«ΠΑΣΟΚοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ» ή «ΣΥΡΙΖΟποίηση του ΠΑΣΟΚ»;

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

 Οι εκλογές μπορεί να πέρασαν, μα, το πολιτικό σκηνικό παραμένει ιδιαίτερα ρευστό κι η διαρροή στελεχών από ΠΑΣΟΚ, προς πάσα κατεύθυνση φέρνει αλλαγές, όχι ουσιαστικές στην κυβερνητική παράταξη, τη Νέα Δημοκρατία αλλά μεγάλες ανακατατάξεις στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η ρευστότητα είναι από τις σπάνιες φορές, που δεν οδηγεί κατεξοχήν σε αλλαγές προσώπων αλλά κυρίως σε αλλαγές στη φυσιογνωμία των κομμάτων.  Οι ζυμώσεις, που έγιναν στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ όμως δεν έδωσαν νέα ιδεολογική συγκρότηση αλλά άνοιξαν νέο κύκλο εσωστρέφειας, από στελέχη που έδειξαν πως θέλουν τη διαδοχή εδώ και τώρα. Η Φώφη Γεννηματά εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα η κυρίαρχη του παιχνιδιού στο ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ και να ελέγχει το μηχανισμό, ενώ η έξοδος Βενιζέλου, όχι μόνο δεν της κόστισε αλλά αύξησε και τα ποσοστά της. Η νίκη κατά κράτος στο συνέδριο, όμως μοιάζει πύρρειος, αφού αφενός δεν δημιούργησε νέα δυναμική ένταξης νέων στελεχών, δεύτερον δεν κατόρθωσε να κλείσει τα στόματα και τρίτον και κυριότερο δεν κατάφερε να ξεκαθαρίσει το πολιτικό στίγμα του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, το οποίο ταλαντεύεται ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά, Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ, που εμβολίζουν το χώρο, σε συνθήκες ασφυξίας. Επιπλέον, οι φιλοδοξίες ορισμένων στελεχών του ΠΑΣΟΚ (και όχι μόνο όσων βγήκαν μπροστά στο συνέδριο), θεωρείται βέβαιο πως μακροπρόθεσμα θα οδηγήσουν σε νέες εντάσεις. Η ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού συμβαίνει συνήθως μετά τις εκλογές. Οι ήττες κατά κανόνα γεννούν αλλαγές προσώπων. Εδώ, όμως, δεν συνέβη κάτι τέτοιο, αφού η μεν Φώφη Γεννηματά ελέγχει απολύτως τον μηχανισμό κι η παλαιά φρουρά – με εξαίρεση τον Βαγγέλη Βενιζέλο και τους Παπανδρεϊκούς- λειτουργούν ως σωματοφύλακες. Ο, δε, Αλέξης Τσίπρας είναι αδιαμφισβήτητος ηγέτης της Κεντροαριστεράς, μετά το ποσοστό των εκλογών του Ιουλίου. Όμως, μόνο τυχόν προβλήματα στον ΣΥΡΙΖΑ, που θα προκύψουν, μπορούν να δημιουργήσουν νέα δυναμική στο ΠΑΣΟΚ.

Η Φώφη Γεννηματά, όχι, παρά την μικρή εκλογική άνοδο του ΠΑΣΟΚ, το οποίο κατέρρευσε επί μνημονίων, δεν καταφέρνει να συσπειρώσει ευρύτερες δυνάμεις

Θεωρητικά η ΝΔ είναι σε πλεονεκτικότερη θέση, γιατί έχει το αβαντάζ της εξουσίας. Όμως, η εξουσία γεννά και προσδοκίες κι έτσι η γκρίνια είναι δεδομένη για όσους έμειναν απέξω ή δεν πήραν το κομμάτι που θεωρούσαν πως τους αναλογούσε στην πίτα της εξουσίας. Υπάρχει η γκρίνια στελεχών, που έμειναν απέξω από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, τα νεύρα των ΣΥΡΙΖΑίων για την βαθύτερη διείσδυση των ΠΑΣΟΚων και βέβαια τα νεύρα τσατάλια των νυν ΠΑΣΟΚο/ΚΙΝΑΛιτών, που έχουν πάθει βέρτιγκο, παρά τις υψηλές φιλοδοξίες κάποιων, ότι μετά τις εκλογές θα έπαιρναν κεφάλι, με ποσοστό άνω του 10%. Η Φώφη Γεννηματά είναι φανερό πως ενώ κατάφερε τη σταθεροποίηση και την μικρή εκλογική άνοδο του ΠΑΣΟΚ, το οποίο κατέρρευσε επί μνημονίων, δεν καταφέρνει να συσπειρώσει ευρύτερες δυνάμεις. Ο Νίκος Ανδρουλάκης μέχρι στιγμής δεν έχει πείσει την παλαιά φρουρά ότι εκφράζει διαφορετικό πολιτικό λόγο. Το μεγαλύτερο πρόβλημα στο ΠΑΣΟΚ είναι ότι από ζωντανός οργανισμός, ο οποίος είχε πάντα να συνεισφέρει με προτάσεις και δυναμική σε κάθε του συνέδριο, κινδυνεύει να μείνει από καύσιμα. Οι προσυνεδριακές διαδικασίες ήταν ανέκαθεν πνεύμονας για το κόμμα, αφού οι τσακωμοί κι οι αντιπαραθέσεις – πέρα από τις στενές πελατειακές σχέσεις -πάνω σε ιδεολογικά ζητήματα έδιναν και έπαιρναν. Οξυγόνο δημοκρατίας, όχι μόνο για τα μεγαλοστελέχη αλλά και για τους μικρούς που έψαχναν θέση στη νομή της εξουσίας, η οποία θα νομιμοποιούνταν και μέσα από ένα πλαίσιο θεσμικών προτάσεων προς την εξουσία.  Αυτός ο πνεύμονας, ο οποίος ήταν και ο λόγος που το κάθε μεσαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, ένιωθε πως είχε δύναμη ή έστω την ψευδαίσθηση πως μπορεί ν’  αλλάξει πράγματα στην ελληνική κοινωνία, να φέρει καινούργιες θέσεις και προτάσεις, στην πράξη δεν λειτούργησε ούτε αυτήν ούτε την προηγούμενη φορά αφήνοντας το ΠΑΣΟΚ με αναπνευστήρα. Είναι σαν να έχεις δύσκολους αντιπάλους απέναντι και αντί να προσπαθείς να βάλεις  γκολ, να παίζεις συνέχεια στην άμυνα. Έτσι, ενώ ενισχύθηκε κοινοβουλευτικά κι απέκτησε και κάποιους ανθρώπους, που στέκονται καλά κοινοβουλευτικά, χωρίς να το εκθέτουν, Λιακούλη, Πάνας, Κατρίνης κ.ά.  κι εξακολουθεί να έχει ισχυρή παρουσία στην αυτοδιοίκηση και τον συνδικαλισμό, ο μέσος ψηφοφόρος αισθάνεται ότι είναι αποκομμένος από τις επιλογές των κορυφαίων στελεχών ενώ η άλλοτε δυναμική ΠΑΣΠ, που επίσης είχε ρόλο έχει μείνει στα μετόπισθεν. Κακό έκανε επίσης και η χωρίς όρια κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ, η οποία έδωσε την εντύπωση στους ψηφοφόρους ότι έρχεται μετεκλογικά, άνευ όρων σύμπραξη με τη ΝΔ. Επομένως, ο συντηρητικός κόσμος του ΠΑΣΟΚ προτίμησε την αυθεντική ΝΔ και άνθρωποι, πιο αριστερών αντιλήψεων,  μετακόμισαν στον ΣΥΡΙΖΑ.

Η αγορά… ΠΑΣΟΚ

Στελέχη του ΠΑΣΟΚ, τόσο υψηλόβαθμα, όσο και  μεσαία έχουν ζήτηση στην «πολιτική αγορά», όχι μόνο λόγω ψήφων, αλλά λόγω αποτελεσματικότητας, γνώσης της αγοράς, συνδικαλισμού, γνώσης της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού. Κοινώς οι ΠΑΣΟΚτζήδες-στελέχη έχουν ζήτηση παντού, αρκεί να είναι… εκτός ΠΑΣΟΚ. Η έξοδος στελεχών προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά έχει δημιουργήσει κόπωση στα ήδη υπάρχοντα στελέχη.

Αντανακλαστικά εξουσίας και οι «πράσινοι» του ΣΥΡΙΖΑ

Μέσα στο Κοινοβούλιο τα κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ καταθέτουν προτάσεις, τροπολογίες, βελτιώσεις, αλλά ο  σφιχτός εναγκαλισμός με τη ΝΔ την περίοδο των μνημονίων εξακολουθεί να είναι στίγμα, το οποίο εξακολουθεί να δημιουργεί φυγόκεντρες δυνάμεις είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά. Η  λανθασμένη στρατηγική στην υπόθεση Λοβέρδου – Νοβάρτις  και η αμηχανία απέναντι στην υπόθεση Τσουκάτου δημιούργησε νέες φυγόκεντρες δυνάμεις. Οι «μετακομίσεις» λοιπόν, οι οποίες συνεχίζονται πλέον και επισήμως, δημιουργούν προβλήματα  και δυναμική αλλά και θέτουν ερωτήματα στα ίδια τα κόμματα υποδοχής και κυρίως ζητήματα συνοχής. Όπως η είσοδος ακροδεξιών στελεχών εξακολουθεί να δημιουργεί τριβές στη ΝΔ, πολύ μεγαλύτερες, λόγω και του όγκου στελεχών δημιουργεί η είσοδος στελεχών του ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΡΙΖΑ. Το ζητούμενο βέβαια πάντα είναι αν απ΄ αυτές τις «μετακομίσεις» έχει να ωφεληθεί κάτι η ελληνική κοινωνία ή σκέτες καλές μεταγραφές που αποφέρουν ίδιο όφελος στον ενδιαφερόμενο. Από το ΠΑΣΟΚ εξακολουθούν να λένε στον ΣΥΡΙΖΑ πως «δεν μας πήρατε φλουρί κωνσταντινάτο». Όμως, είναι αλήθεια ότι στελέχη, που έχουν θητεία στο πολιτικό γίγνεσθαι, μπορούν να συμβάλλουν στη νέα ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως στην διαμόρφωση θέσεων και προτάσεων, οι οποίες έχουν πρακτική ανάγνωση στην καθημερινότητα των πολιτών, στο επιστημονικό του οπλοστάσιο αλλά και στις διεθνείς του σχέσεις. Σαφώς καιροσκόποι υπήρχαν και υπάρχουν πάντα. Όμως είναι αληθές ότι στον όγκο των στελεχών, που προήλθαν από το ΠΑΣΟΚ υπήρχαν κι άνθρωποι, που εξέφραζαν την αριστερή του πτέρυγα, το κοινωνικό κράτος, την κοινωνική οικονομία, τη βελτίωση της θέσης των αγροτικών στρωμάτων. Την ίδια στιγμή όμως ο κίνδυνος είναι υπαρκτός να μείνουν εκτός στελέχη, τα οποία ενώ έχουν πολιτικό λόγο και προέρχονται από την αριστερά και να παραγκωνιστούν. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δυναμικά στελέχη, που θα μπορούσαν να το βοηθήσουν, αλλά το προηγούμενο διάστημα, κάποια απ΄ αυτά, έμειναν απέξω βλέποντας άλλους, που δεν το άξιζαν να παίρνουν θέσεις στο πλαίσιο εσωσυριζαϊκών ισορροπιών και να αντιδρούν στη νέα ένταξη πράσινων στο κόμμα.

Το αλώβητο ΚΚΕ και το τελευταίο χαρτί των προεδρικών εκλογών της πλευράς Σαμαρά

Αλώβητο από τις μετατοπίσεις βγαίνει το ΚΚΕ, αλλά έτσι κι αλλιώς κερδισμένο με τις μεθόδους Χρυσοχοΐδη- Κεραμέως στα Πανεπιστήμια και με τις ρυθμίσεις Βρούτση, που φέρνουν νέα αναταραχή στο ασφαλιστικό σύστημα. Η μετακίνηση ΠΑΣΟΚ προς τα δεξιά δημιουργεί μετακινήσεις και στη ΝΔ, η οποία διεκδίκησε πίτα προεκλογικά από το Κεντρώο –Κεντροαριστερό κοινό, που είναι συντηρητικό σε θέματα εκκλησίας – προσφύγων – ασφάλειας (Μακεδονικό – Μεταναστευτικό- Πολιτικός Όρκος) αλλά αντέδρασε και σε συμπεριφορές κορυφαίων στελεχών. Καθώς η πλευρά Σαμαρά παίζει το τελευταίο χαρτί των προεδρικών εκλογών, το σίγουρο είναι πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης αν δεν δώσει εναλλακτική της προεδρίας, κινδυνεύει να έχει πρόβλημα από τις λίγες αλλά υπαρκτές φωνές που στηρίζουν Σαμαρά.  

Κυριάκος Μ. δεξιά, Κυριάκος Β. πιο δεξιά

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει στα πιο δεξιά του και τον Κυριάκο Βελόπουλο, ο οποίος παίζει όλα τα χαρτιά της light ακροδεξιάς, σε καλύτερη έκδοση απ΄ ότι ήταν παλαιά το ΛΑΟΣ με στόχο. Το κόμμα Βελόπουλου, όσο κι αν προεκλογικά λοιδορήθηκε για τις αλοιφές και τα χριστουγεννιάτικα θαύματα έχει δικό του κοινό, το οποίο «τριχοτομήθηκε» την περίοδο της κρίσης.  Είναι μία χρυσή εφεδρεία, σε περίπτωση, για το κόμμα της ΝΔ βρεθεί σε αμηχανία εξαιτίας του Σαμαρά ενώ είναι σαφές πως υπάρχουν στελέχη του ΠΑΣΟΚ, που θα προτιμούσαν την αγκαλιά της ΝΔ, από τη μοναξιά της μη κυβερνησιμότητας. Επιπροσθέτως, η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, προς την σοσιαλδημοκρατία αναπόφευκτα δημιουργεί έντονες συγκρούσεις κι αντιπαραθέσεις, εντός του. Στο πλαίσιο αυτό έχει τη σημασία της η συνάντηση της Δευτέρας 9/12 του Αλέξη Τσίπρα με την Προοδευτική Συμμαχία αλλά κι η τωρινή ομιλία του στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, σε μία φάση, η οποία είναι δύσκολη.   Η απαίτηση του κόσμου, για να μπορέσει να έχει πρόσβαση αλλά και προτάσεις στο νέο σύστημα εξουσίας στην Κεντροαριστερά δεν θα μπορούσε παρά να δημιουργήσει νέα δυναμική είτε συσπείρωσης είτε φυγόκεντρων δυνάμεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ του Γενάρη του 2015, σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ του Σεπτέμβρη του 2015 και τον μετεκλογικό ΣΥΡΙΖΑ του 2019 σαφέστατα απέχει πολύ και τα προσυνεδριακά τύμπανα για «πασοκοποίηση» του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι έντονα. Ωστόσο, η ένταξη ΠΑΣΟΚογενών στον ΣΥΡΙΖΑ έτσι κι αλλιώς ήταν αναπόφευκτη, αφού με τις ψήφους ανθρώπων, προερχόμενων, κυρίως από το ΠΑΣΟΚ ανήλθε στην εξουσία.

Βαρουφάκης, ΜέΡΑ25, συνεκτική ταυτότητα και ενιαίος λόγος

Μικρό μερίδιο του αριστερού αυτού κοινού φαίνεται το κερδίζει ο Γιάνης Βαρουφάκης με το ΜέΡΑ25, που έχει ενιαίο λόγο και συνεκτική ταυτότητα, εισπράττοντας ένα κομμάτι δυσαρεστημένων ΣΥΡΙΖΑίων, αριστερών ανένταχτων και «ανυπάκουων» αλλά όχι όλων. Σε κάθε περίπτωση και στελέχη του ΠΑΣΟΚ, που έχουν συναίσθηση της πραγματικότητας και δεν αεροβατούν, αλλά ούτε θέλουν να πάνε με τη ΝΔ, ξέρουν ότι η μεταβατική περίοδος είναι κρίσιμη κι έχουν μπροστά τους μικρό πολιτικό χρόνο για να ανασυγκρότηση. Για άλλους το θέμα είναι ο αρχηγός, για άλλους, όμως, το θέμα είναι βαθύτερο κι αγγίζει το πολιτικό στίγμα. Ανησυχούν για την επόμενη ημέρα, θεωρώντας ότι έχουν να συμβάλλουν σε λύσεις και προτάσεις αλλά την ίδια στιγμή ο φορέας, που εκπροσωπούν έχει αρχίσει να θυμίζει πολύ την παλαιά Ένωση Κέντρου, της οποίας στελέχη αξιοποιήθηκαν, από τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά η ίδια έκλεισε τον κύκλο της.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι τρεις χαμένες εκλογές, ο πρωθυπουργός και το ελληνοτουρκικό σαν αναμμένο κάρβουνο

Σε κάθε περίπτωση, το πολιτικό σκηνικό, όπως το ξέραμε, πριν τις εκλογές του Ιουλίου του 2019 στον χώρο της Κεντροαριστεράς περνά στην Ιστορία. Από τις πολλές και διαφορετικές συνιστώσες στον ΣΥΡΙΖΑ, περνάμε στα 3 κόμματα σε ένα,  όπου τα δυο έχουν εμπιστοσύνη στον Αλέξη Τσίπρα και το δεύτερο, με διαφορετικές αποχρώσεις, θέλει ιδεολογική καθαρότητα. Ο Αλέξης Τσίπρας στον οποίο ο κόσμος της Κεντροαριστεράς έχει δείξει πως έχει εμπιστοσύνη, πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να συμβιβάσει δυο κόμματα, με ιστορικές και πολιτισμικές διαφορές. Μερικές διαφορές εξ αυτών κορυφώθηκαν την περίοδο της κρίσης. Ταυτόχρονα υπάρχουν και οι  κοινές αγωνίες και τοποθέτηση για το μέλλον του τόπου και των ανθρώπων του, που ταλαιπωρήθηκαν τόσο την τελευταία δεκαετία, δίνοντας ρόλους όχι μόνο σε μία μικρή συντροφιά, η οποία υπό τη δική του μπαγκέτα τον έφερε στην εξουσία αλλά και στον κόσμο, που ήρθε για να μείνει στον ΣΥΡΙΖΑ, βλέποντας εαυτόν εκεί και την επόμενη ημέρα.  Ο παραδοσιακός χώρος του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να είναι στενός, ο χώρος της κεντροαριστερής παράταξης, όμως είναι μεγάλος. Ο Αλέξης Τσίπρας τα γνωρίζει όλα αυτά αλλά χρειάζεται και να δείξει ότι θέλει αυτόν τον κόσμο, δίνοντας ρόλους και δημιουργώντας νέες κομματικές δομές, που θα συναποτελούνται κι από τα νέα κομματικά στελέχη. Η αναδιοργάνωση αυτή είναι απαραίτητη, για τον ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα φάνηκε γυμνό στις αυτοδιοικητικές εκλογές και παρουσίασε εικόνα διάλυσης στις περιφέρειες. Το πάμε «αργά» του ΣΥΡΙΖΑ, για να φτάσουμε με σιγουριά στο τέρμα, δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στο κυβερνητικό έργο. Επιπλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δυο πιθανότητες από αυτήν την όσμωση ή να σπάσει, όπως έγινε το 2015 με την έξοδο Λαφαζάνη – Κωνσταντοπούλου ή να ωφεληθεί, εμπλουτίζοντας τον λόγο του αλλά και την επιστημονική, κοινωνική και αυτοδιοικητική του φαρέτρα.  Την ίδια στιγμή και η πλευρά Τσακαλώτου πρέπει να συμβιβαστεί με την ιδέα, ότι ο κόσμος που στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να είναι εκτός οργάνων. Αν ο Αλέξης Τσίπρας πείσει ότι στον ΣΥΡΙΖΑ ο καλύτερος κερδίζει, κι όχι οι κομματικοί, οι γύρω – γύρω, οι ισορροπίες κ.ά.  τότε μπορεί και να ελπίζει ότι θα είναι όχι απλά θα είναι υπολογίσιμος αντίπαλος αλλά δυνάμει νικητής απέναντι στον Κυριάκος Μητσοτάκη. Ο πρωθυπουργός ανέλαβε την ευθύνη της χώρας, σε μία περίοδο που υπάρχουν οικονομικά μαξιλάρια και δυνατότητες για μοιρασιά αλλά το ελληνοτουρκικό ζήτημα παραμένει αναμμένο κάρβουνο.