Πριν από μερικά χρόνια άνθρωπος, γνώστης των τεκταινομένων περί την Αθηνά Ωνάση με
ρώτησε αν θα ήθελα να κάνει κόμμα η κόρη της Χριστίνας κι αν θα την ψήφιζα. Βρήκα το ερώτημα τουλάχιστον γελοίο και νομίζω ότι έσκασα στα γέλια. Δεν περίμενα ακόμη και να το φανταστεί κάποιος. Του απάντησα ποιο πρόβλημα, μπορεί να μου λύσει η Αθηνά, όταν δεν έχει ιδέα ποια είναι η ζωή μου και τι χρειάζομαι. Η σκέψη αυτή γύρισε στο μυαλό μου ακούγοντας και τον φετινό προϋπολογισμό, ο οποίος… ξαναλύνει όσα δεν έλυσαν οι προηγούμενοι. Είχε προηγηθεί ακριβώς την ίδια ημέρα, μία επίσκεψή μου σε δημόσια υπηρεσία, η οποία κατά τ΄ άλλα λειτουργεί. Περίμενα περίπου 1,5 μήνα. Τώρα, μου είπαν ότι επειδή το χαρτί δεν έφτασε στον παραλήπτη, θα πρέπει να περιμένω πάλι σχεδόν άλλους δυο μήνες ή αλλιώς να τρέξω εγώ. Κι επίσης, μου είπαν πως μπορεί και να μη μπορεί να το λύσει καν η εν λόγω υπηρεσία, η οποία δεν έχει νομική ιδιότητα. Τόμπολα. Κοινώς, η ευγενέστατη κατά τ΄ άλλα δημόσια διοίκηση στα καλύτερά της. Κάπου εκεί σταματάς να σκέφτεσαι τον προϋπολογισμό και σκέφτεσαι τον …παραλογισμό!

Ο ελληνικός λαός έβαλε μεγάλη πλάτη τα μνημονιακά χρόνια και πολύ πάνω από τις δυνάμεις του
Δεν θα πω ότι δεν είχε θετικά στοιχεία ο τωρινός προϋπολογισμός. Χρειάζονταν οι ελαφρύνσεις. Αν έγινε η μεσαία τάξη πλουσιότερη; Όχι, δεν έγινε. Αν οι άθλιοι των Αθηνών έγιναν Βασιλιάδες; Δεν έγιναν. Οι ελαφρύνσεις είναι πολύ μικρές, όπου υπάρχουν, γιατί υπάρχουν και διαφορετικά φορολογικά βάρη. Ακόμη κι έτσι, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είπε κάτι διαφορετικό στην προεκλογική του ατζέντα. Αλλά είναι άλλο να μην έχεις να φας, να σε πετούν έξω από το σπίτι, να μην μπορείς να πληρώσεις το δάνειο ενώ πριν το πλήρωνες κι άλλο ν’ ανησυχείς αν θα είναι ο ΕΝΦΙΑ για τις βίλες λιγότερος. Ο ελληνικός λαός έβαλε μεγάλη πλάτη τα μνημονιακά χρόνια και πολύ πάνω από τις δυνάμεις του. Ταυτόχρονα έβαλε πλάτη μερικές φορές και το πολιτικό σύστημα, το οποίο κατηγορήθηκε συλλήβδην, για παθογένειες που και η ίδια η κοινωνία είχε. Έτσι, την ίδια στιγμή, που ένας άνθρωπος αντιλαμβανόταν ότι για όλα του τα δεινά φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι, ήθελε το παιδί του να διοριστεί. Η αντίφαση σε όλο της το μεγαλείο.

Η πραγματικότητα και η πολιτική
Το μόνιμο πρόβλημα όμως είναι πως η πραγματικότητα ξεπερνά την πολιτική. Ακόμη κι αν κι η πολιτική έχει και τους πλούσιους και τους ποπολάρους της. Είναι η καθημερινότητα, καθεαυτή που το πολιτικό σύστημα επιμένει να ξεχνά ή θέλει σκοπίμως να ξεχνά. Ο κόσμος πριν την κρίση έχει χάσει την εμπιστοσύνη του ότι οι πολιτικοί θα του λύσουν προβλήματα. Τώρα το μόνο, που εύχεται, μόλις ακούει τη λέξη μεταρρύθμιση, σαν το πείραμα του Παβλόφ, φοβάται μην του δημιουργήσουν κι άλλα.
Λαός και Κολωνάκι δεν είναι το ίδιο. Κι αυτό έγινε και πάνω στο φετινό προϋπολογισμό, αν και υπήρξαν φωνές, που έδειξαν να ασπάζονται την κοινή λογική.
Γιατί εν τέλει αυτή λείπει. Ούτε επί Πολάκη σταμάτησαν οι ουρές στα νοσοκομεία ούτε επί Κικίλια φαίνεται πως θα σταματήσουν. Βαυκαλίζεται κι ο νέος υπουργός Υγείας, αν νομίζει ότι βρήκε κι αυτός το πυθαγόρειο θεώρημα , για να λύσει το ζήτημα με τις ουρές. Πολύ περισσότερο, όταν θέλει να εντάξει κι άλλους ασθενείς, με τον ιατρικό τουρισμό. Σωστός ο πιλοτικός σχεδιασμός αλλά έτσι, όπως τον σκέφτεται, μάλλον βλέπουμε να φεύγουν και αυτοί, που θα έρχονται για τουρισμό. Ποιος Έλληνας μπήκε σε νοσοκομείο σε ώρα εφημερίας και δεν τα είδε όλα; Και δεν υποτιμώ καθόλου το έργο των νοσοκομειακών γιατρών, νοσηλευτών, που είναι ήρωες αλλά και του διοικητικού προσωπικού, που έχει βελτιωθεί.

Προϋπολογισμός δεν είναι μόνο τα νούμερα αλλά και οι άνθρωποι
Ιδέες ακούμε πολλές, εδώ και πολλά χρόνια. Στην πράξη χωλαίνουμε. Όμως, ο προϋπολογισμός δεν είναι μόνο οικονομία και δείκτες και τράπεζες και κεφαλαιαγορά. Είναι άνθρωποι. Είναι πράξη, είναι ζωή. Δεν είναι μόνο οικονομία. Είναι κοινωνία, εκπαίδευση, παιδιά, γονείς, ανήλικοι, ενήλικοι. Είναι ο τρόπος που θέλουμε ή επιζητούμε να ζούμε. Αν ας πούμε έρθει κάποιος επενδυτής και δίνει 400 ευρώ το μήνα, μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος; Μια μέρα στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας ή στις ουρές για τα επιδόματα, αρκεί για να καταλάβει ένας πολιτικός τι συμβαίνει. Και βέβαια η εικόνα, που παρουσιάζει ο υπουργός, Γιάννης Βρούτσης θυμίζει το τραγούδι «Μ΄ ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό». Τώρα, αυτές τις μέρες, όχι last year.

Προϋπολογισμός και σχέσεις των ανθρώπων
Ο προϋπολογισμός δεν είναι μόνο μαθηματικά. Έχει όνειρα, έχει αδυναμίες, έχει νοικοκυριά, που ζορίζονται να πληρώσουν το φως, που κάνουν διακανονισμούς στο νερό, που δεν μπορούν να πληρώσουν φροντιστήρια, που τα παιδιά δεν μπορούν να πάνε για σπουδές, γιατί δεν υπάρχει ρευστό. Οι γονείς, οι άλλοτε τροφοδότες, είναι οι καμένοι της ιστορίας και οι γιαγιάδες και οι παππούδες συνδράμουν με την πενιχρή , πια , σύνταξη.
Ο καρκίνος της ελληνικής οικονομίας έχει εξαπλωθεί στους πολίτες, που μετά από 10 χρόνια κρίσης, δεν ξέρει πως ζει. Περπατάει και παραμιλάει. Κι αν στο Κολωνάκι, στην Εκάλη, την Κηφισιά, το πρόβλημα είναι αν τα παιδιά έφυγαν για την Αγγλία, στις υπόλοιπες περιοχές είναι αν τα παιδιά θα ξαναπάνε μετανάστες στη Γερμανία κι αν θα κάνουν οικογένεια. Σπανίως, ακούω ένα παιδί στη γειτονιά μου, που είναι έφηβος, να λέει πως θα μείνει στο Παλαιό Φάληρο και ας είναι κι από τις καλές περιοχές της Αθήνας. Πότε θα φύγει σκέφτεται. Ναι, πότε θα τελειώσει το σχολείο ή το Πανεπιστήμιο να σηκωθεί να φύγει. Σκόρπισαν συμμαθητές μου, άλλοι στην Κύπρο, άλλοι στην Σαουδική Αραβία, κι άλλοι κλείστηκαν σπίτι τους, γιατί δεν μπορούν να πάνε πουθενά. Κι άλλοι το σκέφτονται να φύγουν κι αυτοί.

Δεν έχουν όλοι οι πολίτες, αριστεροί – δεξιοί, άποψη ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία θα τα λύσει όλα
Υπάρχουν κι άνθρωποι, που έμειναν. Υπάρχουν κι εκείνοι που αντέχουν και δεν δυσκολεύονται. Αλλά όσοι έφυγαν, πια, είναι το καλό παράδειγμα της γειτονιάς, όπως μια φορά κι έναν καιρό , που σχολίαζαν οι κουτσομπόλες γειτόνισσες πως «η τάδε καλοπαντρεύτηκε». Κάθε μέρα σκέφτονται οι πολίτες, ότι παρότι μπορούν να βλέπουν τους εαυτούς τους, προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά το πολιτικό σύστημα έπαψε να τους καλύπτει γενικώς και αορίστως. Γιατί μπορεί να συμφωνούν με την παύση του τσιγάρου από τον Μητσοτάκη αλλά να διαφωνούν με τη λογική Χρυσοχοΐδη. Μπορεί να θεωρούν ότι ο Τσίπρας είναι καλύτερος διαπραγματευτής αλλά θεωρούν ότι τη μεσαία τάξη την πέταξε στα σκυλόψαρα. Εν τούτοις το γεγονός ότι έχουμε τόσο μεγάλη αποχή, εξακολουθεί μέχρι σήμερα το πολιτικό σύστημα να το περνά σε δεύτερη μοίρα και δεν αλλάζει τον πολιτικό λόγο. Τον αφήνει ξερό, κατάξερο, όταν μία χώρα και οι πολίτες της περιμένουν ξανά να ανθίσουν. Ελάχιστες οι ομιλίες, που είχαν ένα ενδιαφέρον, που δεν έβγαζαν μάτι, πως είναι… αντιγραφή.
Αλλά το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Δεν έχουν όλοι οι πολίτες, ακόμη κι αν είναι αριστεροί ούτε όλοι οι δεξιοί άποψη ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία θα τα λύσει όλα.
Όσους και νόμους να φτιάξουμε όσες και ρυθμίσεις, η πολιτική δεν είναι μόνο Βουλή, είναι η καθημερινή επαφή με τους πολίτες, που κάποιοι απ΄αυτούς δεν θα πήγαιναν ποτέ σε μια πολιτική συγκέντρωση κόμματος. Δεν τους πάει το παλαιό μοντέλο της χαιρετούρας. Κουράστηκαν. Ούτε ο διχαστικός λόγος. Ούτε η απόλυτη απαξίωση του προηγούμενη ή του επόμενου.

Τέλος εποχής για τις μεγάλες αντιπαραθέσεις αλλά οι ανισότητες έγιναν αβυσσαλέες στα χρόνια της κρίσης
Πόσοι και πόσοι με ρωτούν, καλά πως αντέχεις να τους παρακολουθείς; Δεν είναι μόνο οι ατέρμονες συζητήσεις για την τάδε παράγραφο της υποπαραγράφου τάδε είναι η πολιτική ως πραγματικότητα, ως κοινωνία. Μπερδεύονται, όταν ακούν τους μεν να μιλούν για προϋπολογισμό, που «όλα τα νικά κι όλα τα κακά σκορπά» και την αντιπολίτευση να λέει συλλήβδην ότι «όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει». Το καλό είναι πως έχουμε ξεφύγει από τους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς. Το κακό είναι ότι αιτίες της κρίσης δεν σκεφτόμαστε πως θα τις πολεμήσουμε. Τι κατεύθυνση θα δώσουμε στην οικονομία μας; Τι παραγωγικό σχέδιο; Φτάνει το bonus για τους συνεταιρισμένους αγρότες για να χτίσουμε ανθηρή αγροτική οικονομία, όταν αυτό δεν πατάει πουθενά; Όταν τη συνεταιριστική εκπαίδευση την έχουμε αφήσει στην τύχη της; Όταν, φτιάχνουμε ή καταργούμε πανεπιστημιακά τμήματα, λες και πρόκειται για μανταλάκια στην απλώστρα μας;
Όταν, είμαστε δυο και τσακωνόμαστε θαρρείς κι είμαστε τρεις, γιατί δεν έχουμε μάθει να συνεργαζόμαστε; Όταν για να βρεις λύση στο πρόβλημά σου, στο τέλος θα καταλήξεις να πάρεις τηλέφωνο, τον 15ο ξάδερφο, που δούλευε σε αυτήν την υπηρεσία και ξέρει;
Ήρθε το τέλος της πολιτικής; Όχι. Ούτε το τέλος των ιδεολογιών ήρθε ούτε το τέλος της πολιτικής. Παρήλθε ο κόσμος των ψευδαισθήσεων ότι με τον καπιταλισμό ο καθένας γίνεται πλούσιος και με τον κομμουνισμό όλοι περνούν ζάχαρη. Αυτό ναι. Παρήλθε ευτυχώς η εποχή των μεγάλων λόγων, των ανέφικτων. Με κόστος αλλά παρήλθε η εποχή των μεγάλων αντιπαραθέσεων αλλά οι μεγάλες ανισότητες έγιναν μεγαλύτερες στα χρόνια της κρίσης.

Οι ψευδαισθήσεις υπαρκτές μέχρι σήμερα και οι μπουλντόζες του Αδωνη για το Ελληνικό που έρχονται από… την Αυστραλία!
Η Ελλάδα παρότι παίχτηκε στα ζάρια των ισχυρών δεν σταμάτησε να ζει με τις ψευδαισθήσεις της. Όλοι κατανοούν ότι είχαμε κρίση, ότι γονατίσαμε, ότι μπήκαμε στην Εντατική αλλά μερικές φορές συμπεριφέρονται σαν να μην τους αφορά. Σα να έγινε και πέρασε. Το γεγονός ότι εξακολουθούμε να έχουμε σημαντικά διατροφικά ελλείμματα δεν φαίνεται να αφορά κανέναν. Το γεγονός ότι χρειάζεται η ελληνική βιομηχανία να πάρει από τις start ups , να πρωτοπορήσει σε τομείς που κατέχει, στην τεχνολογία για τα ξενοδοχεία, στην δορυφορική γεωργία. Και την ίδια στιγμή να στηριχθεί ο κόσμος, ο οποίος είναι χωρίς θέρμανση, χωρίς ελπίδα. Δεν είναι επιδοματική πολιτική όσοι σε πλήρωναν τόσα χρόνια να τους προσέξεις τα χρόνια, που σ΄ έχουν ανάγκη. Δεν είναι λύση τα επιδόματα, φυσικά, όταν μπορείς να έχεις θέσεις εργασίας.
Δεν μπορούμε να παρουσιάζουμε τον προϋπολογισμό λες κι είναι πανάκεια (κάτι που διαχρονικά γίνεται) ή να ξαναγυρνάμε στη συζήτηση περί ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, με τα ίδια εργαλεία. Με τις ίδιες ομαδούλες, που παντού πάνε να τσιμπήσουν πελάτες, δυσχεραίνοντας ουσιαστικά τη δουλειά κάθε πολίτη, που έχει επαφή με τον Δημόσιο Τομέα, υποχρεώνοντάς τον σε νέα βάρη.
Ο κόσμος της γραβάτας που μπαίνει στη Βουλή είναι εκεί για όσο διαρκεί η ώρα της Βουλής. Ο κόσμος των κομμάτων, που μπορεί να μη φορούν γραβάτα είναι ένας άλλος κόσμος. Αλλά πέρα απ΄αυτόν τον κόσμο, υπάρχει ο κανονικός, που δεν φορά απαραίτητα γραβάτα και δεν έχει επισκεφθεί ποτέ τη Βουλή. Υπάρχουν οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που φυτοζωούν και το λίπος εξαντλήθηκε. Υπάρχουν άνεργοι, που επειδή έχουν ένα σπίτι, κληρονομιά, δεν λογαριάζονται για φτωχοί λες και θα κόψουν τοίχο για να φάνε. Υπάρχουν τα μπλοκάκια, τα οποία υπερφορολογούνται. Υπάρχουν τα λαμόγια, που δεν πληρώνουν κι αυξήθηκαν μέσα στην κρίση. Αυτός που θα ήθελε να ασχοληθεί με την πολιτική, αλλά όταν μετρά τα λεφτά στην τσέπη του, τα 2 ευρώ το μήνα, που κέρδισε δεν του λένε και πολλά. Του χρειάζονται, καλά είναι κι αυτά, καλοδεχούμενα αλλά είναι σα να φέρεις μανιβέλα για να σηκώσεις ένα τριαξονικό φορτηγό. Ο Άδωνις Γεωργιάδης προεκλογικά είχε ψέξει τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν έτρεξε την επένδυση στο Ελληνικό. Είχε δίκιο, έπρεπε να ξεκινήσει η επένδυση. Τώρα, που κάθισε στην καρέκλα αυτές οι μπουλντόζες έρχονται από την …Αυστραλία.

Οι καυτές πατάτες του υπουργείου Οικονομικών
Μπορεί κάποιοι να ταυτίζονται την ώρα της Βουλής, χθες με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο ή σήμερα με τον Χρήστο Σταϊκούρα, οι οποίοι πραγματικά είναι από τους δυο υπουργούς Οικονομικών που προσπάθησαν να ισορροπήσουν μία χώρα, στα Τάρταρα, με διαφορετικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς στόχους ο καθένας. Όμως, προσπάθησαν. Όπως, αντίστοιχα παλαιά τίμησε τη θέση του υπουργού Οικονομικών, ο Αλέκος Παπαδόπουλος κ.ά. Επομένως, δεν τους τιμά να τσακώνονται μεταξύ τους, για το ποιος κατέστρεψε τη χώρα. Γιατί είναι σίγουρο ότι δεν την κατέστρεψε ούτε ο ένας ούτε ο άλλος την Ελλάδα. Ίσα – ίσα προσπάθησαν ο καθένας με τις δυνάμεις του να την βγάλουν από την πολύχρονη κρίση. Κι είναι ευχής έργον, που στο τιμόνι του υπουργείου Οικονομικών, είναι ο Χρήστος Σταϊκούρας κι όχι κάποιος άλλος νεοφιλελεύθερος της Νέας Δημοκρατίας, χωρίς κοινωνικές αναφορές. Αλλά θα έπρεπε να είναι πιο γενναίος κι απέναντι στους προκατόχους του, που δεν του άφησαν άδειο το ταμείο.

Εξορθολογισμός του φορολογικού συστήματος
Το φορολογικό σύστημα, όμως χρειάζεται εξορθολογισμό. Δεν μπορεί να θεωρείται τεκμήριο κάτι που προήλθε από κληρονομιά. Δεν γίνεται να θεωρούνται τεκμήριο τα παιδιά. Δεν μπορεί να ευθύνεται κάποιος για κληρονομιά, που του άφησε κάποιος άλλος και να παίρνει τα χρέη, για τα οποία δεν είχε ιδέα ή κι αν είχε δεν τα δημιούργησε. Δεν μπορεί μικρά παιδιά να τα τρέχουν οι γονείς να υπογράψουν, για συγγενείς, που τους άφησαν φέσια, ενώ δεν τους ξέρουν καν. Ο κόσμος θέλει φορολογική δικαιοσύνη. Και θέλει και κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν μπορεί να υπάρχουν τόσα ακίνητα, αχρησιμοποίητα κι άνθρωποι να είναι έξω στον δρόμο. Δεν μπορεί η εκκλησία να νοικιάζει τόσα ακίνητα και να μην υπάρχει ένας σχεδιασμός, για μία Ελλάδα, που ν΄ αγκαλιάζει όλα τα παιδιά της.
Επιπλέον, είναι καιρός να σταματήσει η καραμέλα με το Ελληνικό και να σχεδιαστεί τι θα γίνει στην περιοχή την επόμενη μέρα. Όσο έχουμε επενδύσεις ξένες στο Αιγαίο τόσο, ο Ερντογάν θα είναι πιο μακριά. Και το θέμα των εξοπλισμών παραμένει ένα αγκάθι σε μία ασθμαίνουσα χώρα, που όλοι τη φορτώνουν με όπλα, σε ένα παζάρι, χωρίς τέλος.
Η πραγματικότητα των αριθμών είναι άλλη από την πραγματικότητα της κοινωνίας, η οποία για να ξεφύγει από τη μιζέρια θέλει λύσεις στην καθημερινότητα, γρήγορες, που θα φέρουν ένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Αλλιώς διαχείριση της μιζέριας κάνουμε. Κάποτε σε μία ημερίδα μιλώντας για επενδύσεις μου έλεγε κάποιος σύνεδρος, ο οποίος είχε θέση: «Να ξέρεις πως πάντα μία χώρα προσελκύει επενδυτές, όταν επενδύουν οι κάτοικοί της». Εμείς;
