτα, στα γράμματα

Ο Piccolomini δοκιμάζει μέχρις ορίων τις διαλογικές δυνατότητες, τονίζοντας τα ενστικτώδη και αυθόρμητα χαρακτηριστικά του σε σχέση με τα θέματα που πραγματεύεται, τα οποία δεν τα καταπνίγει, αλλά απλά τα προσαρμόζει σε ένα άλλο διαφορετικό επίπεδο, σε ένδειξη σεβασμού στην ικανότητα των γυναικών να «συγκροτούν μεγάλες αρχές, ιδέες και προχωρημένες αποφάσεις σωφροσύνης». Ο διάλογος επομένως, αν και έχει βαθμιαία εξέλιξη και βελτίωση συστηματοποιημένη στα θέματα και αρκετά σταθερή ανάπτυξη για την έκβαση του τελικού στόχου που είναι να πεισθεί η γυναίκα, ξετυλίγεται με απρογραμμάτιστη και συγκαλυπτική μορφή κουβέντας ανάμεσα σε δύο γυναίκες όχι μορφωμένες, αν και όχι της κατώτατης κοινωνικής τάξης. Ο επίλογος του διαλόγου με την προσφορά ενός μνηστήρα-εραστή από την πλευρά της Ραφαέλλας και η ενθουσιώδης αποδοχή του από τη Μαργαρίτα, είναι σαν ένα παράρτημα, που κάνει πράξη τις αρχικές προτάσεις και διαθέσεις, σε ένα ευχάριστο πάντρεμα θεωρίας και πράξης, φέρει επίσης καταστάσεις και πρόσωπα στη συμβατική σκηνή για τα στρατηγήματα της μαστροπού με τη μορφή της πραγματείας. Το περιεχόμενο και η παρουσία των γυναικών που κουβεντιάζουν τονίζει, σε σχέση με τον διαλεκτικό διάλογο, τα θεατρικά στοιχεία όπως επιφωνήματα, αναστεναγμούς και νύξεις για το περιβάλλον που αναπτύσσεται ο διάλογος που οδηγεί τον αναγνώστη στην απορία αν βρίσκεται σε θεατρική σκηνή. Τα κεντρικά ζητήματα της γυναικείας συμπεριφοράς και του έρωτα, σε ένα εχθρικό τυπικό «αρσενικό» περιβάλλον συγγραφής και θεώρησης, και οι κοινωνικές επιδράσεις τους διαστέλλει σαφώς τον «Διάλογο για τους ωραίους τρόπους των γυναικών» από την τότε σύγχρονη πραγματεία για τον έρωτα, οι οποίες πραγματείες έβριθαν από φιλοσοφικά χαρακτηριστικά, την ιδεαλιστική σύνθεση που προαγόταν από τη διάδοση του πλατωνισμού, το αριστοκρατικό δικαίωμα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες απουσιάζουν στο έργο Ραφαέλλα, και γι’ αυτό μπορεί να θεωρείται υπόδειγμα για έναν τομέα της διαλογικής πραγματείας και ως πρωτοπορία για τη χειραφέτηση και ισότητα της γυναίκας στην εποχή εκείνη, στο δικαίωμα στη ζωή, στον έρωτα, στα γράμματα. Η Ιταλική Αναγέννηση συνδέεται με τις πρώτες αλλαγές στη θέση και στον ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία και γι’ αυτό ο ιταλικός πολιτισμός μπορεί να υπερηφανεύεται.