ΤΑΞΙΔΙ: Παταγονία, μέρος 2ον, εξαντλητική ανάβαση στη Base Las Torres, στο 8ο θαύμα της γης ή στο 5ο ωραιότερο μέρος του πλανήτη

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΉ ΤΣΑΠΑΤΣΑΡΗ

Έχοντας πλέον εξερευνήσει όσα είχε να μας προσφέρει η Punta Arenas, παίρνουμε ακόμα ένα μέσο συγκοινωνίας και ανεβαίνουμε σε ένα λεωφορείο που διασχίζει την Παταγονική στέπα – με άλλα λόγια, το ντόπιο ΚΤΕΛ. Σταθμοί σε σχεδόν ανύπαρκτα, μικρά χωριά με ξύλινα σπίτια στη μέση του πουθενά και έναν το πολύ δυο ντόπιους σε όλη την 3ωρη διαδρομή να περιμένουν υπομονετικά το επόμενο λεωφορείο στην άκρη του δρόμου. Γύρω μας στέπα, πεδιάδα, βουνά και ντόπια ζωάκια. Μπροστά μας μόνο δρόμος. Ο τελικός προορισμός μας, το Puerto Natales, ένα χωριό στολίδι, υπόδειγμα υγιούς τουριστικής ανάπτυξης με επισκέπτες από όλο τον κόσμο και έμφαση στη νεολαία που αρέσκεται να σκαρφαλώνει σε βουνά και σε λαγκάδια. H αποκαλούμενη και Μέκκα του GoreTex, του ανθεκτικού και αδιάβροχου υφάσματος από το οποίο κατασκευάζονται πολλά από τα αθλητικά ρούχα. Funky καφετέριες και χίπστερ μπεργκεράδικα και πιτσαρίες, μπυραρίες και παραδοσιακά Παταγονικά εστιατόρια, όλα όμως εναρμονισμένα με την τοπική αρχιτεκτονική, μαρτυρούν την μετάλλαξη αυτού του άλλοτε χωριού ψαράδων στο τουριστικό επίκεντρο της Χιλιανής Παταγονίας.  Ένα χωριό του οποίου η παραλιακή θυμίζει κάτι μεταξύ Καναδά και Καλιφόρνιας, με φαρδύς δρόμους και ποδηλατόδρομους, αλλά και μια απαράμιλλη θέα προς τα Παταγονικά βουνά και φιορδ. Το ηλιοβασίλεμα στην προκυμαία, με τα παιδιά να περνούν με τα ποδήλατα και τα σκέιτμπορντ τους, γέμισε τα ρεζερβουάρ μου με γαλήνη, χωρίς να ξέρω πόσο πολύ θα χρειαζόμουν τα αποθέματα αυτά τους επόμενους μήνες…

Η επόμενη ημέρα μας επιφύλασσε ακόμα μια διαδρομή, αυτή τη φορά πολύ ιδιαίτερη: προορισμός μας, το νούμερο ένα τουριστικό αξιοθέατο της Χιλής και ένα από τα κορυφαία της Λατινικής Αμερικής, ένα θαύμα της φύσης, το 5ο πιο όμορφο μέρος στον κόσμο κατά το National Geographic και το 8ο θαύμα του κόσμου σύμφωνα με το TripAdvisor – το Εθνικό Πάρκο Torres del Paine. Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνηση: με την έννοια εθνικό πάρκο οι Αμερικανοί, Βόρειοι και Νότιοι, εννοούν κάτι το εντελώς διαφορετικό σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα: το Εθνικό “Πάρκο” Torres Del Paine είναι μια έκταση παραπάνω από 1.814 τετραγωνικά χιλιόμετρα…

Μια γωνιά του κόσμου απαράμιλλης ομορφιάς, στης οποίας τα αξιοθέατα συγκαταλέγονται λίμνες, ποτάμια, δάση, βουνά, κοιλάδες και παγετώνες. Σκοπός μας για την ημέρα, να αναρριχηθούμε έως το παρατηρητήριο Base Las Torres. Las Torres ονομάζεται το πιο διάσημο αξιοθέατο, όπου τρεις χιονοστολισμένοι πέτρινοι ογκόλιθοι και πλέον σύμβολα του πάρκου, καθρεφτίζονται στα τυρκουάζ νερά μια λίμνης, απ’ όπου πιστεύεις ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξεπηδήσει κάποια θεότητα, από αυτές στις οποίες πίστευαν οι ιθαγενείς. Η Βρετανίδα εξερευνήτρια Lady Florence Dixie τις είχε ονομάσει και “Βελόνες της Κλεοπάτρας”: μια Βρετανή αριστοκράτις εξερευνήτρια, στης οποίας το βιβλίο Across Patagonia (1880) περιέχεται μια από τις πρώτες περιγραφές του Πάρκου.

Η υπάλληλος στο σταθμό λεωφορείων του Puerto Natales μας είχε διαβεβαιώσει ότι η ανάβαση προς τη Base Las Torres είναι αρκετά βατή και βγαίνει άνετα μέσα σε μια μέρα. Ξεκινήσαμε λοιπόν περιμένοντας έναν ευχάριστο περίπατο σε ένα πολύ οργανωμένο πάρκο. Παιδί της πόλης, μεγαλωμένη ανάμεσα σε πεδινά χωριά και παραλίες, ήξερα από μικρή ότι τα βουνά και η άγρια φύση ήταν, παρά την απαράμιλλη ομορφιά τους που πάντα θαύμαζα, εκτός των άμεσων ενδιαφερόντων μου και σίγουρα εκτός του comfort zone μου… Ήταν ακόμα νωρίς το πρωί και μόλις άρχιζε η δικιά μου, προσωπική “Κύρου Ανάβασις”: χωρίς καν να το καταλάβω…

Η αρχή της διαδρομής ήταν ένας όμορφος περίπατος μιας καλοκαιρινής, για τα δικά μας δεδομένα ανοιξιάτικης, ημέρας. Δίπλα μας κάλπαζαν ντόπιοι huasos, οι καουμπόηδες της Παταγονίας, φορώντας τις παραδοσιακές μπότες και το μάλλινο μπερέ. Η λιακάδα περιέχυνε τις βουνοπλαγές κι εμείς ανεβαίναμε όλο και πιο ψηλά, ως άλλοι ήρωες των “Ψηλών Βουνών” και της “Μελωδίας της Ευτυχίας” της παιδικής μου ηλικίας. Δίπλα μας, νέοι από όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, φοιτητές στις καλοκαιρινές τους διακοπές, οικογένειες με παιδιά που σκαρφάλωναν σαν κατσίκια, άνθρωποι μεγάλης ηλικίας, αλλά και έμπειροι ορειβάτες από όλο την Αμερική, τη Γαλλία και όλο τον κόσμο. Σιγά σιγά ο ιδρώτας άρχισε να κυλάει όλο και πιο πολύ.

Ωσπου αφήσαμε πίσω μας την ήπια ανάβαση και ανεβήκαμε επίπεδο δυσκολίας: μπήκαμε στο κομμάτι της διαδρομής, το επονομαζόμενο και El Chileno, οπου το μονοπάτι ακολουθεί πλέον την πλαγιά του βουνού. Δεξιά μας, ένας μικρός γκρεμός με βλάστηση και ένα ποταμάκι στο βάθος. Μπροστά μας μόνο δρόμος, που άλλοτε στένευε άλλοτε φάρδαινε, άλλοτε ανηφόριζε και άλλοτε κατηφόριζε. Ως άλλος ταλαιπωρημένος Φρόντο, συνέχιζα στο δρόμο μου με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία αλλά αποφασιστικότητα να καταφέρω να τελειώσω αυτή τη διαδρομή και να ξεπεράσω όσο μπορώ την υψοφοβία μου για το κενό που ανοιγόταν στα δεξιά μου.Ο ιδρώτας συνέχιζε να κυλάει και ο φόβος όλο και αυξανόταν μαζί με την κούραση. Το μονοπάτι συνέχιζε να στριφογυρνάει αλλά η ομορφιά του τοπίου παρέμενε αμείωτη. Στα άνυδρα σημεία, με τον ήλιο να πέφτει κατακόρυφα, η διαδρομή γινόταν όλο και πιο απαιτητική…

Ώσπου φάνηκε στο βάθος το μονοπάτι της καθόδου προς το ποτάμι και ο πρώτος σταθμός ξεκούρασης και ανασυγκρότησης: είχαμε ολοκληρώσει δύο ώρες διαδρομής, έχοντας ανέβει και κατέβει ένα βουνό. Άλλες δύο ήταν μπροστά μας για να ανεβούμε και να κατεβούμε ένα δεύτερο…

Κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι που εκτιμάει κανείς το δροσερό νερό, όταν αισθάνεται σαν πρωταγωνιστής της Οδύσσειας ενός Ξεριζωμένου. Μετά από λίγη ξεκούραση και ανεφοδιασμό, ξαναπήραμε το δρόμο της ανόδου. Αυτή τη φορά το τοπίο πολύ διαφορετικό και πολύ πιο ευχάριστο: περιτριγυριζόμασταν από πυκνά και σκιερά δέντρα και ρυάκια που διασχίζαμε πάνω σε ξύλινες γέφυρες. Το μονοπάτι συνέχιζε ανάλαφρο και η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού όλο και ανέβαινε.

Μετά από περίπου μια ώρα, το τοπίο αλλάζει και πάλι. Η ταμπέλα γράφει ότι μένουν μόνο 45 λεπτά ανάβασης για την κορυφή… Μπροστά μας, το μονοπάτι μετατρέπεται σε ένα καταρράκτη από ανηφορικές κοτρώνες. Ακομα συνηθισμένη στο ευχάριστο τοπίο των σκιερών δέντρων, ανέβαινα με όρεξη και χωρίς καλά καλά να το σκέφτομαι. Εντυπωσιασμένη από τις ανέλπιστες επιδόσεις μου, και μετά από μια στροφή, βλέπω ότι η κορυφή του βουνού δεν ήταν ακριβώς δίπλα μας. Μπροστα μας ορθονώταν το επόμενο κομμάτι της διαδρομής: το τέλος της αλπικής ή στη συγκεκριμένη περίπτωση ανδικής γραμμής, το σημείο μετά το οποίο δεν φυτρώνουν πια δέντρα – ένα βουνό από ογκόλιθους, μια άνυδρη και άδεντρη ανηφόρα με θέα το κενό (όπου τουλάχιστον στον πυθμένα της αχνοφαίνονταν δέντρα και ένα ποτάμι).

Πήρα μια βαθιά ανάσα και συνεχίσαμε την ανάβαση. Δεξιά κι αριστερά του μονοπατιού, η εικόνα άλλων επισκεπτών που είχαν σταματήσει κατάκοποι ή και φοβισμένοι για ανάκτηση δυνάμεων, δε μου έδιναν και πολύ θάρρος… Ο Γολγοθάς συνέχιζε και ο ιδρώτας έσταζε ράι θρου, που θα έλεγε και ο Ζαμπέτας. Οι ογκόλιθοι γίνονταν όλο και πιο μεγάλοι και όλο και το μονοπάτι που σχημάτιζαν ακόμα πιο απότομο, ώσπου πια δεν υπήρχε πλέον καν μονοπάτι! Μόνο πέτρα στην πέτρα… Συνέχιζα βάζοντας τα δυνατά μου να μην κοιτάζω προς τα κάτω…

Ξαφνικά φτάνουμε σε μια στροφή, πίσω από την οποία κρυβόταν το άγνωστο… Η κορυφή του βουνού και η γαλάζια λίμνη της δεν φαίνονταν πουθενά και τότε η κούραση σχεδόν με νίκησε. Αισθάνθηκα ότι δε μπορούσα να συνεχίσω άλλο. Είπα στο φίλο μου να συνεχίσει αυτός μέχρι την κορυφή – εγώ θα καθόμουν σε μιαν άκρη και θα τον περίμενα. Οι προσπάθειες να με μεταπείσει, όλες άκαρπες, ώσπου, ως deus ex machina, εμφανίζεται μπροστά μας μια νέα μελαχρινή κοπέλα. Η ντόπια και έμπειρη ξεναγος διάβασε αμέσως τη σκηνή που εκτυλισσόταν μπροστά της. “Δε θες να συνεχίσεις;” μου λέει. “Όχι”, της απαντάω, “θα πάει αυτός κι εγώ θα τον περιμένω λίγο εδώ…”. Η κοπέλα ακούμπησε στο ορειβατικό της κοντάρι και μου είπε γελαστά και ήρεμα “Μα είναι κρίμα να σταματήσεις τώρα! Δε σου μένουν ούτε δέκα λεπτά για την κορυφή!”

Η ηρεμία της ήταν μεταδοτική και τελικά το αποφάσισα. Σηκώθηκα, πήρα μια βαθιά ανάσα και συνεχίσαμε. Βράχο βράχο τον καημό μου, πατούσα προσεκτικά από πέτρα σε πέτρα χωρίς να κοιτάζω προς τα κάτω. Σκεφτόμουν ότι κάθε βήμα με έφερνε και πιο κοντά στην κορυφή και ότι η κατάκτηση αυτής της κορυφής θα σήμαινε ότι είχα καταφέρει να ξεπεράσω τους περιορισμούς μου και να καταφέρω κάτι το μοναδικό για μένα. Τα δέκα λεπτά πέρασαν. Με δυσκολία, αλλά πέρασαν και εγώ κατάφερα να νικήσω το φόβο μου. Σκαρφάλωσα τις τελευταίες πέτρες της διαδρομής: μπροστά μας ανοιγόταν η πανέμορφη γαλάζια λίμνη, δημιουργημένη από αιώνες παγετώνων, και οι τρεις εμβληματικοί πύργοι, οι βελόνες της Κλεοπάτρας.

Το βουνίσιο αεράκι μας αναζωογόνησε και καθίσαμε στην όχθη της λίμνης να ξεκουραστούμε, με έντονη τη συναίσθηση του τι είχα μόλις καταφέρει. Κι εκεί ήταν που συνειδητοποίησα πόσο σημαντικό είναι να σπρώχνει κανείς τον εαυτό του, να ξεπερνάει τους φόβους του και να βγαίνει από την comfort zone του. Εκεί άλλωστε, όπως λέει και το ρητό, βρίσκεται όλη η μαγεία της ζωής. Αν είχα μείνει στην άκρη του δρόμου να περιμένω υπομονετικά, όπως πολλοί άλλοι, θα είχα σίγουρα βιώσει λιγότερο άγχος και κούραση. Αλλά θα είχα ταυτόχρονα στερήσει από τον εαυτό μου την εμπειρία, το αίσθημα ολοκλήρωσης και του καταιγισμού αισθήσεων και συναισθημάτων που μόνο η επαφή με ένα θαύμα της φύσης μπορεί να προκαλέσει…

Ξεκινήσαμε με ηρεμία την κάθοδο, πολύ πιο κουραστική από το αναμενόμενο, αφού είχαμε πλέον συμπληρώσει σχεδόν πέντε ώρες πορείας. Μετά από το πρώτο δίωρο της επιστροφής, σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται στον ορίζοντα και ένας δυνατός Παταγονικός αέρας να φυσάει. Ήταν το σημάδι πως η μέρα έφευγε και πλησιάζε πλεον η ώρα να γυρίσουμε στη βάση μας. Μετά από μια δύσκολη αλλά αξέχαστη πορεία σχεδόν εννέα ωρών, παρέα με τους υπόλοιπους ταλαιπωρημένους ορειβάτες, μπήκαμε στο λεωφορείο της επιστροφής. Έβαλα ν’ ακούσω ένα τραγούδι που συμπύκνωνε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συναισθήματα της στιγμής: “You raise me up so I can climb on mountains…” Ακούγοντάς το, ήρθαν στο μυαλό μου οι γονείς μου που με μεγάλωσαν έτσι ώστε να είμαι δυνατή και να μην σταματάω στις αναποδιές αλλά και ο εαυτός μου, που κατάφερε να μην τα παρατήσει και να φτάσει στο στόχο του για ακόμη μια φορά. Αυτή η κορυφή των 850 μέτρων ήταν για μένα συμβολική για όλους τους στόχους και τις δυσκολίες της ζωής.

Στις 22 Φεβρουαρίου του 2020, στην άλλη άκρη του κόσμου, δε μπορούσα όμως να φανταστώ ότι η κατάκτηση αυτής της κορυφης θα μου έδινε ακόμη περισσότερη δύναμη να αντιμετωπίσω, ένα μήνα μετά, την Τρομερή Ανοιξη που τώρα όλοι μας ζούμε… Ας κοιτάξουμε λοιπόν κατάματα το Γολγοθά μπροστά μας και μέσα μας, ας πάρουμε μια βαθιά ανάσα και ας συνεχίσουμε, φοβισμένοι αλλά απτόητοι, για την κορυφή του βουνού – ακόμα κι ας μην τη βλέπουμε ακόμα!