Η Αγγελική Τσαπατσάρη μας δείχνει τη μαγεία της ερήμου Ατακάμα, στον τροπικό του Αιγόκερου, στην άκρη της γης

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΤΣΑΠΑΤΣΑΡΗ

Βουνά από τερακότα. Απέραντες έρημες κόκκινες πεδιάδες. Χώμα που τρέμει από τα τεράστια ηφαίστεια με τις χιονισμένες κορυφές. Και στη μέση ένας μοναχικός δρόμος – που να μας βγάζει άραγε; Έρημος Ατακάμα, ο πιο άνυδρος τόπος της Γης, το μέρος που δε γνώρισε ποτέ βροχή.

Ο δρόμος βγάζει σε τοπία Σεληνιακά και τοπία Αρειανά, αγαπημένα των επιστημόνων γιατί τους κάνουν να αισθάνονται λίγο πιο κοντά στα ουράνια σώματα στη μελέτη των οποίων έχουν αφιερώσει τη ζωή τους. Γιατί τους κάνουν να νοιώσουν για κάποιες στιγμές ότι η γήινή μας επιστήμη μπορεί και να έχει μια κάποια σημασία στην απεραντοσύνη που μας περιβάλλει.

Τόπος των αστεροσκοπείων, όπου η απόλυτη ξηρασία, ο πάντα καθαρός ουρανός και οι ερημικές κρύες νύχτες φέρνουν τον άνθρωπο λίγο πιο κοντά στα αστέρια.

Το δέρμα στεγνώνει και το μεγαλείο του πουθενά συγκλονίζει τον ανθρώπινο νου. Φαντάζομαι τους πρώτους Ισπανούς κονκισταδόρες, αιώνες πριν, να ξεπροβάλουν πάνω στα εξουθενωμένα τους ζώα, εξουθενωμένοι και οι ίδιοι μέσα στις μεταλλικές τους πανοπλίες, κάθιδροι και σαστισμένοι από τα πρωτόγνωρα τοπία, με τα μόνα απομεινάρια ελπίδας να τους προγκάνε: κάποιοι να μεταδώσουν το Λόγο Κυρίου στα πέρατα της Οικουμένης, κάποιοι για να γεμίσουν τις άδειες τσέπες τους χρυσό, κάποιοι για να επεκτείνουν τη δόξα του Βασιλείου της Ισπανίας σε όλο τον κόσμο, με το αζημίωτο.

Μέσα στην απεραντοσύνη ξεπηδούν σαν υδάτινες οάσεις οι γαλάζιες λίμνες, οι αλατολίμνες όπου πάντα επιπλέεις, το καταφύγιο των ροζ φλαμίνγκο. Το ηλιοβασίλεμα στην Κοιλάδα του Αρη αλλάζει χρώματα όσο ο ήλιος αργά τη χαϊδεύει πριν πέσει για ύπνο. Οι λόφοι σαν κύβοι από ζάχαρη καστανή.

Διασχίζουμε τον Τροπικό του Αιγόκερω. 4 χιλιάδες 200 μέτρα πάνω από τη θάλασσα, ο ήλιος λάμπει αλλά το κρύο τσουχτερό. Η έρημος δίνει τη θέση της στο αλτιπλάνο και τα χρώματα διαδέχονται το ένα το άλλο: η τερακότα δίνει τη θέση της στο κίτρινο των θάμνων και το κίτρινο στο χρυσό του γρασιδιού και στο ελαφρύ πράσινο, και το ελαφρύ πράσινο στο απαλό γαλάζιο και το τυρκουάζ της λίμνης, και το γαλάζιο στο λευκό του αλατιού και της πέτρας, και το λευκό στο ροζ και το σταχτί της οροσειράς και της πλαγιάς, κι αυτά με τη σειρά τους πάλι στο ολόλευκο της χιονισμένης κορυφής.

Τοπία βγαλμένα από Χολιγουντιανή φαντασία, τοπία που μοιάζουν ψεύτικα αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινά, περισσότερο αληθινά από οτιδήποτε άλλο έχω δει. Χωρίς επεμβάσεις, χωρίς καλλωπισμούς, η φύση όπως ήταν πάντα και όπως αλλού δεν την αφήνουμε να είναι. Δίπλα μας, τα σύνορα με την άλλη γαλανόλευκη, την Αργεντινή.

Στους επαρχιακούς δρόμους της Ατακάμα, τα αμάξια δε σταματάνε για να περάσουν τα πρόβατα και τα κατσίκια, αλλά τα λάμα, τα αλπάκα, τα γουανάκο και τα βικούνια.

Τα ζώα αυτά που χαρίζουν το πολύτιμο μαλλί τους σε όλη την ανθρωπότητα και που ξέρουν να επιβιώνουν ακόμα και υπό τις πιο ακραίες συνθήκες, τρώγοντας θάμνους και ξερόκλαδα στο Αλτιπλάνο, που ενώνει την έρημο με τις μεγαλοπρεπείς Άνδεις.

Σαν Πέδρο ντε Ατακάμα, ένα χωριό, όπου, κατά το γνωστό κλισέ, ο χρόνος έχει σταματήσει. Χτισμένο ολόκληρο στα χρώματα της Γης με αντόμπε, το δικό μας πλίνθο: πηλό, ξερά χόρτα και νερό. Τα αυτοκίνητα σηκώνουν κουρνιαχτό πίσω τους και οι ρυθμοί είναι αργοί, αφρικανικοί, όπως και το τοπίο. Τα λάμα, τα αλπάκα και οι αδέσποτοι σκύλοι συνυπάρχουν αρμονικά με τους ανθρώπους και τα προκολομβιανά έθιμα.

Η εκκλησία του Αγίου Πέτρου, ολόλευκη κάτω από την έναστρη φεγγαρολουσμένη νύχτα, φέρνει στο νου κάτι μεταξύ Κυκλαδονησιού και αποικιακού Μεξικού και περιμένεις ότι από στιγμή σε στιγμή, θα ξεπροβάλλει από τη άλλη γωνία ο Ζορρό, ο μασκοφόρος εκδικητής πάνω στο άλογό του.

Οι αμμόλοφοι θυμίζουν Σαχάρα. Το χώμα, σκασμένο από την ξηρασία και το αλάτι, λαμποκοπάει κάτω από τις διαπεραστικές αχτίδες του ήλιου. Εγκαταλελειμμένα χαμόσπιτα στη μέση του πουθενά αποδεικνύουν ότι ακόμα και κάτω από αυτές τις ακραίες συνθήκες, ο άνθρωπος μπορεί να επιβιώσει. Ήταν τα σπίτια των εργατών των ορυχείων νατρίου και χαλκού: γιατί οι κονκισταδόρες μπορεί να μη βρήκαν τελικά χρυσό αλλά βρήκαν μπόλικο νάτριο και χαλκό, τον μεγαλύτερο εξαγώγιμο πλούτο της Χιλής ακόμα και σήμερα.

Ήταν μια παγωμένη νύχτα της Ερήμου του 1952 όταν ο καλομαθημένος τελειόφοιτος Ιατρικής Αργεντινός Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα μαζί με το φίλο του Αλμπέρτο Γρανάδος έκατσαν γύρω από μια φωτιά μαζί με ένα ζευγάρι ντόπιων. Τους ρώτησαν πού πανε κι εκείνοι απάντησαν ότι ήταν άνεργοι: είχαν αφήσει τα παιδιά τους σε συγγενείς και περιπλανιόνταν στα άνυδρα τοπία του Χιλιανού Βορρά ψάχνοντας δουλειά. “Κι εσείς γιατί ταξιδεύετε; Ψάχνετε κι εσείς δουλειά;” “Όχι, δεν ψάχνουμε για δουλειά. Απλά ταξιδεύουμε”.

Η κουβέντα τους αυτή, όπως και η μετέπειτα στάση τους στο ορυχείο της Τσουκικαμάτα υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς σταθμούς στην περιοδεία της Λατινικής Αμερικής του Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, ενός ταξιδιού που ουσιαστικά μεταμόρφωσε τον Ερνέστο σε Τσε.

Γι’ αυτούς τους εξαθλιωμένους έγραψε και ο Πάμπλο Νερούδα:

έρχονται οι ανθρακωρύχοι του νότου,

τα μοναχικά παιδιά των Pampas,

οι ποιμένες του κρύου της Παταγονίας,

οι πατέρες του κασσίτερου και του ασημιού,

εκείνοι που παντρεύτηκαν με την οροσειρά

εκείνοι που βγάζουν το χαλκό της Τσουκικαμάτα,

οι άνθρωποι των κρυμμένων λεωφορείων

σε πλήθη καθαρά της νοσταλγίας,

οι γυναίκες της υπαίθρου και των εργαστηρίων,

τα παιδιά που θρήνησαν την παιδική τους ηλικία·

Το Σαν Πέδρο και τα γύρω χωριά όπως το Τοκονάο, χτισμένα σε μικροσκοπικές οάσεις, είναι ένα μάθημα για την κοινωνική διαστρωμάτωση της Χιλής: άλλα σπιτάκια, καλοβαλμένα και καλοφτιαγμένα, με δορυφορικές κεραίες και καλογυαλισμένες πόρτες και παράθυρα, και άλλα, χαμόσπιτα με αυτοσχέδιους φράχτες και σκεπή από λαμαρίνα.

Ο Νερούδα είπε: “Η πάμπα είναι τόπος άγριος και δύσβατος. Στα μέρη της κάνει μισό αιώνα να βρέξει και η έρημος διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά των μεταλλωρύχων. Τα πρόσωπά τους είναι καμένα. Όλη αυτή η έκφραση της μοναξιάς και της εγκατάλειψης κατακάθεται στα σκούρα έντονα μάτια τους. … Δεν υπάρχουν πολλά μέρη στον κόσμο όπου η ζωή είναι ταυτόχρονα τόσο σκληρή και τόσο απογυμνωμένη από κάθε κίνητρο να τη ζήσεις. Είναι ανείπωτες οι θυσίες που απαιτούνται για να κουβαλήσεις λίγο νερό, για να συντηρήσεις ένα φυτό που θα σου δώσει το πιο ταπεινό λουλούδι, για να θρέψεις έναν σκύλο, ένα κουνέλι, ένα γουρούνι.”

 Οι Ατακαμένιος στον προαιώνιο τόπο τους ακόμα περιμένουν κοινωνική δικαιοσύνη. Οι Ατακαμένιος που ευτυχώς έχουν πάρει στα χέρια τους τη διαχείριση όλων των οικοσυστημάτων και βιοτόπων, ζητούν σε κάθε επισκέπτη να κατανοήσει την ιερότητα του τοπίου γι’ αυτούς και να φερθεί ανάλογα. Οι Ατακαμένιος με τον προαιώνιο πολιτισμό τους, την κεραμική και τη μουσική, που μοιάζει σαν το φύσημα του ανέμου ανάμεσα από τα βουνά και τα φαράγγια. Και πάνω από τα ανθρώπινα, αν κοιτάξεις ψηλά, θα τον δεις να ζυγιάζει τα φτερά: ο κόνδορας.