Ω! Η κυρία Μάντζι Γκιλ ήταν η μέντιουμ ζωγράφος με θέματα κατευθείαν από τον κόσμο των Πνευμάτων

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Έφτιαξε ένα κόσμο αποκρυφιστικό, μυστηριώδη, αλλόκοτο, πνευματιστικό, όπως ήταν τότε της μόδας και τον πίστεψε τόσο πολύ που μπήκε και η ίδια, μέσα του. Η μαντάμ Μάντζι Γκιλ ήταν καλλιτέχνιδα, ιδιαίτερη, διαφορετική, αυτοδίδακτη, με μια πολύ πονεμένη ζωή που την έκανε φόντο για ένα μυστικιστικό έργο, που εντυπωσίασε στον καιρό της, αλλά μένει παραγκωνισμένο στις μέρες μας και μάλλον δεν του αξίζει. Λοιπόν…

Λοιπόν, μια φορά και έναν καιρό, σε ένα τακτοποιημένο και νοικοκυρεμένο Λονδρέζικο σπίτι ζούσε η ηρωίδα μας, η οποία ήταν μια τυπική Αγγλίδα, που κεντούσε, έφτιαχνε μόνη της τα ρούχα της, αγαπούσε τον κήπο της και καμάρωνε για την κηπουρική της, είχε τον σύζυγό της και τα παιδιά της, χορτασμένους και περιποιημένους πάντα. Και μια μέρα, ένιωσε την ασίγαστη διάθεση να δημιουργήσει και ακόμη και στις πιο σκοτεινές ώρες της βαθιάς νύχτας, σχεδίαζε και σχεδίαζε και σχεδίαζέ. Και, λέει, δεν ήταν δεν ήταν μόνη της. Ένα πνεύμα, ένας αφρικανικής καταγωγής άνδρας, ο Μυρεναίος, ήταν ο δάσκαλος, ο καθοδηγητής, εκείνος που της όριζε θεματολογία και κάποτε της υπαγόρευε ακόμα και γράμματα σε μια αλλόκοτη γραφή για να καταγράψει. Μόνο που, ε, να… ήταν κάτι αιώνες νεκρός!

Ο Μυρεναίος ήταν πυρετωδώς δημιουργικός και σε συνεργασία με την Μάντζι ήθελε να εκφράσει την δημιουργικότητα του και μαζί της έκανε χιλιάδες έργα, από κεντημένα κομμάτια και φουστάνια, έως ταπετσαρίες, γοτθικά, αρχιτεκτονικά σχέδια σε αυτές τις επιστολές σε ένα είδος αλφάβητου. Η τέχνη για εκείνη ήταν «εμμονή» και «ιστορία» και «ζάλη». Δεν θεωρούσε πως ζωγράφιζε, πως δημιουργούσε εκείνη, αλλά το «φάντασμα», εκείνο το πνεύμα που την είχε βρει διάμεσο να πει όσα ήθελε και δεν πρόλαβε στον κόσμο των ζωντανών. Σ αυτή την αλλόκοτη ιστορία της ζωγράφου, της γυναίκας αυτής, αιωρείται πάντα η απορία μα, τι πραγματικά να συνέβαινε στο μυαλό και στην καρδιά της;

Πέρα απ την διάθεση μυστικισμού, την ύπαρξη του μακάβριου και ανάγκη για μεταφυσική κουρτίνα του πολύπλοκου έργου της, η Μάντζι είχε μια δύσκολη πορεία ζωής, που η τέχνη θα μπορούσε να αποτελέσει καταφύγιο και έκφραση. Η Μάντζι ήταν παιδί εκτός γάμου. Εκείνα τα χρόνια αυτό ήταν καταδίκη πριν την ίδια την ύπαρξη. Από ημερών βρέθηκε σε ορφανοτροφεία, αχάιδευτη, αφίλητη, χωρίς αγκαλιά και προστασία. Μεγαλώνοντας, υπήρξε στο έλεος μιας αντίληψης πως τα παιδιά -ειδικά εκείνα χωρίς γονείς- για να φτιάξουν χαρακτήρα έπρεπε να εργάζονται και μάλιστα σκληρά. Αρχικά, έζησε στο  Ορφανοτροφείο του Δρ. Μπαρνάρντο, αλλά μετά την έστειλαν σε ορφανοτροφείο πειραματικής εργασίας στον Καναδά.

Έμαθε, ναι,  να εργάζεται σκληρά, να έχει αντοχή, να ολοκληρώνει ότι ξεκινά, να κάνει πραγματικά πρακτικά, να ανεβάζει παραγωγικότητα, να μη δίνει δικαιώματα για παρατηρήσεις και να κοιτάζει τη δουλειά της. Και δεν ήταν ακόμη έφηβοί, αλλά μόλις ένα μικρό κοριτσάκι…  

Ένα πράγμα ήθελε πολύ. Να φύγει από τον παγωμένο Καναδά και το σκληρό ορφανοτροφείο και να επιστρέψει στο Λονδίνο που είχε εξιδανικευτεί στον παιδικό της κόσμο. Και τα κατάφερε, δουλεύοντας διπλές βάρδιες να κρατήσει λεφτά και να βγάλει εισιτήριο επιστροφής, ως μια νεαρή γυναίκα με δίπλωμα νοσηλευτικής. Στην αρχή ζούσε με μια μακρινή της θεία της. Η θεία την πάντρεψε με τον γιό της. Για αγάπες και έρωτες, κουβέντα δε γινόταν. Η εκτός γάμου -αλλά πολύ εργατική- ορφανή επρεπε να ευγνωμονεί την καλή της τύχη που βρέθηκε γαμπρός. Αυτή η θεία – πεθερά, μύησε την Μάντζι στην αστρολογία και στον πνευματισμό που ήταν πολύ της μόδας τότε και που έγιναν πάθος και εμμονή για τη νεαρή νύφη.

Αλλωστε ήδη, απ το 1848, οι αδελφές Φοξ, απ την Αρκάντια της Νέας Υόρκης είχαν κάνει παγκόσμια μόδα με την ευρηματικότητα τους πως πνεύματα επικοινωνούσαν μαζί τους από όταν άκουγαν ένα επίμονο, μυστηριώδες χτύπημα στο τοίχο της κάμαρας τους,  ως προσπάθεια ενός φαντάσματος, που είχε ταφεί στο υπόγειο του σπιτιού τους, να εκφραστεί. Την ιστορία των αδελφών Φοξ κατέγραψε και ασχολήθηκε μαζί του ο μέγας Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, ο δημιουργός του Σέρλοκ Χολμς, πριν μάθει καν την αποκάλυψη των  αδελφών πως όλο αυτό ήταν μια φάρσα, για να ξορκιστεί η πλήξη της εφηβικής, χωριάτικης ζωής τους. Ο πνευματισμός και ο συνδυασμός χριστιανισμού και εξωτικού παγανισμού, πια, πέρα απ την αλήθεια, μακριά απ τις ίδιες τις αδελφές Φοξ, είχε εξαπλώθηκε σε όλες τις κοινωνικές τάξεις της αγγλόφωνης Δύσης. Μια άυλη πραγματικότητα υπόσχονταν αποδείξεις της ύπαρξης της μετά θάνατον ζωής και έδινε δύναμη με ψευδοεπιστημονικά επιχειρήματα στον κόσμο για να πιστέψει βαθιά και να ελπίσει. Η Μάντζι ήταν επηρεασμένη απ την εποχή της!

Ενταγμένη μέσα σ αυτην πίστεψε στο μεταφυσικό και στην ύπαρξη πνευμάτων και αφέθηκε σ αυτην την εκδοχή ως λύση για αδιέξοδα ζωής. Και απ αυτά είχε ήδη πολλά, που είχαν απωθηθεί και αποσιωπηθεί και που τώρα, θα εκφράζονταν παθιασμένα και ασυγκράτητα απ τη τέχνη της, που από έλλειψη εμπιστοσύνης στον ίδιο της τον εαυτό, είχε ανάγκη ένα πνεύμα για να υπάρξει…

Ο γάμος της με τον εξάδελφο Τόμις Γκιλ, δεν ήταν ευτυχισμένος. Και αφού απέκτησαν ένα παιδί, η σχέση τους συναντά τη τραγωδία όταν χάνουν τον γιο τους τον Ρέτζι από την ισπανική γρίπη. Η Μάντζι χάνει λίγο μετρά τη γεννά ένα κοριτσάκι, την Μαντ. Η μητέρα έφτασε στο χείλος του δικού της θανάτου μετα τον τοκετό και έμεινε στο νοσοκομείο για μήνες. Όταν εκτός κίνδυνου, επέστρεψε στο σπίτι της, είχε χάσει ολοκληρωτικά την όραση από το ένα μάτι και απ το άλλο έβλεπε λίγο. Ο άνδρας της μετα το θάνατο των παιδιών τους, μετα  βίας της μιλούσε και ανέχονταν ως αναγκαίο κακό την ύπαρξη της.

Τότε, μέσα απ τη θλίψη και το σκοτάδι, άρχισε να σχεδιάζει ασταμάτητα. Δημιούργησε εκατοντάδες έργα σε μια μόλις νύχτα. Στη συνέχεια έφτιαχνε πυρετωδώς έργα από μικρά όσο μια καρτ ποστάλ, έως τεράστια να φτάνουν τα 30 μέτρα. Ασταμάτητη και εμμονικη με τα σχέδια της, η Μάντζι ξεκίνησε την καλλιτεχνική της σταδιοδρομία με άπειρα έργα, στα 38 της χρόνια.

Τα έργα της, λοιπόν,  είναι πάντα γεμάτα με αερικά, ακαθόριστα σχήματα, εκτός από το πολύ ξεχωριστό πρόσωπο μιας γυναίκας. Κάποτε έχει δυο γυναίκεια πρόσωπα που μοιράζονται τα ίδια χαρακτηριστικά. Αυτό της ζητούσε να φτιάξει ο πνευματικός της οδηγός. Όμως η σύγχρονη άποψη αφορά στο ότι σχεδίαζε τον εαυτό της στα χασίματα και στις απογοητεύσεις του και την χαμένη της κόρη. Η πάλι, είναι η ίδια σε πολυδιάστατη παρουσία ως ηρωίδα, θεατής και δημιουργός, έρμαιο της τέχνης της αλλά πηγή της κιόλας. Σήμερα η δουλειά της, εξετάζεται και εκτιμάται από άλλη οπτική ως art brut και «ένα συνεχιζόμενο αυτοβιογραφικό έργο» και όχι ως δουλειά ενός μέντιουμ που επικοινωνούσε με ένα καλλιτεχνικό πνεύμα από άλλη εποχή, που περιμένει λύτρωση, παράδεισο ή κόλαση, στο Καθαρτήριο. Στα έργα της υπάρχει οδύνη, βάσανο, τραγικότητα αλλά και η γέννηση μιας άλλης προσωπικότητας.

Την ενδιέφερε να εκφραστεί και όχι να πουλήσει. Έκανε, κάποτε μια έκθεση με τα έργα της, αλλά σκόπιμα οι τιμές ήταν αστρονομικά υψηλές μιας και αν πουλούσε δουλειά της και έφευγε απ τον χώρο της, θα θύμωνε πολύ ο Μυρεναίος. Έζησε λοιπόν, κυκλωμένη απ τα έργα της, δημιουργώντας συνεχώς περισσότερα, ώσπου το χαρτί ήταν παντού γύρω της. Όταν η Μάντζι πέθανε, το 1961, εκατοντάδες επιπλέον έργα διασώθηκαν από μια αργή, ξεχασμένη αποσύνθεση στο σπίτι της και ανέλαβε το δημόσιο να τα συντηρήσει και να της δώσει στο κόσμο τη θέση που της αξίζει. Αυτή, μιας γυναίκας δημιουργού που κατόρθωσε να εκφράζεται κόντρα από την εποχή της αλλά και μέσα απ τις συνήθειες…