O χρόνος αγκαλιάζει κάθε στιγμή στη Δημητσάνα στις εικόνες της Πηνελόπης Κατσαρέλη

SPOTLIGHT POST TEAM

Δημητσάνα! Όμορφη! Αρχοντική! Περήφανη και ορεινή, στα 1.080 μ. υψόμετρο, κοιτάει από ψηλά τους καμπήσιους, δεμένους εκεί με τις σπορές και το χώμα, όχι ελεύθερους στα βουνά της Αρκαδίας. Να αγναντεύει φιδωτό και ήρεμο στην παντοδυναμία του τον ποταμό Λούσιο.

Ήταν εκεί, από χρόνια αρχαία ως Τεύθις. Έστειλε πολεμιστές στον Τρωικό πόλεμο με ηγεμόνα τον Τεύθι και εκείνος, αστόχαστος και όλο έπαρση, τραυμάτισε με το δόρυ του τη ίδια τη Θεά Αθηνά και εκείνη, εκδικητική, όπως πάντα οι θεοί, του ρίξε καταραμένη, ανίατη ασθένεια! Τα αρχαία τείχη της πόλης, μάρτυρες συνέχειας, είναι εδώ ακόμα, δίπλα απ τους έξι μπαρουτόμυλους, γιατί η πόλη αυτή ήταν «μπαρουταποθήκη του αγώνα για την απελευθέρωση». 

Εδώ γεννήθηκε ο Πατριάρχης Γρηγορίος Ε’ και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Εδώ ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης, ο ατρόμητος, ο ελεύθερος, ο πιο ήρωας απ τους ήρωες φύλαγε την μπαρούτι όλης της Πελοποννήσου. Εδώ, στο κέντρο της αγοράς, δίπλα στην Αγία Κυριακή του 17ου αιώνα, βρίσκεται το το «ρολόι της Δημητσάνας», που στάλθηκε από κείνους που αγάπησαν τόσο την πατρίδα και πόνεσαν και νοστάλγησαν, του Δημητσανίτες της Νέας Υόρκης, στα 1900. Εδώ η Βιβλιοθήκη που κάποτε φτιάξανε μοναχοί και το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης. Εδώ και ο παραδοσιακός, διατηρητέος οικισμός με πανύψηλα πετρόχτιστα σπίτια, καλντερίμια και στενά πλακόστρωτα δρομάκια. Εδώ η Ιστορία, η Επανάσταση του 1821 για λευτεριά, οι μύθοι, τα γεφύρια και οι νεροτριβές, τα βυζαντινά και εκκλησιαστικά κειμήλια, τα πέτρινα κτίρια, η αρχοντιά της Πελοποννήσου.  Δίπλα στα βουερά, κρυστάλλινα νερά του Αϊ Γιάννη, μοιάζει να ακούγεται ποίηση…

Πικραμένος αναχωρητής

Θα φύγω σε ψηλό βουνό σε ριζιμιό λιθάρι,

Να στήσω το κρεββάτι μου κοντά στη νερομάννα

Του κόσμου που βροντοχτυπούν οι χοντρές φλέβες του ήλιου,

Ν’ απλώσω εκεί την πίκρα μου να λύωσει όπως το χιόνι!

Μην πιάνεσαι απ’ τους ώμους μου και με στριφογυρίζεις

Άνεμε!

Φεγγαράκι μου!

Καλέ μου! Αυγερινέ μου!

Φέξε το ποροφάραγγο!

Βοήθα ν’ ανηφορίσω!

Φέρνω ζαλιά στις πλάτες μου τα χέρια των νεκρών!

Στη μια μεριά έχω τα όνειρα στην άλλη τις ελπίδες

Κι’ ανάμεσα στις δυό ζαλιές το ματωμένο στέφανο!

Μη με ρωτάς, καλέ μου αητέ, μη με ξετάζεις ήλιε μου!

Ρίχτε στο δρόμο συννεφιά να μη γυρίσω πίσω!

Κοιτάχτηκα μες στο νερό, έκατσα και λογάριασα

Ζύγιασα το καλό και το κακό του κόσμου

Κι’ αποφάσισα

Να γίνω το μικρότερο αδελφάκι των πουλιών!

Νκηφόρος Βρεττάκος, από το «Τα Θολά Ποτάμια», 1950

Η Πηνελόπη Κατσαρέλη, επιχειρηματίας, πάντα, φωτογραφίζει την Ελλάδα και τον κόσμο με το πάθος του πραγματικού εραστή της τέχνης, έχει αρχείο από 60.000 φωτογραφίες, δύο γιούς, τον έναν στην Μαδρίτη και τον άλλον, τον μικρό της μόλις τον καλοδέχτηκε, αρχιτέκτονα, από την Αγγλία στην Αθήνα.