Η θρυλική Γιώτα Γιάννα και η παραπονιάρα η ψυχή μου

ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΣΙΚΑ

Ένα βράδυ του 1974 ο Ανακρέων Παπαγεωργίου, ο γνωστός κιθαρίστας που δε ζει πια, μου είπε «φτάνουν τα αγωνιστικά και οι μπουάτ, απόψε θα σε πάω σε κάτι μαγικό, θα σε πάω στη Γιώτα Γιάννα, στα Χρύσα κλειδιά». Κάτι θα ξέρει, είπα και τον ακολούθησα σε μια ανηφόρα, που απέξω γινόταν διαδήλωση. Κάναμε μισή ώρα να μπούμε μέσα! Πατείς με, πατώ σε! Κάτσαμε σε ένα τραπέζι λίγο χαμηλό, σχεδόν στο πάτωμα και σε λίγο που γίνε σκοτάδι, πρόβαλε μια φιγούρα απόκοσμη, ντυμένη στα μαύρα, με κάτι πανέμορφα μάτια, που λαμπύριζαν στο σκοτάδι και άρχισε να παίζει φυσαρμόνικα! Έβγαζε τόσο γλυκό ήχο που λιγώθηκα! Και άρχισε να τραγουδάει βαριά λαϊκά και ασήκωτα… Έκανε κέφι αλλά ένα δικό της που χρόνια αργότερα κατάλαβα πως ήταν το κέφι του δικού της νόμου. Τα Χρυσά Κλειδιά ή Γιώτα Γιάννα θα μπορούσε να τα είχε δικά της. Η Πασιονάρια της λαϊκής μουσικής ή έβλεπε τα χρήματα και έφευγε, η τα χρήματα λάκιζαν από μόνα τους.

Ένα τσιγάρο άκαφτο, για τον Δημήτρη, που στα 19 του, σκοτώθηκε για την Ελλάδα

Η τραγωδία της Κύπρου της φέρνει νεκρό τον αδελφό της το Δημήτρη 19 χρόνων παλληκάρι. Δε το ξεπέρασε ποτέ. ΠΟΤΕ. Ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά έχει πάντα μαζί της τη ταμπακιέρα και το τσιγάρο του. Ένα τελευταίο τσιγάρο, αυτό του Δημήτρη της που το ανανεώνει πάντα. Δε καπνίζει, όπως θα πει. “Δεν είμαι καπνίστρια. Είναι η ταμπακιέρα και η μάρκα του Δημήτρη. Δεν τον αποχωρίζομαι ποτέ. Το ’74, δέκα εννιά χρονών χάθηκε στην Κύπρο. Μπήκε στη μάχη, δέκα εννιά χρονών, τι να κάνανε; Δεν πήγα ποτέ. Δεν το αντέχω. Βάζω το τσιγάρο στο στόμα. Κάνω την κίνηση. Κι αν ανάψω τσιγάρο, δεν πάω τον καπνό κάτω. Γι’ αυτό έχω φωνή ακόμα. Ποτέ δε σταμάτησα το τσιγάρο του Δημήτρη. Το κρατώ. Τον αισθάνομαι εδώ».

«Φαντάστηκα τη μάνα μου, από τις φωτογραφίες της, στο σαλόνι. Ελένη, Ελένη την έλεγαν…»

«Γεννήθηκα μια μέρα που ‘βρεχε. Που ‘βρεχε μονότονα. Όπως στο τραγούδι. Το τραγούδαγα. Εδώ, απέναντι από την Αγία Τριάδα στους Αμπελόκηπους, μεγάλωσα. Εξαιρετική γειτονιά. Ωραίοι άνθρωποι. Η μητέρα μου ήταν από τη Μικρά Ασία. Την έχασα, σχεδόν, μόλις γεννήθηκα. Δεν τη γνώρισα. Τη φαντάστηκα από τον πατέρα μου όταν μιλούσε γι’ αυτήν, από τις φωτογραφίες στο σαλόνι. Ελένη την έλεγαν. Ο πατέρας μου, ο Αποστόλης, ήταν Θεσσαλός. Παντρεύτηκε μια γυναίκα κι έκανε μαζί της δύο παιδιά, τον Γιάννη, τον Δημήτρη που χάσαμε. Με ρώτησε για να ξαναπαντρευτεί. Η νέα μάνα μου Ευγενία, ήταν καλότατη μαζί μου. Σαν να με γέννησε η ίδια. Το ίδιο και τα νέα αδέλφια μου. Δούλευε σε ταξί ο πατέρας. Πέθανε νέος. Ξαναπαντρεύτηκε η νέα μάνα μου, ήταν πολύ πιο νέα από κείνον. Ήμουν πάντα αδύνατη. Δεν τρώω κρέας. Ποτέ. Αγαπώ τις σαλάτες. Τα λαδερά. Το τυρί. Κάνω ποδήλατο. Οι ταξιτζήδες με γνωρίζουν. “Γειά σου, Γιωτάρα”, φωνάζουν. Όταν περνώ. Πάνω στη σέλα μου. Κι εδώ στα Μεσόγεια. Δεν οδήγησα ποτέ. Με ταξί και τις δημόσιες συγκοινωνίες κινούμαι. Θέλω να βλέπω ανθρώπους, όψεις, ψυχές. Μέχρι να κλείσω τα μάτια. Όπου δε θα βλέπω..”

«Πάμε, ρε μάγκες, δεν έγινε και τίποτα»

Η Γιώτα Γιάννα είναι ένα φαινόμενο στην Ελληνική μουσική. Βαθιά ροκ ψυχή ανήκει ίσως στους πέντε καλύτερους καλλιτέχνες στο κόσμο της φυσαρμόνικας, δούλεψε πάντα με τους δικούς της όρους. Η νύχτα δεν την έβαλε κάτω. Αυτή τη δάμασε. Είχε αυτή τη μπαμπεσιά της ψυχής που δε σήκωνε μύγα στο σπαθί της. Δε ξέρω ποια από όλες τις ιστορίες, που έχω ακούσει είναι αλήθεια, αλλά πιστεύω βαθύτατα πως ναι, εκείνον τον τζιτζιφιόγκο που τόλμησε να κοιτάξει στο διπλανό τραπέζι μια άλλη παρέα, τον έβγαλε έξω σηκωτό και μετά μπήκε μέσα, σήκωσέ τα μανίκια και είπε «πάμε, ρε μάγκες, δεν έγινε και τίποτα»…

Ο κόσμος της, χειροποίητος, προσωπικός, με τα δικά της «θέλω» και όχι των άλλων, πρέπει

Η πρώτη επιλογή του Κώστα Χατζή ήταν η Γιώτα Γιάννα και όχι η Μαρινέλα στο δίσκο που έγινε τεράστια επιτυχία. Κάτι θα της στράβωσε και είπε όχι. Άλλωστε ως το 2013 δεν είχε κάνει κανένα δίσκο. Η Παναγιώτα Γιαννέλου, όπως είναι το όνομα της, τραγούδησε τεράστιες λαϊκές επιτυχίες! Μα σαν λέει «ο αητος πεθαίνει στον αέρα» τα όμορφα λαμπερά ματιά της, πάντα, σκοτείνιαζαν. Σαν πήγαινα να τη δω, μου φώναζε, «καρδιά παραπονιάρα, έλα μέσα». Χωρίς να έχει βγάλει ποτέ ταυτότητα στη ζωή της, να έχει ψηφίσει, φτιάχνει, χωρίς να πειράξει μυρμήγκι τη δική της σταθερά. Οργώνει με το ποδήλατο της την Αθήνα, χαιρετά το κόσμο, κλείνεται μέρες και νύχτες στο μικρό διαμέρισμα της κάπου δίπλα στην Πάνορμου και περιμένει…

Γιώτα, ευλογημένη… Νυν και αεί!

Στα δύσκολα χρόνια της κρίσης, ξέρω πως ήταν πολύ περήφανη για να πει πως τα έβγαλε πέρα πολύ δύσκολα. Αλλά η ζωή στη Γιώτα δίνει, ίσως γιατί της χρωστά. Η επιτυχία που γνωρίζει τώρα με την Άννα Βίσση, είναι ανταμοιβή για μια γυναίκα ελεύθερη, που έκανε τα πρέπει  «θέλω» της, που αγάπησε, που πόνεσε και που σαν έβαζε τη φυσαρμόνικα στα χείλη της έβλεπες γύρω σου αγγέλους να πετάνε… Λένε πως είναι η δική μας Τζάνις Τσόπλιν. Μπορεί! Σίγουρα, όμως, δεν ανήκει πουθενά πάρα στον περίφημο αξεπέραστο εαυτό της. Γιώτα, ευλογημένη… Νυν και αεί!