Η αξιοθαύμαστη Βικτόρια Γούντχολ, η πρώτη υποψήφια γυναίκα πρόεδρος των ΗΠΑ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Είναι μια τόσο ωραία, παλιά, αμερικανική, αληθινή ιστορία για μια τολμηρή γυναίκα, που κατέβηκε υποψήφια για την προεδρία των ΗΠΑ, τότε που οι γυναίκες δεν είχαν όχι δικαίωμα ψήφου, αλλά ούτε μέρος να σταθούν στην ανθρωπότητα. Ήταν κοινωνική μεταρρυθμίστρια, ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών, υπέρμαχος του ελεύθερου έρωτα, πολέμιος της κοινωνικής υποκρισίας, η μόνη γυναίκα χρηματιστήρια, εκδότρια εφημερίδας, πνευματίστρια και στο τέλος της μεταρρυθμίστρια του συστήματος εκπαίδευσης. Με λίγα λόγια, η Βικτόρια Γούντχολ σόκαρε, αφύπνισε, αγωνίστηκε, επιβίωσε, άντεξε, κορόιδεψε, πίστεψε και κυρίως έδωσε μια γερή κλωτσιά την ανδροκρατούμενη εποχή της και την πήγε παρακάτω. Ήταν η πρώτη τόσο δυναμική φεμινίστρια των ΗΠΑ, που την χλεύασαν τόσο στην εποχή της και που ακόμα δεν έχει λάβει εκείνη την αναγνώριση που αρμόζει στην τόλμη της. Εκείνη όμως, έζησε μια μεγάλη, γεμάτη ζωή, όπως την έφτιαξε η ίδια, μαχόμενη πάντα για τα όνειρα της, την αλήθεια, την κοινωνική δικαιοσύνη. Ενδιάμεσα είπε και κάποια ψέματα αλλά ήταν τόσο ευφάνταστα, που της αναγνωρίζουμε το δικαίωμα ακόμα και να τα πιστεύει η ίδια…  

Η υποψηφιότητα για την προεδρία των ΗΠΑ!

Ήταν Μάιος του 1872, όταν το Κόμμα των Ίσων Δικαιωμάτων του εμβληματικού για το κίνημα των Αφροαμερικάνων, Φρέντερικ Μπέιλι εξέλεξε τη Βικτόρια Γούντχολ ως υποψήφια για την προεδρία των ΗΠΑ, παρόλο που οι γυναίκες τότε δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Οι New York Times έγραψαν, για εκείνη που ήταν και γυναίκα αλλά κατά του ρατσισμού, συντασσόμενη με τον πιο μαχητικό ηγέτη των Αφροαμερικανών πως: «Η κυρία Γούντχολ, με φιλοδοξία αντίστοιχη ενός θηλυκού Ναπολέοντα, διεκδικεί την προεδρία». Η Γούντχολ, που ήταν πρωτοπόρος στις σουφραζέτες, με κοντά μαλλιά και χωρίς καπέλο στις αφίσες και στα ψηφοδέλτια της δεν εξελέγη και μέχρι σήμερα αμφισβητείται η εγκυρότητα της υποψηφιότητάς της, όχι γιατί ήταν γυναίκα, αλλά γιατί ήταν μικρότερη των 35 ετών που είναι η οριακή ηλικία για την ηλικία. Την εποχή εκείνη τα ψηφοδέλτια τύπωναν και διένειμαν οι ίδιοι οι υποψήφιοι, κάτι που έκανε και η Βικτόρια. Στην καταμέτρηση βρέθηκαν περίπου 2000 ψήφοι, για εκείνη. Φυσικά κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης, είχε συλληφθεί η ίδια, ο σύζυγος της και η αδελφή της. Όχι πως αυτό θα σταματούσε την 33χρονη σουφραζέτα, φυσικά! Ίσα ίσα την θύμωσε περισσότερο…

Παιδικά, όλο φτώχεια χρόνια στα πανηγύρια του Οχάιο με το… πνεύμα του ρήτορα Δημοσθένη να την καθοδηγεί!

Χόμερ, δηλαδή Όμηρος, μια μικρή, αγροτική, φτωχική πόλη, στο Οχάιο, Σεπτέμβριος του 1823. Τραχύς τόπος, στα άκρη, στα Απαλάχια Όρη, με άλλη, διαφορετική βουνήσια προφορά, απομόνωση, φτώχεια και περηφάνια. Η Βικτόρια Καλιφόρνια, που γεννιέται τότε, είναι το έβδομο από τα δέκα παιδιά της οικογένεια Κάφιν, απ τα οποία τα έξι ζήσουν για να ενηλικιωθούν. Η κατάσταση της οικογένειας είναι κάθε άλλο παρά ιδανική. Η μητέρα, η Ροξάνα, ή Ρόξι, γεννήθηκε από γονείς αναλφάβητους, που αγαπούσαν την απομόνωση, χωρίς συναναστροφές με άλλους ανθρώπους και εκτός γάμου. Σαν παντρεύτηκε είχε γίνει οπαδός του αυστριακού μυστικιστή Φραντς Μεσμέρ και του νέου πνευματιστικού κινήματος, που εκείνη την εποχή ήταν πολύ διαδομένο. Ο πατέρας, ο Ρούμπεν Μπακ Κλάφιν, σκωτσέζικης καταγωγής, ήταν ένα άνθρωπος της ευκαιρίας, μικρό – απατεώνας, αυτοδίδακτος τάχα δικηγόρος και πωλητής «μαγικού» ελαίου φιδιών. Αργότερα που το όνομα της Βικτόρια θα τυλιχτεί με τις φήμες της διασημότητας της, θα υπάρξουν ισχυρισμοί, πως εκείνη είχε τόσο «ακραίες» θέσεις για την ελεύθερη σεξουαλικότητα των γυναικών, διότι την κακοποιούσε ο πατέρας της, πράγμα που θεωρείται απίθανο. Όμως απ τους γονείς και κυρίως τη μητέρα, η μικρή Βικτόρια Καλιφόρνια, πιστεύει στον πνευματισμό και μάλιστα ισχυρίζεται πως την επισκέπτεται το πνεύμα του ρήτορα Δημοσθένη, τον οποίο χρησιμοποιεί για να επιχειρηματολογήσει για τις ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις.

Όταν ο πατέρας έβαλε φωτιά στο σπίτι

Μεγαλώνοντας η  Βικτόρια ήταν πολύ δεμένη με την κατά επτά χρόνια μικρότερη, αδελφή της, την Τενεσί Σελέστ ή Τένι. Μικρές, μαζί με τον πατέρα τους πήγαιναν στα πανηγύρια και εκείνος πουλούσε τα θαυματουργά «λάδια» φιδιών και εκείνες ως μέντιουμ πρόβλεπαν το μέλλον των πελατών τους. Ενήλικες πια και αχώριστες, μαζί, στη Νέα Υόρκη, θα ιδρύσουν χρηματιστηριακή εταιρεία, που και πάλι θα τις καθοδηγούν, όπως ισχυριζόταν τα πνεύματα για τις κινήσεις τους στην Γουόλ Στριτ, αλλά και εφημερίδα. Η Τενεσί ήταν μεν μαχητική αλλά και μια καλλονή της εποχής, που στάθηκε μοιραία στην ζωή πολλών σημαντικών ανδρών.

Μέχρι τα 11 της η Βικτόρια, είχε πάει μόλις τρία χρόνια στο σχολείο, με τους δάσκαλους τους να την θεωρούν εξαιρετικά έξυπνη. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και το σπίτι μαζί με την οικογένειά της όταν ο πατέρας της, αφού το ασφάλισε για μια ικανοποιητική αποζημίωση, του βάλε φωτιά. Η ασφαλιστική κατάλαβε την  απάτη του, η οικογένεια έμεινε άστεγη και η πόλη μάζεψε λεφτά, για να φύγει η οικογένεια απ τη περιοχή και απ το Οχάιο, για να ηρεμίσουν απ τις απατεωνιές του πατέρα. Και έτσι συνέβη.

Γάμος στα 15 της και η δική της επιλογή για διαζύγιο που σκανδάλισε την κοινωνία

Στα 14 της, η Βικτόρια συναντά τον 28χρονο Κάινγκ Γούντχαλ ή Τσανγκίν, γιατρό από μια πόλη έξω από το Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης, που είχε αναλάβει να την θεραπεύσει από μια χρόνια ασθένεια. Τώρα, μη φανταστείτε κάνα γιατρό, με σπουδές, πτυχία και ειδικότητες. Το Οχάιο τότε δεν απαιτούσε επίσημη ιατρική εκπαίδευση και άδεια, όπου ο κάθε πρακτικός ή και κομπογιαννίτης πήγαινε και έπαιρνε λιγοστά λεφτά απ τους ήδη, φτωχούς και δυστυχείς ανθρώπους. Ο Γούντχαλ «έκλεψε» το ανήλικο κορίτσι, τάζοντας του μεγαλεία και πως τάχα, είναι ήταν από τζάκι και ανιψιός του Κάλεμπ Σμιθ Γούντχαλ, τότε, δημάρχου της Νέας Υόρκης. Στην πραγματικότητα ένας ένας πολύ μακρινός ξάδελφος και δεν είχαν καμία επαφή. Δυο μήνες αφ’ ότου η Βικτόρια έκλεισε τα 15, παντρευτήκαν στο Κλίβελαντ. Η ζωή της παντρεμένης κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή ήταν! Ο σύζυγος ήταν αλκοολικός και γυναίκας. Για να συντηρηθούν η Βικτόρια δούλευε σε ότι δουλειά βρίσκονταν. Έκαναν δυο παιδιά. Τον Μπάιρον και τη Ζούλα Μοντ. Ο Μπάιρον γεννήθηκε με διανοητική αναπηρία, πράγμα που η Βικτόρια ποτέ δεν συγχώρεσε στον σύζυγο της, πιστεύοντας πως προκλήθηκε απ τον αλκοολισμό του. Θυμωμένη, κουρασμένη και αδιάφορη πια για τον άνδρα της, η Βικτόρια, πήρε τα παιδιά της και τον χώρισε, διατηρώντας, πλέον, μόνο το επώνυμό του. Το διαζύγιο της θεωρήθηκε κοινωνικά σκανδαλώδες. Οι γυναίκες, δεν χώριζαν εκείνα τα χρόνια και όποια το έκανε στιγματιζόταν, εξοστρακιζόταν από την κοινωνία και θεωρούταν ελευθερίων ηθών. Η Βικτόρια, με έναν σύζυγο που την απατούσε απροκάλυπτα, πίστευε ότι οι γυναίκες έπρεπε να έχουν την επιλογή να αφήνουν αφόρητους γάμους και να διεκδικούν την ευτυχία επί ίσοις όροις με τους άνδρες.

Απ τα κουρέλια στα πλούτη και ο δεύτερος γάμος της

Η Βικτόρια απ τα κουρέλια και την μεγάλη ανέχεια ζει τον εαυτό της και τα παιδιά της. Αποφασισμένη να μην  υπακούσει σε μια άδικη τάξη πράγματων που την θεωρεί άνθρωπο δεύτερης κατηγορίας κάνει ολόκληρη περιουσία, γυρνώντας σε πανηγύρια και στους πολυσύχναστους δρόμους ως μαγνητική θεραπεύτρια. Εντάσσεται στο πνευματιστικό κίνημα της δεκαετία του 1870 που ήταν πολύ διαδεδομένο και έντονο και γινεται η Αμερικανική εμβληματική μορφή του. Εκεί γνωρίζει τον δεύτερο σύζυγο της. Στα 28 της παντρεύεται τον συνταγματάρχη Τζέιμς Χάρβεϊ Μπλοντ, που είχε υπηρετήσει στον Στρατό της Ένωσης στο Μιζούρι κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου και είχε εκλεγεί ως ελεγκτής της πόλης του Σαιντ Λούις. Από οργή, ανάγκη επιβίωσης, αίσθηση κοινωνικής δικαιοσύνης, ίσως και τυχοδιωκτισμό γινεται πρωτοπόρος, μαχήτρια, μια μεγάλη μεταρρυθμίστρια, που βλέπει πολύ μπροστά από την εποχή της!

Σεξουαλική ελευθερία, δικαίωμα αυτοδιάθεσης και επιλογής, με τον τύπο να την χαρακτηριζει ως «κάτι περισσότερο από πόρνη»  

Η Βικτόρια Γούντχαλ διατρανώνει πλέον τις πεποιθήσεις πως σεξουαλικά η γυναίκα τα ίδια ακριβώς δικαιώματα για τον άνδρα και την επιλογή να φεύγει από σχέσεις που δεν την ικανοποίησαν. Πίστευε στην μονογαμία, αλλά όπως έλεγε επιφυλασσόταν, διότι δεν μπορούσε να είναι απόλυτη στο θέμα των σχέσεων και ότι καθένας είχε δικαίωμα επιλογή και η ίδια επίσης, την ελευθερία να αλλάξει γνώμη. Στις πύρινες τοποθετησεις της και στα γραπτά της, έλεγε πως «Όταν η γυναίκα απελευθερώνεται από τη σεξουαλική δουλεία και κατακτά την σεξουαλική της ελευθερία, με ένα σώμα που είναι δικό της και με τον πλήρη έλεγχο των σεξουαλικών της οργάνων, ο άντρας υποχρεώνεται να σέβεται αυτήν την ελευθερία και μέσα στο γάμο. Για αυτην η σεξουαλική ανελευθερία της γυναίκας, οδηγούσε στην ιεροδουλία, μας και οι άνδρες έβλεπαν τις γυναίκες, ως ιδιοκτησία για κτήση ή ενοικίαση. Ήταν παρ όλα αυτά, υπερ νομιμοποίησης της πορνείας, μιας και αυτό θα προστάτευε τις εκδιδόμενες γυναίκες. Ήταν ακόμα, πράγμα σκανδαλιστικό για την εποχή, υπερ τον εκτρώσεων. «Ναι, είμαι ελεύθερη ερωμένη.  Έχω συνταγματικό και φυσικό δικαίωμα μου να αγαπώ όποιον θέλω και όσο θέλω, ακόμη και το μικρότερο χρονικό διάστημα της μιας συνεύρεσης. Μπορώ να αλλάζω αυτούς που αγαπώ ακόμη και κάθε μέρα αν θέλω, και με αυτό το δικαίωμα μου, ούτε εσείς ούτε οποιοσδήποτε νόμος μπορείτε να έχετε δικαίωμα να παρέμβετε» είπε σε δημοσιά τοποθέτηση της, στην Νέα Υόρκη, με τον τύπο της εποχής και τους κυρίαρχους άνδρες να την χαρακτηρίζουν ως «κάτι περισσότερο από πόρνη».

Η πρώτη γυναίκα χρηματίστρια, στην Γουόλ Στριτ και η εκδοτική της μαχητικότητα

Η Γούντχολ και η αδελφή της Τενεσί, απέκτησαν φήμη ως οι πρώτες και μοναδικές χρηματίστριες στην Αμερική. Οι δύο αδελφές εκμεταλλεύτηκαν τη φήμη τους ως πνευματίστριες και υποστήριζαν ότι λάμβαναν υποδείξεις για την επιλογή μετοχών, ενώ βρίσκονταν σε έκσταση. Ο Τύπος της εποχής, τις αποκαλούσε «μάγισσες-χρηματίστριες». Εξέδωσαν και εφημερίδα με τίτλο «Woodhull & Clafin’s Weekly». Ένας από τους ανθρώπους που στήριζαν τις δυο αδελφές, ήταν ο μεγιστάνας των σιδηροδρόμων, Κορνήλιος Βάντερμπιλτ, ο οποίος είχε μια μεγάλη, μοιραία σχέση με την Τενεσί, ήθελε να την παντρευτεί μάλιστα και ήταν θαυμαστής της μαχητικότητας της Βικτόρια και φανερός υποστηρικτής της. Ως εκδότρια και ως ακτιβίστρια των γυναικείων δικαιωμάτων  στράφηκε ενάντια στην υποκρισία των παντρεμένων ανδρών που ενώ φέρονταν στις γυναίκες τους σαν ιδιοκτησία τους και κήρυτταν πατριαρχική ηθική είχαν ερωμένες και μια κρυφή ζωή. Δεν δίστασε μάλιστα να τα βάλει και με τους εκπροσώπου της εκκλησίας, κατηγορώντας τον κληρικό Χένρι Γουόρντ Μπίτσερ, ιδιαιτέρως γνωστό τότε, που ήταν και πολιτικός και ενώ ήταν παντρεμένος και από αμβωνος λάβρος για κάθε σεξουαλική ελευθερία η απόλαυση, είχε σχέση με την ενορίτισσά του Ελίζαμπεθ Τίλτον. Η Βικτόρια έδωσε τόση δημοσιότητα στο θέμα, που έγινε πανεθνικά γνωστό, αλλά η ίδια βρέθηκε ξανά στη φυλακή, για  πορνογραφία και ο μέγας Τόμας Ναστ της κόλλησε την ετικέτα «κυρία Σατανά». Μέσω την εφημερίδας της συνέχισε να κατηγορεί τον Μπίτσερ, που ηθικολογούσε εναντίον της, ενώ όπως καλά γνώριζε και ο ίδιος, είχαν υπάρξει οι δυο τους εραστές. Η Βικτόρια περιφρονούσε όσους έκαναν ανοιχτά κήρυγμα κατά του ελεύθερου έρωτα, αλλά τον ασκούσαν μυστικά. Στο πρόσωπο του Μπίτσερ βρήκε εκείνο που σιχαινόταν περισσότερο την διπροσωπία, που έδινε στους άντρες σεξουαλική ελευθερία αλλά την αρνιόταν στις γυναίκες. Το περίεργο είναι ότι σε όλη τη διάρκεια του σκανδάλου που ακολούθησε, ο Μπίτσερ, δεν αρνήθηκε ποτέ τις κατηγορίες της, αλλά ούτε και το ότι είχαν υπάρξει εραστές. Η εβδομαδιαία εφημερίδα της, άντεξε για τα επόμενα έξι χρόνια, με τον φεμινισμό να είναι το πρωταρχικό ζητούμενο και γινεται διαβόητη για τη δημοσίευση πύρινων απόψεων για θέματα ταμπού, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, τη σεξουαλική εκπαίδευση, την ελεύθερη αγάπη, την ψήφο των γυναικών, τις κοντές φούστες, τον πνευματισμό, τη χορτοφαγία και την νομιμοποίηση της πορνείας. Είναι το πρώτο έντυπο που δημοσιεύει την αγγλική έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστο του Καρλ Μαρξ, στο φύλο της στις 30 Δεκεμβρίου 1871. Ο σύζυγος της Βικτόρια, Τζειμς Μπλοντ και ο Στέφεν Περλ Άντριους ήταν οι βασικοί αρθρογράφοι, πλαισιωμένοι από ένα πλήθος συνεργατών πολύ προοδευτικών για την εποχή τους.

Λονδίνο, τρίτος γάμος, τα νηπιαγωγεία και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση

Ξαφνικά στο 1875, λίγο πριν τα 35 της, η Βικτόρια Γούντχολ αλλάζει εντελώς τις πολιτικές της θέσεις και την δημόσια στάση της. Γινεται ένθερμη χριστιανή, αποκηρύσσει την ελεύθερη αγάπη, εξιδανικεύει την αγνότητα, τη μητρότητα, το γάμο και τη Βίβλο στα γραπτά της. Τον Οκτώβριο του 1876, χώρισε τον δεύτερο σύζυγό της, τον συνταγματάρχη Μπλοντ. Μετά το θάνατο του Κορνήλιου Βάντερμπιλντ το 1877, ο αδελφός του Γουίλιαμ Χένρι, κατέβαλε στις δυο αδελφές ένα σεβαστό ποσό  για να φύγουν από τη χώρα, επειδή ανησυχούσε ότι θα μπορούσαν να καταθέσουν σχετικά με τη κληρονομία του μεγάλου του αδελφού και να δημιουργήσουν προβλήματα. Οι αδελφές πήραν τα λεφτά, παράτησαν την Γουλ Στριτ, κλείσανε την εφημερίδα τους και μετακόμισαν στη Μεγάλη Βρετανία τον Αύγουστο του 1877. Τέσσερις μήνες αργότερα, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, η ένθερμη πλέον Χριστιανή Βικτόρια Γούντχολ, μιλά στο Λονδίνο με θέμα «Το Ανθρώπινο Σώμα, ο Ναός του Θεού». Ανάμεσα στο κοινό της, βρίσκεται ο τραπεζίτης Τζον Μάρτιν. Ερωτευτήκαν σφοδρά, δημοσιοποίησαν τ σχέση τους, αλλά παντρευτήκαν αρκετά αργότερα, τον 31 Οκτώβριο του 1883 μιας και η αριστοκρατική οικογένειά εκείνου αποδοκίμασε την ένωση με την σκανδαλώδη αυτή γυναίκα. Η ηρωίδα μας γινεται πλέον γνωστή ως Βικτόρια Γούντχολ Μάρτιν, υπερασπίζεται τα δικαιώματα των παιδιών και την ανάγκη προστασίας της παιδικής ηλικίας και αρθρογραφεί στο περιοδικό The Humanitarian. Αφού ο Μάρτιν πεθαίνει το 1901, εκείνη εγκαταλείπει το δημόσιο λόγο και το Λονδίνο και αποσύρεται στην αγγλική επαρχία, όπου στο Μπρέντονς Νόρτον πια, δημιούργει ένα σχολείο πρωτοποριακό με άλλες μεθόδους διδασκαλίας και γινεται πρωτεργάτης, για μια άλλη φορά, ανοίγοντας δρόμους για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στα αγγλικά σχολεία, ενώ προσθέτει στην εκπαίδευση, πρώτη αυτή, πρόγραμμα σπουδών νηπιαγωγείου. Πεθαίνει. Ακόμα οι άνθρωποι την θυμούνται. Έζησε με τους όρους της! Δεν υποχώρησε ποτέ! Προχώρησε μπροστά απ την εποχή της! Ήταν μια προφήτισσα των γυναικών!