Σάουθ ‘Ομαχα ΗΠΑ, 21 Φεβρουαρίου 1909: Το πογκρόμ στους Έλληνες μετανάστες

ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΖΕΪΜΣ ΔΕΓΛΕΡΗ

Πογκρόμ στα ρωσικά, σημαίνει «συντρίβω»! Είναι μια μαζική βίαιη επίθεση εναντίον κάποιας συγκεκριμένης εθνικής, θρησκευτικής ή φυλετική ομάδας, με ταυτόχρονη καταστροφή της ύπαρξης τους και όλων των στοιχείων της ζωής τους, τα σπίτια τους, τις επιχειρήσεις τους, τους ναούς τους, όλα τους. Συνήθως έχουμε συνηθίσει να αφορά σε φρικαλέες, μαζικές πράξεις κατά των Εβραίων, στην Ευρώπη, ή των Αφροαμερικανών στην Αμερική και σε παλιές εποχές. Έχει όμως συμβεί για τους Αρμενίων στο Σουμγκαΐτ και στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, μόλις στα 1998 και 1999. Έχει συμβεί και στους Έλληνες. Το 1955 στο πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης, Έλληνες στην εθνικότητα δέχτηκαν επίθεση από ένα σαρωτικό πλήθος Τούρκων.

Πογκρόμ και Ελληνες μετανάστες

Έχει συμβεί ακόμα πραγματικό λυσσαλέο ‘πογκρόμ’ κατά των Ελλήνων μεταναστών στον Καναδά, κατά τη διάρκεια του Α Παγκοσμίου Πολέμου και μικρότερο αλλά εξίσου γεμάτο μίσος, στην Σάουθ ‘Ομαχα της πολιτείας Νεμπράσκα το 1909. Οι Έλληνες τα δυο αυτά φρικώδη πογκρόμ του Καναδά και των ΗΠΑ δεν τα αναφέρουμε, δε τα ξέρουμε η τα υποτιμούμε. Ευτυχώς υπάρχουν διανοούμενοι που τα αναλύουν, για την ιστορική μας μνήμη και την μη επανάληψη των χειρότερων μας θηριωδιών, που καραδοκούν πάντα στα σκοτάδια μέσα μας. Ο πανεπιστημιακός Τζον Μπίτζες για παράδειγμα ύστερα από μεγάλη έρευνα, έγραψε για το πογκρόμ της μικρής αυτής πόλης της Νεμπράσκα, εναντίον των Ελλήνων και το καλοκαίρι του 1970 τιμήθηκε με το βραβείο James Sellers.

Ο Γιάννης Μασουρίδης απ την Καλαμάτα, μια 17χρονη Αμερικανίδα και ο αστυνομικός Εντ Λόουρι

Νεμπράσκα, αρχές του 20ου αιώνα. Οι Μεγάλες Πεδιάδες των Μεσοδυτικών Ηνωμένων Πολιτειών, με τα αχανή ράντσα, στο κέντρο σχεδόν των ΗΠΑ, χωρίς θάλασσα πουθενά, με μια κλειστοφοβική αίσθηση γης, ορεινών όγκων και χώματος παντού. Έχει νέους μετανάστες εκεί. Έλληνες μετανάστες. Στα 1909, η ελληνική κοινότητα της Σάουθ Ομαχα είχε τριάντα επιχειρήσεις και ολοκλήρωναν την ελληνορθόδοξη εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη. Φυσικά ήταν διαφορετικοί απ τους ντόπιους. Μίλαγαν αλλιώς, έτρωγαν αλλιώς, γέλαγαν πιο δυνατά και άκουγαν δίκες τους μουσικές. Και ήταν, όπως πάντα και παντού οι μετανάστες, «βρώμικοι», «υπάνθρωποι», «απολίτιστοι», «άγριοι» και εγκληματικές φύσεις! Σάουθ ‘Ομαχα. Μια μικρή πόλη! Μικρά και τα μυαλά και ακόμα μικρότερες οι καρδιές! Στις 21 Φεβρουαρίου του 1909, με φρενίτιδα πρωτόγνωρη, οι ντόπιοι ξεσηκώνονται εναντίον των Ελλήνων. Έχει συλληφθεί πιο πριν ο Γιάννης Μασουρίδης, σαν ένοχος για την δολοφονία του αστυνομικού Εντ Λόουρι. Οι εφημερίδες και τότε, όπως πάντα, διακηρύσσουν μίσος. Είναι ο «Έλληνας δολοφόνος» και τι άλλο θα ήταν δηλαδή; Ο Τζόζεφ Μέρφι, ένας τοπικός, μεγάλο – παράγοντας της πολιτικής ζωής του τόπου, γράφει έναν λίβελλο βουτηγμένο στο μίσος, στην ημιμάθεια, στην απανθρωπιά.  Η προκήρυξη του δημοσιεύεται στις εφημερίδες World Herald και Daily News, στις 20 Φεβ  του 1909 και γινεται λόγος για τους «βρωμερούς Έλληνες που επιτίθενται στις γυναίκες μας και χτυπούν τους περαστικούς στο δρόμο, που διατηρούν χαρτοπαιχτικές λέσχες και κάθε λογής παρανομίες». Στο κλείσιμο της προκήρυξης υπήρχε το κάλεσμα – σπίρτο, για συνάντηση στο Δημαρχείο «όπου θα πάρουμε μέτρα για να διώξουμε τους Έλληνες από την πόλη μας». Αναλαμβάνουν οι δημοσιογράφοι, τώρα…

Οι «βρωμιάρηδες», «υπάνθρωποι», «απολίτιστοι», «άγριοι» Έλληνες, ο ρόλος των δημοσιογράφων, οι αστυνομικοί, το πογκρόμ

… Στις 21 Φεβρουαρίου, το εμπρηστικό κύριο άρθρο της Herald γράφει: «Ένας Έλληνας που στη γενέτειρά του δεν είχε ποτέ το προνόμιο να υψώσει το κεφάλι του προς τα πάνω… με τη μόνη του σκέψη να είναι να σκοτώσει, να σκοτώσει».  Ο Ιωάννης Μασουρίδης είχε έρθει στις ΗΠΑ από ένα χωριό της Καλαμάτας το 1906. Η αστυνομία τον παρακολουθούσε, επειδή είχε συλληφθεί για παράνομο τζόγο. Στις 19 Φεβρουαρίου 1909, ο Λόουρι τον συνέλαβε μετά από καταγγελίες εις βάρος του, ότι είχε σχέσεις με μια ανήλικη 17χρονη κοπελίτσα, που του έκανε μαθήματα αγγλικών. Τη στιγμή της σύλληψης ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί που κατέληξαν στον τραυματισμό του Μασουρίδη και το θάνατο του Λόουρι. Αμέσως συγκεντρώθηκαν μερικές εκατοντάδες κάτοικοι με σκοπό να λιντσάρουν τον Μασουρίδη. Με δυσκολία κατάφερε η αστυνομία να τον φυγαδεύσει με ασθενοφόρο. Την επόμενη μέρα, περισσότεροι από 1.000 ντόπιοι, συγκεντρωθήκαν και αρχίσαν έκτροπα, ασκώντας ανεξέλεγκτη βία σε βάρος των Ελλήνων μεταναστών, σκορπίζοντας καταστροφή και βανδαλισμούς στην ελληνική συνοικία, την «Γκρίκ-τάουν». Ουρλιάζοντας «θάνατος στους Έλληνες» και «θυμηθείτε τον καημένο τον Λόουρι», το πλήθος χτυπούσε με μανία όποιον έπεφτε στην προσοχή του, ακόμα και γυναίκες ή παιδιά και ηλικιωμένους. Σπάσανε και καταστραφήκαν σχεδόν όλα τα μαγαζιά και τα περισσότερα σπίτια των Ελλήνων. Οι ταραχές συνεχίστηκαν όλη τη μέρα κάτω από τη σιωπηλή επιδοκιμασία κάποιων αστυνομικών και την αδυναμία των τοπικών αρχών. Επί έξι ώρες το πλήθος «με ρεβόλβερ, με κλομπ και με δαυλούς γύριζε στην πόλη, έπινε τα κλεμμένα ελληνικά ποτά, έκλεβε εμπορεύματα από τα ελληνικά μαγαζιά, χτυπούσε όποιον μπορούσε, μέχρι να τρέξει το αίμα από τις πληγές». Περιγράφοντας την εικόνα που είχαν για τους ‘Έλληνες οι παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής, o Τζον Μπίτζες αναφέρεται στην εχθρότητα που προκλήθηκε από το γεγονός ότι οι Έλληνες δούλευαν με μικρότερα μεροκάματα και χρησιμοποιούνταν ως απεργοσπάστες. Τους κατηγορούσαν ακόμα ότι έφερναν στην Αμερική τις δικές τους άγριες συνήθειες, ότι ήταν βρώμικοι (εφόσον έκαναν πάντα τις βρώμικες δουλειές), ότι πολιτικολογούσαν στα δικά τους καφενεία και χαρτόπαιζαν. Οι ντόπιοι θεωρούσαν τη συμπεριφορά των Ελλήνων «ανήθικη» και «αντιαμερικάνικη». «Το σημείο που προκαλεί το ανθελληνικό στοιχείο», γράφει η ”Omaha Bee”, «είναι ότι δουλεύουν φτηνά. ‘Ότι ζουν ακόμα φθηνότερα, σε ομάδες. ‘Ότι αδιαφορούν για τις μικρές λεπτομέρειες στις οποίες αποδίδουν μεγάλη σημασία οι Αμερικάνοι.» Και ο εκδότης της «Daily News» πρόσθετε ότι «τα δωμάτιά τους είναι βρώμικα. Επιτίθενται στις γυναίκες. Μ’ άλλα λόγια, με τη στάση τους εμφανίζονται ως επιθετικοί στα μάτια των περισσοτέρων κατοίκων της Σάουθ ‘Ομαχα».

Η βία στις άλλες πόλεις και τι απέγιναν όλοι

Μετά το τέλος των ταραχών, από τους 2.000 Έλληνες μετανάστες που ζούσαν στην Σάουθ ‘Ομαχα, υπήρχαν μόλις 59 άτομα στην απογραφή του 1910. Η περίπτωση των ανθελληνικών ταραχών στη Σάουθ ‘Ομαχα δεν είναι η μόνη εκείνης της περιόδου. Ο Μπίτζες ανακάλυψε στην εφημερίδα ”Evening News of Roanoke” στην πολιτεία της Βιρτζίνια αναφορά σε επιθέσεις όχλου εναντίον των καταλυμάτων Ελλήνων μεταναστών τον Ιούλιο του 1907. Και την ίδια βδομάδα με τα επεισόδια στην Σάουθ ‘Ομαχα ξέσπασαν παρόμοιες βίαιες ταραχές σε δύο τουλάχιστον πόλεις, στο Κάνσας Σίτυ της πολιτείας Κάνσας και στο Ντέιτον του Οχάιο.  Ο Ιωάννης Μασουρίδης δικάστηκε δύο φορές για το θάνατο του αξιωματικού Λόουρι. Η αρχική καταδίκη για φόνο πρώτου βαθμού, η οποία συνεπαγόταν την ποινή της εκτέλεσης δι’ απαγχονισμού, ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Νεμπράσκα λόγω ανεπάρκειας των στοιχείων και ατελούς διαδικασίας. Στις κρατικές φυλακές της Νεμπράσκα, ο Μασουρίδης έκανε ποινή φυλάκισης πεντέμισι χρονών από το σύνολο των δεκατεσσάρων που προέβλεπε η καταδίκη του. Αποφυλακίστηκε. Επέστρεψε και πέθανε στην Ελλάδα. Ο Νικόλας Τζιμίκας, ένας νεαρός εργάτης είκοσι τριών χρονών, από τα Γρεβενά, λίγο μετά την απαλλαγή του Μασουρίδη από τη θανατική ποινή κατά τη δεύτερη δίκη του, που ολοκληρώθηκε στις 29 Μαΐου 1910, δολοφονήθηκε με προφανή προμελέτη από δύο αξιωματικούς της αστυνομίας στο ίδιο σχεδόν σημείο όπου ο Εντ Λόουρι είχε δεχθεί δεχτεί το θανάσιμο πυροβολισμό και έχει αφήσει την τελευταία του πνοή.

Αντίποινα: Η δολοφονία του Νικόλα Τζιμίκα

Τη δολοφονία του Νικόλα Τζιμίκα, κατόρθωσε το 1977 να εντοπίσει ο Τζον Μπίτζες σε έναν φάκελος που περιείχε ένα άδειο ντοσιέ με τίτλο «Η δολοφονία του Νικόλα Τζιμίκα» και μόλις ένα αντίγραφο με θέμα την «Ανάκριση για την υπόθεση Νικόλα Α. Τζιμίκα», η οποία πραγματοποιήθηκε από 7 έως 20 Ιουνίου 1910. Η οικογένεια του αστυνομικού Έντουαρντ Λόουρι ουδέποτε είδε έστω και μία δεκάρα από τα 505 δολάρια που συγκεντρώθηκαν κατά τον ειδικό έρανο που ξεκίνησε την ίδια την ημέρα των ταραχών, παρά μόνο 150 δολάρια που της προσέφερε ένα Γυμνάσιο της περιοχής από τα κέρδη μιας μουσικής εκδήλωσης. Και τα δύο παιδιά του Λόουρι, τα βγάλαν πέρα μόνοι τους στην ζωή και έγιναν αργότερα δάσκαλοι στο Νότο. Στις 3 Φεβρουαρίου 1916, το Κογκρέσο αποφάσισε να δοθούν 40.000 δολάρια αποζημίωση στους Έλληνες που ήταν θύματα των ταραχών από τα 288.130 που είχαν ζητήσει. Ο 23χρονος Νικόλας Α. Τζιμίκας, βρίσκεται σ’ έναν χωμάτινο τάφο στο Κοιμητήριο Forest Lawn, χωρίς ταφόπλακα, πάντα στην Νότια ‘Ομαχα της Νεμπράσκα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.