Το γυναικείο σώμα, η ελληνική κοινωνία και ο Big Brother καθρέφτης…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

Είναι το Big Brother ο καθρέφτης της ελληνικής κοινωνίας; Είναι μία απεικόνιση, του πως σκεφτόμαστε, πως ενεργούμε; Τα ερωτήματα αυτά δεν τίθενται πρώτη φορά. Τέθηκαν ξανά και ξανά, σε πολλές χώρες και στη δική μας, όταν το πρώτο τηλε-σκουπίδι ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών. Η πρωτοφανής επιτυχία του πρώτου τηλε-σκουπιδιού βέβαια, το οποίο οφείλουμε να πούμε ότι είχε την «αθωότητα» της ιδιωτικής τηλεοπτικής εφηβείας μας αναπαρήγαγε πλήθος τέτοιων, στο πλαίσιο των λίγων λεπτών δημοσιότητας. Αποτέλεσε μάλιστα μέρος της εισήγησής μου στο 2ο συνέδριο των συναδέλφων μου Κοινωνιολόγων, στη Θεσσαλονίκη, όπου ενέταξα το κριτήριο της «Αναγνωρισιμότητας» για τον καθορισμό της διαστρωμάτωσης, δηλαδή της ταξικής θέσης του ατόμου, μαζί με τα υπόλοιπα κριτήρια, που έθεσαν οι Μαρξ και Βέμπερ.  

Ένα πείραμα αλληλεπίδρασης

Ένα τηλεοπτικό προϊόν, βασισμένο σ΄ έναν σπουδαίο συγγραφέα, τον Όργουελ, το οποίο δεν προάγει τη γνώση ή την ψυχαγωγία, δεν αφορά στην επικαιρότητα αλλά την παράγει και την αναπαράγει. Ένα πείραμα αλληλεπίδρασης μεταξύ ατόμων (Βατσλάβικ) που εκπροσωπούν κατεξοχήν διαφορετικές κουλτούρες μέσα στην κοινωνία (Μαλινόφσκι) αλλά την ίδια στιγμή κι ατόμων, που με δέλεαρ το χρήμα ή την αναγνωρισιμότητα αναζητούν τον εαυτό τους μέσα από έναν τηλεοπτικό καθρέφτη. Ζουν δηλαδή εν μέρει μέσα από την τηλεοπτική αντανάκλασή τους, όσο διαρκεί το παιχνίδι κι εν μέρει μέσα απ΄ αυτήν και όσο διαρκούν τα λεπτά δημοσιότητας, όταν τελειώσει. Λειτουργικά εξυπηρετεί λοιπόν ως παιχνίδι το στόχο της τηλεθέασης και την δημιουργία οικονομικού οφέλους στο κανάλι ενώ σε ό, τι αφορά τους «παίκτες – ρόλους» πρόκειται για το δίπτυχο χρήμα – εύκολη δημοσιότητα, που φέρνει δόξα. Ένα παιχνίδι ρόλων, όπου ο καθένας παίζει τον εαυτό του ή υπερθεματίζει ως προς τον εαυτό του. Ουσιαστικά είναι η δημόσια εικόνα, αλλά αντεστραμμένη μέσα από ένα είδωλο το οποίο εφεύρει εκ νέου τον εαυτό του. Η δημόσια εικόνα πάντα διαφέρει σε σχέση με την ιδιωτική. Υποτίθεται ότι στο παιχνίδι, ξεδιπλώνει ο άλλος τον εαυτό του. Αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι, αφού κι οι συμμετέχοντες, εκτός καμερών, παίζουν το ρόλο του συμμετοχικού παρατηρητή κι ο παίκτης επανεφευρίσκει τον εαυτό του, μέσα από τη δημόσια εικόνα του.  Τα πλάνα, οι ρόλοι – χαρακτήρες, που θα ξεδιπλωθούν, η πίεση από μέσα προς τα έξω, είναι σαφές ότι δεν δίνουν μία ολοκληρωμένη εικόνα, αφού δείχνουν τις ζώνες του εαυτού τους, πότε άκομψα πότε σιγά ενδίδοντας στην πίεση αλλά και στη γοητεία της αυτό- εικόνας. Η πίεση λόγω της ανελευθερίας είναι βέβαια δεδομένη και δημιουργεί νέα δεδομένα. Τα άτομα αυτά δεν λειτουργούν όπως στην καθημερινότητά τους, αλλά με τους κανόνες του εγκλεισμού, που επιβάλλει το τηλεσκουπίδι.

Κυρίαρχη ιδεολογία και υποκουλτούρες

Το παιχνίδι αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία σε συναισθηματικό ή πρακτικό επίπεδο: ο καλός θα κερδίσει στο τέλος ή ο ικανότερος, μια κοινωνιοβιολογική ερμηνεία τύπου Σπένσερ και δίνει μία νέα νοηματοδότηση. Ο κόσμος γίνεται συμμέτοχος στον ιππόδρομο – Αρένα, στο νέο Κολοσσιαίο δια του τηλεφώνου. Ουσιαστικά πρόκειται για το παιχνίδι στην πράξη και σε επίπεδο συμβόλων, που ρατσιστικά ετσιθελικά εμπεριέχονται στην κοινωνία μας, φτιάχνοντας εκ νέου το πρότυπο, ο «καλός», ο «κακός», ο «άσχημος». Εν προκειμένω, ο «διεμφυλικός» με το ροζέ μαλλί, που συμπαρασύρει μία σειρά από αρνητικά στερεότυπα για τους γκέι, η «χοντρή», η οποία είναι μη αποδεκτή σε έναν κόσμο ομορφιάς, όπως είναι η τηλεόραση, αναδεικνύοντας στους αδύναμους τύπους της κοινωνίας, οι οποίοι πρέπει να εκλείψουν στη μορφή ενός σύγχρονου τηλεοπτικού Καιάδα, όπου δεν χωρούν.

Οι Φλινγκστόουν της Ελλάδας

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, όμως, για πρώτη φορά, βλέπουμε το κυρίαρχο πατριαρχικό πρότυπο, «τον μάτσο άνδρα» με την καταγωγή απευθείας από το τηλεοπτικό σχέδιο των Φλινγκστόουν ν΄ αμφισβητείται. Η δημόσια εκφορά των κρυμμένων πεποιθήσεων Αλεξανδρίδη τον μεταφέρουν στην αρένα του Κολοσσαίου κι αποδεικνύεται ο πιο αδύναμος κρίκος. Πρόκειται για αντιστροφή των ρόλων, αλλά κι εν μέρει ωριμότητας της ελληνικής κοινωνίας, που ένα μέρος της θέλει να σταματήσει η περιθωριοποίηση και το μπούλινγκ απέναντι στο διαφορετικό.

Η ευκαιρία να «τρουπώσουν…»

Τι έχουν να διδαχτούν λοιπόν οι νέοι άνθρωποι ως προς το τηλεπαιχνίδι; Το καθισιό, χωρίς νόημα; Το ρουφιανιλίκι; Τον κοινωνικό ρατσισμό; Αντιλαμβάνονται την έννοια της ευκαιρίας. Του «τρούπωσα», που έλεγε ο αείμνηστος Κώστας Βουτσάς, ψάχνοντας για δουλειά. Τα κατάφερα, σε μία κοινωνία, που είναι τσακωμένη με την αξιοκρατία κι ένα ΑΣΕΠ δεν φέρνει την άνοιξη. Κι εδώ υπάρχει η έννοια της ευθύνης της πολιτείας κι όχι μόνο του ΕΣΡ. Είναι η ευθύνη απέναντι στον εργαζόμενο. Κανένας άνθρωπος δεν θα σκεφτόταν το τίποτα, αν δεν υπήρχαν οι πραγματικές ευκαιρίες, για να κάνει κάτι, χωρίς να φιλήσει κατουρημένες ποδιές, χωρίς να έχει γνωστό, για να βρει δουλειά, χωρίς να μιλήσει κάποιος γι΄αυτόν αλλά γιατί υπάρχει ορθολογισμός. Ο τηλε- κανιβαλισμός είναι δεδομένος με νέα τοτέμ, το χρήμα, το σεξ και τη δόξα. Ο άνδρας ο μάτσο, ο διεμφυλικός που προκαλεί, η κυρία με τα παραπάνω κιλά μπορούν να γαργαλίσουν το φιλοθεάμον κοινό, το οποίο θέλει θυσίες στη νέα τηλεοπτική αρένα. Η ιδέα περί φύλου, που εξέφρασε ο «μάτσο» άνδρας δεν είναι μια ιδέα εκτός ελληνικής κοινωνίας. Δυστυχώς.

Το ξύλο ως μορφή σωφρονισμού

Η θέαση του «πρωτόγονου», του σεξ, που είναι «καθαρό», με λευκούς, με τον άνδρα με καταγωγή από τους Φλινγκστόουν και τη γυναίκα έρμαιο των ορέξεών του, να μπορεί να τη σέρνει από τα μαλλιά δεν παραπέμπει μόνο σε προϊστορικές, κατά το φαντασιακό, κοινωνίες και αντιλήψεις. Ευτυχώς, δεν είναι η επικρατούσα ιδεολογία αλλά υπάρχει. Το «ξύλο» ως μορφή σωφρονισμού παραμένει κι εκφράζεται ως μία ασύμμετρη παράμετρος, απέναντι στο «κακό» και θεσμικά («το λέω γλυκά», κατά Βορίδη).

Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι

 Ενυπάρχει εντός και είναι μέσα σε κάθε ελληνικό σπίτι, που ο άντρας, ο βαρύς ο ζόρικος σηκώνει το χέρι του ψηλά, για να υποτάξει το άγριο θηλυκό. Την στρίγγλα, να την κάνει αρνάκι. Η ποιητική, η αγάπη, η συντροφικότητα, η συνύπαρξη με το άλλο φύλο, το πεδίο των αισθήσεων (Σερεμετάκη) πάει περίπατο. Η λέξη «υποταγή», εν τέλει, που είναι σχέση κυρίαρχου – κυριαρχούμενου, που δεν έχει μόνο ταξικό περιεχόμενο, δουλείας αντί ισότητας προάγεται, σε μία εξίσωση πόνου. Έρχεται να κουμπώσει πάνω σε στερεότυπα παλαιότερων εποχών, περί παρθενίας, σεξουαλικών επαφών πριν το γάμο με τον υποψήφιο σύζυγο, εν τέλει αρχηγίας στην αγέλη και χρυσαυγίτικες λογικές.  Ο «άνδρας», που δεν ανέχεται τη γυναίκα του, να του χαλάσει το όνομα, να τον κερατώσει, ενώ εκείνος μπορεί να γυρίζει με όποια να΄ναι. Ο άντρας που δεν καταδέχεται η γυναίκα του ν΄ αρέσει στο άλλο φύλο, γιατί αλλιώς τον προσβάλλει. Ο άνδρας, που δεν δέχεται το «Όχι», μίας γυναίκας. Ο φαλλοκρατισμός ως θεωρία και πρακτική εν τέλει, κυρίαρχος ή υποβόσκων δεν χρειάζεται να περάσει από το «κακό Ισλάμ» αλλά υφίσταται και στην «πολιτισμένη χριστιανική Δύση». Φάνηκε εξάλλου στα θύματα του τράφικινγκ και της σεξουαλικής κακοποίησης στον παπισμό, πως ο Δυτικός Κόσμος αντιλαμβάνεται και εισάγει ή εξάγει αναλόγως θύματα ή θύτες.

Η «υποδεέστερη γυναίκα»

Η υπόθεση Αλεξανδρίδη σαφέστατα δεν έχει φανεί ακόμη απέναντι σε όσους και όσες έχουν υποστεί βιασμό. Είναι απλά το κερασάκι στην τούρτα απέναντι σε μια νοοτροπία, που βλέπει τη γυναίκα υποδεέστερη. Μιαρή, για να μπει στο χριστιανικό ιερό όταν έχει κορίτσι, μιαρή, όταν έχει περίοδο. Υπάρχει στη γλώσσα («το πλευρό του άνδρα», «ο λαιμός»). Δεν είναι ο Αλεξανδρίδης, ο μόνος ένοχος σε μια κοινωνία, η οποία αναπαράγει τέτοια στερεότυπα. Ο Αλεξανδρίδης είναι η μία έκφανση αυτής της ντροπής. Είναι απλά ένας τύπος, που τόλμησε να πει δημόσια, αυτό, που πολλοί λένε στις παρέες: «Οι γυναίκες είναι πουτάνες», «Φεύγουν για σπουδές και πετούν και το βρακί τους», «Τα θέλουν». Η γυναίκα ωσάν δαιμονικό πλάσμα, «που θέλει να τυλίξει τον άνδρα». Κι αυτή η μεταφορά του «μάτσο», η οποία μεταφέρεται πάλι στερεοτυπικά στο δήθεν θετικό πρότυπο «ωραίος, νέος και πλούσιος», χωρίς να εμβαθύνει αν η καθημερινότητα δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Στην κοινωνία της εικόνας ο Μίστερ Μπίγκ, μπορεί ν΄ αποδειχτεί, όπως αυτό, που λένε στη Νέα Υόρκη “good in papers”.  Άνθρωπος, που μπορεί να είναι όμορφος, νέος, πλούσιος, αλλά να μην κάνει μία γυναίκα ευτυχισμένη, γιατί δεν είναι συντροφικός, είναι αδιάφορος πατέρας, είναι αλαζόνας, δεν είναι κοινωνικός, είναι γυναικάς και προσβλητικός. Αρκεί λοιπόν το γεμάτο πορτοφόλι ή η εξωτερική ομορφιά για να καθαγιαστεί; «Ξεβλαχέψαμε» λοιπόν ή μήπως εγκλωβιστήκαμε στο αμερικανοβλάχικο νεοελληνικής κοπής όνειρο, που οδήγησε στην ανηλεή δολοφονία της Τοπαλούδη και στην απεχθή εικόνα του σκοτωμένου Φύσσα;

Το δεύτερο φύλο ακόμη ασθενές

Έχουμε δρόμο ως κοινωνία να διανύσουμε για να σεβαστούμε όχι το τρίτο αλλά ακόμη και το δεύτερο φύλο, που είναι άνεργο και πολλαπλώς χτυπημένο μέσα στην υγειονομική και την οικονομική κρίση, όπου τα περιστατικά βίας αυξήθηκαν παντού κατακόρυφα. Είναι η μεγαλύτερη μορφή βίας, όταν μία γυναίκα δεν μπορεί να ζήσει τα παιδιά της, ενώ ο σύντροφός της τη χτυπά κι αδυνατεί να φύγει.  Το γεγονός ότι υπήρξε τέτοια κινητοποίηση, απέναντι στις δηλώσεις Αλεξανδρίδη σαφώς και καταγράφεται στα θετικά. Δεν αλλάζει όμως την κυριαρχική δομή. Ο τύπος αυτός ένιωθε απόλυτα καλά να το πει, προτού ξεσπάσει θύελλα διαμαρτυριών. Στο πλαίσιο αυτό, ο τηλεοπτικός σταθμός διέπραξε το ατόπημα να κρατά αποστάσεις από τη λέξη ευθύνη. Καμία παραγωγή δεν γίνεται αποδεκτή, αν δεν πει το ΟΚ, ο σταθμός. Ένας σταθμός, ο οποίος πρωτοστάτησε τα μνημονιακά χρόνια λειτουργώντας εν μέρει στις κυρίαρχες ιεραρχίες ως δεκανίκι της τρόικας. Επομένως, οι περισπούδαστες δηλώσεις μετανοίας Αλεξανδρίδη αλλά αναγνωστέες κι υπαγορευμένες δεν τον σώζουν. Περιττές κι οι κραυγές της Σίας Κοσιώνη, που εκνευρίζεται με Αλεξανδρίδη αλλά δεν προσβάλλεται, όταν ξαφνικά η Γκαγκάκη επανέρχεται ως αντιδήμαρχος Αθηναίων, ενώ η στάση της ήταν προσβλητική απέναντι στη φοιτήτρια, που άλλος μάτσο άνδρας εκτόξευσε τον «ανδρισμό» του πάνω της.    

Η διδασκαλία της Κοινωνιολογίας και της Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας

Όταν μιλούσαμε για την ανάγκη διδασκαλίας της Κοινωνιολογίας ακόμη κι από το δημοτικό η κ. Νίκη Κεραμέως, γνωστή και μη εξαιρετέα για τις αναχρονιστικές πεποιθήσεις της προτίμησε να προτάξει τη διδασκαλία των λατινικών, πετώντας έξω τη διδασκαλία της συνύπαρξης. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Η Κοινωνιολογία κι η Πολιτισμική Ανθρωπολογία μπορούν να δώσουν αέρα στο διαφορετικό, στον καθρέφτη του άλλου. Μπορούν να βάλουν φρένο στον κοινωνικό ρατσισμό, στην ξενοφοβία, στις ελεεινές και τρισάθλιες αντιλήψεις κατά των γυναικών, των διεμφυλικών, των ΑΜΕΑ.  

Κοινωνικός ρατσισμός και ανισότητες

Ο ρατσισμός απέναντι στους «κοντούς», στους «χοντρούς», στους «άσχημους», στους «μη γερούς» στους «Ρομά», στους «μαύρους», δυστυχώς υπάρχει κι ανακυκλώνεται μέσα από το βλέμμα ατόμων, επαγγελματιών, οικογενειών, που αδυνατούν να δεχτούν πως η Ελλάδα είναι πια πολυπολιτισμική κοινωνία. Ένα βλέμμα μισερό, διχαστικό, εκτός τόπου και χρόνου, που αναπαράγει κοινωνικές ανισότητες και δημιουργεί συναισθηματική απόσταση, ακόμη κι ανάμεσα στα παιδιά των σχολείων. Βεβαίως, η ελιτίστικη απόσταση, δυστυχώς, ανάμεσα σε πατρικίους και πληβείους είναι υποβόσκουσα και στην ίδια την κυβέρνηση, η οποία έχει ορίσει εαυτόν ως «άριστη» απέναντι στους «μη άριστους». Πρόκειται για μία ελιτίστικη άποψη, χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.  

Η γυναίκα Μπάρμπι και η τηλεόραση

Ο μικρόκοσμος των Μίντια σαφέστατα έχει κάνει πολλή δουλειά εδώ και τριάντα χρόνια όχι μόνο κραδαίνοντας προς τα μπρος αλλά και προς τα πίσω. Προάγει πρότυπα, που συντηρούν την έννοια της γυναίκας – Μπάρμπι, που διατηρούν χαμηλά τον πήχη, με χαζοανέκδοτα κι ηλίθιους, χωρίς σάτιρα και γελοίους αστεϊσμούς, σε μία κοινωνία που δεν αναζητά το ποιοτικά καλό, αλλά το εντυπωσιακό. Πρόκειται για μία κατηφόρα, που πρέπει επιτέλους να έχει ένα τέλος. Το φάντασμα του Μπιγκ Μπράδερ δια των δηλώσεων Αλεξανδρίδη, επιτέλους βγάζει και πετά κάποιους σκελετούς από τη ντουλάπα. Ξεδιπλώνει τον δεύτερο εαυτό, τον ξενοφοβικό, τον σιχαμένο απέναντι σε όποιον είναι αδύναμος και τον φανερώνει στο πεδίο.  Η περίπτωση Αλεξανδρίδη ανησυχεί, γιατί δεν είναι η μόνη. Είναι αντίστοιχη, όσων πιστεύουν ό,τι «οι γυναίκες τα θέλουν», ό,τι «το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», ό,τι «ο άνδρας ο σωστός άμα λάχει δέρνει, πίνει και αδειάζει και το πακέτο του» ό,τι «τα παιδιά δέρνονται», ό,τι «τα ζώα μπορούν να βασανίζονται».Ξεδιπλώνει μύχιες, αδήλωτες, ρατσιστικές πεποιθήσεις, που έχουν ξεδιπλωθεί στα δικαστήρια. Αναστατώνει, δε, εκ νέου γυναίκες, άνδρες και παιδιά, που έχουν πέσει θύματα κτηνώδους βίας από άτομα, με τέτοιες αντιλήψεις και συμπεριφορά. Η εικόνα ενός νέου, όμορφου άνδρα, που θα μπορούσε με ωραίο λόγο να κερδίσει μία γυναίκα, εν τέλει καταντά αποκρουστική. Και φανερώνει πώς πολλές φορές ο καθρέφτης του έξω με το μέσα μπορεί να είναι ολότελα στρεβλός και σκοτεινό είδωλο – κομμάτι της ίδιας της κοινωνίας.