Πώς κατέβαινε κομψούλα
κι ολόφρεσκη τις σκάλες η Αννούλα!
Δαγκώνοντας τη χρυσή αλυσιδίτσα
άνοιγε βιαστικά την πορτίτσα
αφήνοντας πίσω στο σκοτάδι
της πούδρας συννεφάκι σαν χάδι.
Μόλις που χάραζε το φως,
σαν μαραμένος του ματιού ιστός.
Οι χωνεμένοι δρόμοι άναβαν,
όπου τα βήματά της πάταγαν!
Ακούγοντάς την η οδός Αμεντέο,
ξυπνούσε σ’ όνειρο ωραίο.

Δεν ήταν γι’ αυτήν κάτι νέο
η ελιά στο χείλι, η κεφάτη
περπατησιά – η σφιχτή
ζώνη που τον αβρό και τον μπερμπάντη
(η Αννούλα έκανε χάζι)
έσπρωχνε στης δουλειάς το μαράζι.
Ντυμένη στο λινό και στην νταντέλα
προχώραγε η βασίλισσα κοπέλα.
Προχώραγε με πρόσωπο ανοιχτό
(μα και με φρόνιμο παρθενικό πλευρό)
και τα πασούμια της στη γειτονιά
αντίλαλους σκόρπιζαν σε κάθε γωνιά.

Η ποίησή του Τζιόρτζιο Καπρόνι, που αναμιγνύει λαϊκή και λόγια γλώσσα, εκφράζει μια επίπονη προσήλωση στην πραγματικότητα της καθημερινής ζωής (τόπους και πρόσωπα αγαπητά) και δημιουργεί ένα είδος «οικιακού έπους» (Λιβόρνο 1912 – Ρώμη 1990).

Οι εικόνες στο ποίημα που μετάφρασε ο Φοίβος, είναι από έργα του σούπερ σταρ εικαστικού της Ιταλίας, Τζιοβάνι Μπολντίνι (31 Δεκεμβρίου 1842 – 11 Ιουλίου 1931), που γεννήθηκε στη Φεράρα, δούλεψε στο Παρίσι και χρωμάτισε όλο τον κόσμο.

