Ο ήρωας Νικηταράς που έγινε επαίτης γιατί η Ελλάδα δε τρώει μόνο τα παιδιά της, αλλά και τους πατέρες της

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Στον όνομα της ελευθερίας! Μάχες, πόλεμος, εξέγερση, πολιορκίες, αγώνας! Στην Καλαμάτα, στην Τριπολιτσά, στα Δολιανά, στα Δερβενάκια, στο Βαλτέτσι. Εκεί, στη μάχη στο Βαλτέσι, όπου 200 Έλληνες στάθηκαν απέναντι σε 6.000 τούρκους, ο Νικήτας Σταματελόπουλος, ανιψιός του μέγα Θόδωρου Κολοκοτρώνη, πήρε απ την μεγάλη ανδρεία που έδειξε, το Τουρκοφάγος Νικηταράς και πέρασε στις ιστορία, σαν ένας ήρωας, μαζί με τον Παπαφλέσσα, τον Ανδρούτσο, τον Καραϊσκάκη, τον Διάκο, τον Μακρυγιάννη. Ανδρείος ναι, γενναίος, ατρόμητος, ηρωικός, πατριώτης! Ήταν, λένε, τόσο ορμητικός, που στη μάχη στο Βαλτέτσι, έσπασε τρία σπαθιά και το τέταρτο κόλλησε στο χέρι του, καθώς έπαθε αγκύλωση και χρειάστηκε ιατρική βοήθεια για να μπορέσει μετά από ώρες να το ανοίξει. Σύμφωνα με αναφορές της εποχής, ο Νικηταράς ήταν τόσο γρήγορος που μπορούσε να φτάσει το γρηγορότερο άλογο και να πηδήξει με ένα άλμα πάνω από επτά άλογα. Μα πάνω απ όλα αξιοπρεπής, με ήθος, αξιακό σύστημα υψηλό, σεμνότητα, ταπεινότητα, αρχές και μια απέραντη αγάπη στην πατρίδα χωρίς να ζητά ανταποδόσεις…

Ήρωας

Γεννήθηκε στη Νέδουσα, ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ταΰγετου, στα 1787 και ήταν γεροδεμένος, ψηλός και δυνατός πολύ πάνω απ το μέσο όρο των συμπατριωτών του. Δεν έσκυψε ποτέ του κεφάλι, δεν υπάκουσε, δεν έγινε ραγιάς, αλλά από έφηβος βγήκε στο κλέφτικο. Και όπου η ελευθερία και η Ελλάδα του το ζήτησε ήταν εκεί, μπροστάρης. Και ο λαός του το αναγνωρίζει και τον τραγουδά για πάντα. «…Κ’ ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε: «Πουλί, πώς πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι;». Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια»! Πολεμώντας για πατρίδα και ελευθερία, δεν καταδέχτηκε ποτέ του να πάρει λάφυρα, όπως όλοι άλλοι. Δεν πολεμούσε για αυτά… «Δεν θέλω τίποτα. Θέλω να δω την πατρίδα μου λεύτερη», είπε μετά τη μάχη στο Βαλτέτσι όταν τον πλησίασαν για τον καλέσουν στην μοιρασιά απ τα λάφυρα. «Μόνο τη πατρίδα λεύτερη…»…  

«… γιατί, μετά την πατρίδα, εσύ, Αγγελική, είσαι η αγάπη μου…»

Σ όλα τα χρόνια του αγώνα του, μια φορά μόνο, είπε και ο Νικηταράς να στείλει μετά από μεγάλη μάχη, ένα δεματάκι, στη γυναίκα του, την Αγγελική. Το πήρε εκείνη στα χέρια της, κάποτε, παραξενεύτηκε και αν και γνώριζε καλά τη περηφάνεια του άνδρα της, μάλλον περίμενε να βρει κάτι πολύτιμο, που θα μπορούσε να το πουλήσει έτσι ώστε να ζήσει τα παιδιά τους. Μέσα, όμως, βρήκε μια ξύλινη, σκαλισμένη ταμπακιέρα και το σημείωμα: «Τα παλικάρια μου, ύστερα από τη μάχη με έδωκαν ένα σπαθί με φιλντισένια λαβή κι αυτή την ταμπακιέρα. Το σπαθί το έστειλα στους Υδραίους για να αρματώσουν τα καράβια τους και την ταμπακιέρα σε σένα, γιατί μετά την πατρίδα εσύ είσαι η αγάπη μου». Ήταν 1822 και το σπαθί ήταν λάφυρο από τον Κιαμίλ Μπέη. Οι Υδραίοι, που ήξεραν πως δύσκολα τα βγάζε ήδη, πέρα ο Νικηταράς, γιατί όλο πολεμούσε και είχε και οικογένεια να συντηρήσει, συγκινήθηκαν από  την κίνησή του αλλά του το έστειλαν πίσω….

Φυλακές, βασανιστήρια, εξευτελισμοί, ταπεινώσεις

Η Ελλάδα ελευθερωνεται. Μετα τον Καποδίστρια, που του αποδίδει τον τίτλο του υποστράτηγου, ο Νικηταράς, ο ήρωας, ο πιο τίμιος του αγώνα, ο φιλεύσπλαχνος, φυλακίζεται στο Παλαμήδι, μαζί με τον θείο του τον Θοδωρή Κολοκοτρώνη, ως Ρωσόφιλος! Αποφυλακίζεται ένα χρόνο αργότερα λόγω έλλειψης στοιχείων, αλλά ο Οθωνας και οι αυλικοί του θέλουν να τον ατιμάσουν. Ξανά πίσω στο μπουντρούμι, τάχα μου, για συνωμοσία σε βάρος του βασιλιά. Στην Αίγινα, αυτή τη φορά. Εκεί, οι Βαυαροί δεσμώτες τον κακομεταχειρίζονται ανηλεώς και καθημερινώς. Πολλές φορές σε δημόσια θέα, για να είναι η ταπείνωση του με μάρτυρες και να διαδοθεί. Πάσχει από σακχαροδιαβήτη, χάνει το φως του. Αποφυλακίζεται. Δεν έλαβε, ποτέ του, πολεμική σύνταξη!

Η πατρίς αγνωμονούσα προσφέρει μια θέση για επαιτεία κάθε Παρασκευή

Προσπαθεί να ορθοποδήσει και μεταφέρεται μαζί με την οικογένειά του, την Αγγελική, τον  γιο και τις δύο κόρες του, στον πιο ήσυχο Πειραιά. Είναι πια τυφλός και μεγάλος και έχει μάθει μόνο να πολεμά για την Ελλάδα. Ο δήμος Πειραιά του δίνει ειδική άδεια και μια συγκεκριμένη θέση. Κάθε Παρασκευή απλώνει το χέρι στους περαστικούς και επαιτεί! Δεν ήταν ο μόνος. Η κακή οικονομική κατάσταση και οι ανύπαρκτες δομές του νέου κράτους, είχαν ως αποτέλεσμα εκατοντάδες πολεμιστές και ήρωες της ελευθερίας να πεθαίνουν πεινασμένοι, ξεχασμένοι, παρατημένοι. Και ας τα είχαν δώσει όλα, μα όλα, για την πατρίδα….

Ξεψυχώντας σε ένα καλύβι καρβουναποθήκης στο λιμάνι

Ο Τουρκοφάγος Νικηταράς πέθανε μια μέρα του 1849, στα 69 του χρόνια,  σε ένα καλύβι μιας καρβουναποθήκης στο λιμάνι, όπου τον είχε μαζέψει ένα από τα παλιά του παλικάρια. Μετά την είδηση του θανάτου του, οι σπουδαστές του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου τοποθέτησαν έκτυπο πλασμένο στο πρόσωπό του και αποτύπωσαν τη μορφή του. Έτσι έκαναν είχαν πράξει και για άλλους ήρωες της Επανάστασης, των οποίων τα προσωπεία φιλοξενούνται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Σκοπός των φοιτητών ήταν να διασωθεί η μορφή των Ελλήνων ηρώων, ώστε να μπορέσουν οι γλύπτες του μέλλοντος να τους φτιάξουν αγάλματα. Στη κηδεία του, πήγαν όλοι. Ευγενείς, αριστοκράτες, πλούσιοι, επίσημοι. Και εκείνος ο λαός, που γνώριζε πως εκείνος ο άνθρωπος που τώρα τιμούσαν τάχα, οι μεγαλόσχημοι, ήταν δικός τους, κομμάτι τους και τους τα χε δώσει όλα. Η πατρίς, αγνωμονούσα στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έδειξε αδιαφορία για κάποιο από τα τέκνα, αλλά για έναν απ τους ίδιους της του πατέρες…

«Εγώ, πραματευτής δεν ήμουνα»

Όταν, κάποτε, τον ρώτησε ο Γεώργιος Τερτσέτης γιατί έμεινε φτωχός, αυτός, κοτζάμ στρατηγός, ο περήφανος και πάντα ταπεινός ήρωας είπε: «Πραματευτής δεν ήμουνα. Η μοίρα μου το θέλησε να γίνω καπετάνιος. Μα δε θα ήτανε σωστό να κάμω πραμάτεια το καπετανιλίκι μου για να καζαντίσω!». Αυτή η λεβεντιά, η περηφάνια, η ανιδιοτέλεια, η σεμνότητα, ο ηρωισμός έμειναν μέσα στο χρόνο μνήμη και τραγούδι τσάμικο: «…Που ‘σαι μωρε Νικηταρά πο ‘χουν τα πόδια σου φτερά, μες στους κάμπους πως κοιμάσαι και κανέναν δεν φοβάσαι».