Ω, αυτή είναι μια τόσο αμερικανική ιστορία στην Άγρια Δύση! Δεν έχει έρωτες ροζ εδώ και πάθη και «ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». Εδώ έχει τον άγριο τόπο της ερημιάς, της ζέστης και των κάκτων, τις δυσκολίες επιβίωσης μιας φορά και ενός καιρού και ανθρώπους σκληροτράχηλους, αγροίκους, βίαιους, άξεστους, αποφασισμένους να κερδίζουν χρήμα! Είναι πάνω απ όλα μια ιστορία για μια διάσημη καλλονή των οίκων ανοχής στα σαλούν, με ένα όνομα και μια σύζυγο θρύλου, την ίδια, με άλλο όνομα, που απ τα μπορντέλα της Άγριας Δύσης, επιβίωσε, θεμελίωσε έναν θρύλο και άλλαξε την αλήθεια, προκειμένου να κρατήσει κρυμμένα τα μυστικά της. Είναι μια περιπέτεια επιβίωσης, αλλαγής τόπων και συνθήκων και μιας αλλόκοτης γοητείας, που υπνώτιζε τους αρσενικούς ώστε να γίνονται ακόλουθοι, χωρίς ερωτήσεις, μαγεμένοι, σαν εκείνη, να φορούσε ένα καλό αλλά υπερβολικό άρωμα. Αυτή η σαγήνη της, έσυρε κοντά στην Σάντυ – Τζόσι και τον Γουάιτ Ερπ, πριν τον μεταμορφώσει σε θρύλο, γιατί είπαμε, αυτή είναι μια πραγματικά, τόσο αμερικανική ιστορία στην Άγρια -πολύ- Δύση!

Η Τζοσεφίν Σάρα Μάρκους γεννήθηκε στην εξίσου άγρια με την Δύση, ακόμα, Νέα Υόρκη το 1860, και έχει σκεπαστεί από την αχλή μύθου, φαντασία και δικών της ασυστόλων ψεμάτων, εις το όνομα μιας πιο ρομαντικής εκδοχής της σκληρής, σωματικής, κάθε άλλο πάρα ειδυλλιακής πραγματικότητας. Μέχρι να γίνει δεκατριών, η Τζόσι όπως την αποκολλούσαν, ήδη, ζούσε σε μια δική της πραγματικότητα, πολύ πιο γοητευτική απ την ζωή της. Στην αρχή τα ψέματα της ήταν έως αθώα! Έλεγε πως ο Γερμανός πατέρας της ήταν πολύ πλούσιος και είχε μια επιτυχημένη, μεγάλη, επιχείρηση ενώ στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος αγωνιζόταν σε ένα φούρνο για να βγάλει μεροκάματο να ταΐσει την οικογένεια του.

Σύμφωνα με την Τζόσι, ζούσε σε μια πλούσια, άνετη, εβραϊκή γειτονιά, ενώ, πραγματικά, το μικρό τους, φτωχικό σπίτι, ήταν σε μια εργατική, λαϊκή συνοικία, όπου ο καπνός των εργοστασίων κατάπινε τον αέρα και μαύριζε πνευμόνια. Σύντομα, αυτά τα ψέματα δεν της αρκούσαν και άρχισε να επινοεί μια λαμπερή ζωή, την οποία θα μπορούσε μονάχα να ονειρευτεί. Εγκατέλειψε το σπίτι της, σε ηλικία 14 ετών. «Υπήρχε πολύ ενθουσιασμός για το καινούργιο και την περιπέτεια ώστε να παραμείνω παιδί», φαίνεται να υπαγορεύει στα απομνημονεύματα της, χρόνια αργότερα, όπου ισχυρίζεται ότι φιλάει την μητέρα της στο μάγουλο, σαν να πηγαίνει στο σχολείο και να μην επιστρέφει, ποτέ της ξανά.

Σ αυτά τα οργιαστικής φαντασίας απομνημονεύματα, λοιπόν, η Τζόσι, ισχυρίζεται πως είχε πιάσει δουλειά στο θίασο χορού Pauline Markham Pinafore Dance Troup, ενώ επινοεί ένα θαλάσσιο ταξίδι προς την Καλιφόρνια με τον Μάρκχαμ Τρουπ και συναναστροφές με τον ίδιο και την αγαπημένη της φίλη της Ντόρα, που δεν υπήρξε ποτέ, κάνοντας μια στάση στο Σάντα Μπάρμπαρα. Στην πραγματικότητα, ο Τρουπ έφυγε με το τρένο τον Οκτώβριο του 1879 και όχι με πλοίο, το όνομά της δεν υπήρξε ποτέ σε πρόγραμμα, πρόσληψη, συμβόλαιο ή οποιοδήποτε έγγραφο. Κάπου εκεί η ιστορία μπερδεύεται, η Τζόσι λέει πως μαζί με την φίλη που δεν υπήρξε, την Ντόρα, κινδυνεύουν από επίθεση Απάτσι, αλλά τις σώζει και τις φυγαδεύει σε έναν ράντσο, ο Αλ Σέμπρε, περιβόητος Ινδιάνος ανιχνευτής. Εκεί η Τζόσι, για δέκα μέρες κοιμάται στο πάτωμα, αλλά γνωρίζει τον όμορφο Τζόνι Μπέχαν. Η Τζόσι λέει πως η Ντόρα γύρισε στο Σαν Φρανσίσκο. Και η ίδια που είναι; Σύμφωνα με έγγραφα και αρχεία που έχουν βρεθεί, το Δεκέμβριο του 1874, ο Μπέχαν ήταν συχνός πελάτης ενός κακόφημου σπιτιού στην Αριζόνα, όπου επισκέπτεται μόνο την 14χρονη πόρνη Σάντυ Μάνσφιλντ, η οποία χρονικά συμπίπτει στα ιδιά μέρη, με την ίδια ηλικία, γνωρίζοντας τους ιδίους ανθρώπους με την Τζόσι, η οποία όμως ήταν καλό κορίτσι και καλλιτέχνης, όπως διατείνεται στα μυθώδη απομνημονεύματα της.

Φυσικά δεν υπάρχει ατράνταχτη απόδειξη, πάρα μόνο ενδείξεις πως η Σάντυ Μάνσφιλντ είναι στην πραγματικότητα το ίδιο πρόσωπο με την Τζόσι, ωστόσο, μεταξύ 1874 – 1882 η ζωή της, η Τζοσεφίν Σάρα εξαφανίζεται από παντού. Όταν ρωτήθηκε για αυτό το διάστημα, αρκέστηκε να πει ότι ήταν ένα «μεγάλο κακό όνειρο». Είναι πλέον κοινό μυστικό πως Σάντυ είναι το ψευδώνυμο της Τζοσεφιν Σάρα και πως το είχε υιοθετήσει ακολουθώντας την τακτική των κοριτσιών των οίκων ανοχης,που συνήθιζαν να αλλάζουν τα ονόματα τους. Η Σάντυ Μάνσφιλντ αλλά και η Τζόσι Μάρκους έκαναν το ίδιο ταξίδι από το Σαν Φρανσίσκο στην Αριζόνα, και οι δύο έγιναν σεξουαλικές σύντροφοι του Τζόνι Μπέχαν, ήταν 19 ετών, γεννήθηκαν στη Νέα Υόρκη και είχαν γονείς από τη Πρωσία. Άρα, μάλλον, τα χαμένα, ανήλικα, τρυφερά χρόνια της Τζόσι, που απέφευγε πάντα να εξιστορήσει, δαπανήθηκαν σε ένα πολυσύχναστο, επαρχιακό πορνείο, με ένα άλλο όνομα και με μια ίδια ζωή…

Σύμφωνα με τις φορολογικές καταγραφές στο διαβόητο Τόμπστόουν της Αριζόνα, το 1881, η Σάντυ Μάνσφιλντ, εργάστηκε για τον ωραίο Τζόνι Μπέχαν, στο Grand Hotel, όταν έβαλε στο μάτι έναν βοηθό σερίφη, ευκατάστατο, που είχε το δικό του σαλούν και έκανε χρυσές δουλειές, με το όνομα Γουάιτ Ερπ. Ήταν ένας άνδρας σπουδαίος στην περιοχή και η Τζόσι με τα απομνημονεύματα της, σε λίγο καιρό, θα τον έκανε θρυλικό! Ο Μπέχαν και ο Ερπ ήταν ανταγωνιστές στα σαλούν και στη διασκέδαση, επίσης η Σάντυ ήταν παντρεμένη με τον πρώτο. Η Τζόσι όμως όχι. Και για αυτό, τίποτα δεν την πτόησε και το1882, παντρεύτηκε τον Γουάιτ Ερπ, ο οποίος θα περνούσε στην Ιστορία, για το πιο διάσημο, γρήγορο και αιματηρό πιστολίδι που έπεσε ποτέ στην αμερικανική Άγρια Δύση, αυτό στο Τόμπστόουν, διάρκειας μόνο 30 δευτερόλεπτων και θα γινόταν σύμβολο. Ο Ερπ έχει το σαλούν, αρπάζει γη απ τους Ινδιάνους και την καλλιεργεί, πιο πριν ήταν κυνηγός βουβαλιών, αργότερα εργάτης στον σιδηρόδρομο και ως βοηθός σερίφη εξόντωνε αντιπάλους του ώστε να συγκεντρώνει μερίσματα σε ορυχεία και κτηματική περιουσία. Μετά από δουλειές στην Αλάσκα σε χρυσορυχείο, ο Ερπ είχε 80,000 δολάρια, περίπου 2,3 εκατομμύρια σήμερα, που έφταναν και περίσσευαν μέχρι το τέλος της ζωής τους, αλλά η Τζόσι δεν κληρονόμησε τίποτα, αφού εκείνος, ως χαρτοπαίκτης ολκής, τα είχε παίξει όλα και τα είχε χάσει. Για αυτό άλλωστε εκείνη δεν πήγε ούτε την κηδεία του, αν και εκ των υστέρων ισχυρίστηκε ότι ήταν πολύ σοκαρισμένη.

Μετά το θάνατο του Γουάιτ Ερπ, απαίτησε να σταματήσουν όλοι να την λένε Σάντυ και να την αποκαλούν Τζόσι. Τρία χρόνια μετά το θάνατό του, ένα βιβλίο με τις περιπέτειες του Ερπ γινεται best seller και ο συγγραφέας του Στιούαρτ Λέϊκ αναφέρει, ούτε λίγο, ούτε πολύ ότι «το κορίτσι του Τζόνι Μπέχαν, η Σάντυ, ήταν το κλειδί που για χάρη της έγινε το διάσημο πιστολίδι στο Τομπστόουν». Σε μια προσπάθεια να παρουσιάσει την ιστορία του συζύγου της ωραιοποιημένη η Σάντυ – Τζόσι, στρέβλωσε την αλήθεια, όχι για τη δική του φήμη, αλλά κυρίως για να κρατήσει θαμμένο το δικό της μυστικό, ως διαβόητης ανήλικης στα πορνεία. Προκειμένου να μη μαθευτεί η αλήθεια απειλούσε και ξεκινούσε διαμάχες εναντίον καθενός που προσπάθησε να πει την ιστορία της, ενώ κατόρθωσε να πάψει τους ισχυρισμούς ότι ο μέγας Γουάιτ Ερπ, το σύμβολο της Άγριας Δύσης, ήταν πάντα πονοκέφαλος, τζογαδόρος, κάτοχος σαλούν, κλέφτης, μακελάρης Ινδιάνων και καταπατητής.

Οι ξαδέλφες της Τζόσεφιν, είχαν προσπαθήσει να ιστορήσουν τη ζωή της μετά το θάνατο του Γουάιτ Ερπ, καταγράφοντας τα γεγονότα, αλλά πήραν απαντήσεις αόριστες, ανακριβείς και συχνά αντικρουόμενες, ώσπου τελικά εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους και το χειρόγραφο έμεινε ημιτελές. Στη συνέχεια, ο Αμερικανός, ενθουσιώδης συγγραφέας Γκλεν Μπίγιερ δημοσίευσε το «Παντρεύτηκα τον Γουάιτ Ερπ», βιβλίο βασισμένο σε διάφορα χειρόγραφα, σημειώσεις και υλικό από Τζόσεφιν και στενούς φίλους κατά τη διάρκεια της ζωής του. Και αυτό το βιβλίο έγινε best seller και αποτέλεσε ενισχυτικό του θρύλου και βάση για τις κινηματογραφικές μεταφορές της ζωής του ηρώα της Άγριας Δύσης. Πριν από τη συγγραφή του βιβλίου, είχε γνωρίσει και κερδίσει την εμπιστοσύνη της «θείας Τζόσι» και στη δεκαετία του 1930, του παρέδωσε -λέει- 32 κιβώτια οικογενειακών φωτογραφιών, αλληλογραφίας, χειρόγραφων σημειώσεων, ηχογραφήσεων, αναμνηστικών και χειρόγραφών που χρησιμοποίησε ως υλικό πηγής για πολλά βιβλία. Η ιστορία αμφισβητήθηκε για άλλη μια φορά το 1994, όταν οι κριτικοί άρχισαν να δυσφημίζουν το έργο του Γκλεν, ως αποκύημα φαντασίας, όπως ακριβώς συνέβη και με την Τζόσεφιν, που κατηγορήθηκε ότι εφεύρε μεγάλα κομμάτια της ζωής της, καταφεύγοντας ακόμα και σε ψέματα τερατώδη.

Ως δασκάλα της εξαπάτησης, η Τζοσεφιν Σάρα Μάρκους Ερπ πέθανε στο Λος Άντζελες στις 20 Δεκεμβρίου 1944, χωρίς μια δεκάρα στο όνομά της, έχοντας κρατήσει για πάντα, το μυστικό της και χωρίς να μαθευτεί η αλήθεια της. Και αυτή ακριβώς ήταν η πρόθεση της.

