Έχω κι έναν φίλο, μεσόκοπο, που έχει εδώ και δεκαετίες ξεπεράσει την εκρηκτικά ορμονούχο εφηβεία και την ερωτιάρα νιότη που έχει πάθει μεγάλο έρωτα και τον έχουμε σχεδόν με τους ορούς! Ω μα τι κρίμα…

…Ο συμμαθητής στο νηπιαγωγείο που θέλει να παίζει μαζί σου! Μετά στο δημοτικό ο Κωστάκης, ο Δημητράκης, ο Θανασάκης, ο Κάποιος σε – άκης, τέλος πάντων, που σου ζωγραφίζει καρδούλες. Στην εφηβεία σε παίρνει και σε σηκώνει το μαράζι και το δράμα έχει δρομολογηθεί και εσύ είσαι πρωταγωνίστρια, έχοντας στο μυαλό σου σελίδες από Αρλεκιν και Βίπερ Νόρα, από παιδικά παραμύθια που σε πότισαν πως, ναι, θα έρθει το βασιλόπουλο –το συνήθως ανίκανο να χει δικό του βασίλειο γι αυτό και συγκυβερνά στο δικό σου- και θα σε κάνει να φτύσεις τα φλούδια απ το μήλο. Βάλε και κάτι θρυλικά φιλιά από ανεκπλήρωτους έρωτες σινεφίλ. «Άγγλος ασθενής», «Τσάι στη Σαχάρα», «Οι γέφυρες του ποταμού Μάντισον», θεατρικοί η κινηματογραφικοί Ρωμαίοι και Ιουλιέττες!

Ρεζερβέ έπιασες όλη τη νιότη σου, σε 15ωρη βάρδια έρωτα -ε, τις υπόλοιπες κοιμόσουνα! Βογγητά, μαράζια, κομμένη ή ανοιγμένη –εξαρτάται και δυστυχώς εμάς μας έπιανε πάντα το β- όρεξη, αλκοόλ, φόρτωμα στις φίλες και στους φίλους, τους οποίους από μόνη έχεις αποφασίσει πως μπορείς να τους τηλεφωνείς στις 3 τα ξημερώματα, θρηνώντας για τον Κώστα, τον Δημήτρη, τον Θανάση, τον Κάποιον χωρίς –ακη πια, γιατί είναι ώριμος χαρακτήρας αλλά οι πράξεις του δεν το δείχνουν! Και δως του με τις φίλες οι αναλύσεις των βλεμμάτων και των υπονοουμένων (σ αυτά υπολογίζεις και το απλό «γεια, τι γίνεται;» αλλά και το «σου είπα, Χριστιανή μου, να μη μου ξανατηλεφωνήσεις»), οι χαρτούδες και οι καφετζούδες ή και οι δυο, τις οποίες φυσικά και δεν είσαι Κατίνα να πιστεύεις, αλλά τις ξέρεις όλες στο λεκανοπέδιο και κάνα δυο στην Θεσσαλία. Και δως του μεθύσια και λαϊκά και ξενύχτια στα μπουζούκια να κλαις ακούγοντας σουξέ του Φοίβου, (ε, ναι! Με τι θα ξε καψουρευτείς με Αγγελάκα;).

Και δως του να ξημερώνεσαι έξω απ το σπίτι του, κομμάτια, με το ρίμες να τρέχει στα μαγούλα, έτοιμη να φωνάξεις ως άλλη Χέλμη, «Ντορή μη φεύγεις, θα φαρμακωθώ». Πέρασαν καμία 20αρια χρόνια, φτάνεις μεση ηλικία, με κάνα διαζύγιο στην πλάτη και να, τώρα που κατά τύχη έχεις δουλειά –αν έχεις!- σε βαρεθήκαν οι φίλοι και σε έφαγαν κάτι έρωτες σα video clip του Σώτου Βολάνη, να πίνει κονιάκ δίπλα σε ψεύτικο τζάκι! Συναίσθημα κουραστικό, πλήρους απασχόλησης και ελαφριά αναξιοπρεπές. Και τι κατάλαβες; Και σε τι να ελπίσεις; Πως σώπα, σιγά σιγά γερνάμε και με τους έρωτες ξοφλάμε. Δώσαμε ότι είχαμε να δώσουμε και χρέη εδώ δεν μετράνε!

Και για να τελειώσουμε όπως αρχίσαμε, λέει υπέροχα και για πάντα ο Γκάτσος: «από σκαλί σ’ άλλο σκαλί κι από φιλί σε πάθος πήρα σοκάκι ανάποδα και μονοπάτι λάθος. Κι απ’ το Ροδόλφο στο Μηνά κι απ’ τον Κοσμά στον Πάνο πελάγωσα μανούλα μου και τώρα τι να κάνω»!… και ο Θεός να μας φυλάει από γεροντοέρωτες, κορίτσια και κυρίως καλέ μου φίλε, που πήρε βαριά το αίσθημα!

