Βολτάραμε στο Eaton center, στο Τορόντο με την κουμπάρα μου, γεμάτες από τσάντες με ψώνια στα υπέροχα μαγαζιά του, όταν την άκουσα να μου λέει: “Α δε σου είπα. Αύριο πετάμε για Κούβα. Είναι το δώρο – έκπληξη της οικογένειας για την επίσκεψή σου. Πάντα δεν ήθελες να πας στη Κούβα;». Αφού μάζεψα τις τσάντες που είχαν σκορπιστεί δώθε- κείθε και μέτρησα τη πίεση μου στο απέναντι φαρμακείο, την κοίταξα στα μάτια όπως κοίταζε η Μέριλ Στριπ, τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο στο « falling love”. Ευτυχώς οι Καναδοί είναι προοδευτικός λαός και δε με παρεξήγησαν…. ΣΤΗ ΚΟΥΒΑ!

Από τους -29 του Καναδά στην καυτή Κούβα
Έξω χιόνιζε του ‘κερατά’, όταν την άλλη μέρα στις 5 το πρωί βγήκαμε από το σπίτι, για το ταξί που θα μας πήγαινε αεροδρόμιο. Εγώ φορούσα μια βερμούδα, ένα φολκλόρ μπλουζάκι και κάτι πέδιλα. Από πάνω μια μπέρτα και ο ταξιτζής με το -29 βαθμούς ψέλλισε κάτι σαν ‘ so many crazy people in this town’ και πάτησε τέρμα το γκάζι. Στη gate για Αβάνα, οι Καναδοί συνεπιβάτες ήταν το ίδιο χαλαρά ντυμένοι και έτσι μπήκαμε στο αεροπλάνο της χαράς για τη χώρα των ονείρων μου. 4 ώρες πτήση μας χώριζαν από το χιονισμένο Τορόντο ως την ηλιόλουστη Κούβα. Στην παρέα ήμασταν καμιά δεκαριά άτομα –τέσσερις Έλληνες εμείς- και έξη Καναδοί ‘τέρατα μόρφωσης’ όπως θα καταλάβετε παρακάτω. Μετά τη προσγείωση και τα διαδικαστικά και αφού αλλάξαμε χρήματα δύο ταχυτήτων, τα εγχώρια κουβανέζικα και τα καλά για τα ψώνια σε κρατικά μαγαζιά, μπήκαμε σε ένα πούλμαν, λίγο καλύτερο από αυτά που βλέπουμε στις ελληνικές ταινίες του 60. Προορισμός μας το ‘Βεραβέρο ΄ένα από τα πλέον κοσμοπολίτικα θέρετρα γεμάτο πολυτελή ξενοδοχεία για τους τουρίστες. Η ξεναγός μας μια γλυκιά Κουβανέζα, σε άπταιστα Αγγλικά, μας έβαζε στο κλίμα, ώσπου ακούστηκε η πρώτη ερώτηση κεραυνός από τη νεαρή καναδέζα της παρέας. «Εχετε ταξιδέψει στον Καναδά αγαπητή κυρία Πάολα;» εμένα μου έπεσε ο χυμός από τα χέρια και κάτι φυλλάδια που κρατούσα, ενώ η κουμπάρα μου μου έλεγε σκάσε θα μας πάρουν χαμπάρι! Η Πάολα, είπε όσο πιο ευγενικά μπορούσε: «Οι Κουβανοί δεν επιτρέπεται να ταξιδεύουν» και η καναδέζα αμόλησε ένα «God. What a pity!» και σιώπησε ευτυχώς!

Στις τεράστιες χρυσές παραλίες με ρούμι και μοχίτο
Φτάσαμε σε ένα υπέροχο ξενοδοχείο, αφού πριν κατά μήκος της διαδρομής αφήσαμε διάφορους ταξιδιώτες σε άλλα ξενοδοχεία, τεράστια χτισμένα πάνω στη θάλασσα. Η κουμπάρα μου που πήγαινε συχνά διακοπές σε αυτό το μέρος, είχε προμηθευτεί μια τσάντα γεμάτη σοκολάτες, κάλτσες, κραγιόν κ λ π, για τις γυναίκες που καθάριζαν τα δωμάτια. «Είναι πτωχές γυναίκες μου» είπε, «τα παίρνουν με χαρά». Έβαλα το μαγιό μου και κατέβηκα στο τεράστιο lobby του ξενοδοχείου. Μια ορχήστρα έπαιζε πανέμορφη μουσική που κάθε τέταρτο διακοπτόταν από το «Hasta siempre commandant Che Guevara….». Στο μεγάλο μπαρ, ήδη το ρούμι και τα μοχίτο έρρεαν άφθονα και με ένα τέτοιο στο χέρι κίνησα για τη παραλία. Άμα λέμε παραλία τώρα, από την Αθήνα ίσαμε το Λουτράκι μια πρασινογάλαζη θάλασσα με άσπρους και χρυσαφί μαλακούς κόκκους για άμμο, έναν ήλιο να καίει, ξαπλώστρες, φοίνικες και νεαροί που μοίραζαν αφειδώς κοκτέιλ και εξωτικά φρούτα. Αφού έκανα μια βουτιά κοιτώντας σα χάνος, ο, τι έβλεπαν τα μάτια μου, φαίνεται πως κοιμήθηκα γιατί μετά ήμουν ροζ σαν τους αστακούς στην τεράστια τραπεζαρία. Τα ψάρια της Καραϊβικής δε με ενθουσίασαν και γενικά το φαγητό εκ πρώτης όψεως δεν…. Εκτός από κάτι τοπικά εδέσματα και τηγανητές πατάτες! Αλλά καθώς είχα πιει ό, τι ποτό και χυμό περνούσε από μπροστά μου κοιμήθηκα σαν ξερή στο άνετο δίκλινο. ‘ξύπνα καλέ βράδιασε,’ μου είπε η κουμπάρα μου, αρχίσαν οι χοροί και τα πάρτι. Να τα τραγούδια, να οι χοροί να κάτι νόστιμοι μεζέδες, να τα πούρα Αβάνας, να τα μοχίτο, είπα εδώ είμαστε, δε θα φύγουμε ποτέ. «Περίμενε να βγεις από το ξενοδοχείο μου είπε η Μαίρη και θα δεις την πραγματική Κούβα, που νομίζεις ότι βρήκες το παράδεισο επί της γης».

Ο παιδίατρος με τα 20 ευρώ το μήνα που έκανε απλά «τη δουλειά» του
Την τρίτη μέρα αποφάσισα να δω το νησί. Εγώ είπα στην παρέα, θέλω να δω την Αβάνα, το χωριό του Τσέ, το Γκουαντάναμο και ότι άλλο, όσα πιο πολλα μπορώ. Για κακή μας τύχη το εγγόνι της κουμπάρας μου, έπαθε κάτι σαν αλλεργία σοβαρή και τρέξαμε άρον –άρον στο νοσοκομείο του χωριού. Δώδεκα η ώρα τα μεσάνυχτα, και ενώ το παιδί ήταν λιπόθυμο, βρήκαμε έναν νεαρό γιατρό, που καθησύχασε τους έντρομους γονείς που ήθελαν να πάρουν το αεροπλάνο της επιστροφής. «Παιδιά, η Κούβα έχει το καλύτερο σύστημα υγείας» είπα εγώ, «μην τρελαίνεστε», αλλά το πάμφτωχο, να πω, νοσοκομείο, με τρόμαξε και μένα! Όλα πήγαν κατ΄ ευχή. Ο γιατρός αποδείχτηκε πράγματι σπουδαίος και όταν ο πατέρας του μικρού έβγαλε να του δώσει κάτι από ευγνωμοσύνη, είπε «όχι. Έκανα απλά το καθήκον μου». Μηνιαίος μισθός του, 20 ευρώ …..

Ω! Πολύχρωμη Αβάνα!
Την άλλη μέρα είχε ξενάγηση στην Αβάνα. Μπήκαμε στο πούλμαν και ξεκινήσαμε, εγώ γεμάτη προσμονή για την πόλη που ο κινηματογράφος, προ επανάστασης έδειχνε να ναι η ωραιότερη στο κόσμο, αλλά και το ‘ καταφύγιο ‘ των πλούσιων Αμερικάνων με ο, τι σήμαινε αυτό, έξυπνοι άνθρωποι είστε! Στη διαδρομή η ξεναγός μας εξηγούσε τι πρέπει να προσέχουμε, να μην απομακρυνόμαστε και διαφορά τέτοια, όταν η καναδέζα έκανε την ερώτηση της χρονιάς! «Στο σπίτι που μένει ο Φι ντελ Κάστρο θα πάμε;». Εκείνη την εποχή -2005- τον Κάστρο πρέπει να τον ψάχνανε καμιά 50αρια μυστικές υπηρεσίες από όλο ο κόσμο, αλλά εμείς θα είχαμε αυτή την μοναδική χαρά παγκοσμίως! «Κανείς δεν ξέρει που μένει ο Κάστρο» είπε αναψοκοκκινισμένη η ξεναγός και εγώ άρχισα να λέω στα ελληνικά «είσαι πολύ βόδι αγάπη μου»!!!! και αλλα που δεν είναι της ώρας. Η μισογκρεμισμένη Αβάνα στα κτήρια της παραλίας, η θάλασσα, με συνεπήρε. Τα χρώματα των σπιτιών, οι μουσικές που έβγαιναν από κάθε σοκάκι, τα κτήρια της επανάστασης, τα πορτραίτα του Τσε , τα μικρά παιδιά που ρύθμιζαν την κυκλοφορία, σαν κανονικοί τροχονόμοι, τα παλιά αμερικάνικα τεράστια αυτοκίνητα, τα ποδήλατα, οι γυναίκες με τα πολύχρωμα ρούχα, όλα μαζί έδιναν την αίσθηση ότι από κάπου θα ξεπεταχθεί ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ο χαρτοπαίχτης, με το λευκό λινό κοστούμι στην ομώνυμη ταινία HAVANA .

Εκεί που οι κοπέλες τρίβουν τα πούρα στα μπούτια τους…
Φυσικά πήγαμε στο μπάρ και στο σπίτι που έζησε ο Χέμινγουεϊ, που λάτρεψε την Κούβα. Φυσικά και μας πήγαν στο κοινωνικό παντοπωλείο όπου με κουπόνια έπαιρναν οι κάτοικοι τα απαραίτητα, φυσικά και μας πήγαν στο εργοστάσιο κατασκευής των θρυλικών πούρο με τις κοπέλες να τα τρίβουν στα νεανικά τους μπούτια. Σιγά μην δεν αγόρασα ένα κουτί πούρα που μου στοίχησαν 500 δολάρια -ούτε το ταξίδι δεν έκανε τόσο! Φυσικά και είδα φτώχεια και παιδιά να ζητιανεύουν τους καλοντυμένους τουρίστες. Μάλιστα αν έκανες το λάθος να δώσεις σε ένα ξεπετάγονταν 100 από τη γωνιά. Περάσαμε και από καλές γειτονιές με πανέμορφους κήπους και ωραία σπίτια. Η ξενάγηση περιλαμβάνει και ένα σώου στο θρυλικό καμπαρέ Τροπικάνα, όπου χορεύτριες με ζηλευτές φορεσιές, δίνουν ένα μικρό δείγμα τωρινών και αλλοτινών μεγαλείων. Η μικρή βόλτα στην Αβάνα με έπεισε, ότι πρέπει να δω και τη νύχτα της και έτσι δεν επέστρεψα στο Βεραβέρο. Νοίκιασα ένα υπέροχο θαλασσί αμερικάνικο αμάξι με σκοπό να πάω όσο μπορώ σε περισσότερα μέρη.

Οι νύχτες στην Αβάνα
Το βράδυ η Αβάνα βάζει τα καλά της. Γίνεται βασίλισσα που τριγυρνά τις νύχτες ψάχνοντας έρωτες, βραδιές πάθους, ουράνιες μουσικές. Νέοι ερωτευμένοι, στην παραλία, χορεύουν σάλσα, αυτοδίδακτοι μουσικοί σκορπούν θεϊκές μελωδίες, γυναίκες που έψαχναν τον πληρωμένο έρωτα, κάνουν πέρα- δώθε, άνδρες με βρώμικα σχέδια κοιτώντας μικρά παιδιά, ταβέρνες με υπέροχες γεύσεις και μυρωδιές, καφέδες με απίστευτη γεύση, από όλα είχε το μενού. Έμεινα στο μπαρ του Χέμινγουεϊ, για τον ακούγοντας και διαβάζοντας στους τοίχους, ιστορίες για το «Γέρο και τη θάλασσα», για τον Εμφύλιο στην Ισπανία, θεσπέσιες φωνές, άγνωστα μουσικά όργανα και αργά κάποιες πολιτικές κουβέντες για την Επανάσταση, τον Τσε και το μίσος για τους Αμερικάνους. Από την άλλη, στο ξενοδοχείο ένας αντιφρονών μου εξιστορούσε τις προσπάθειες της οικογένειας του να φύγουν μακριά από το τυραννικό καθεστώς κολυμπώντας ως τη Φλόριντα και τη ελευθερία. Για το αμερικάνικο όνειρο…

Στην Σάντα Κλάρα σαν να ζει ακόμα, ο κομμαντάτε
Στη θρυλική Σάντα Κλάρα, ένα χωριό που δεν θα το ήξερε κανείς αν δεν ζούσε εκεί ο θεός Ερνέστο, αυτός ο αργεντινός γιατρός που ήρθε στην Κούβα και μαζί με τον Κάστρο ξεκίνησαν την επανάσταση κατά του Μπατίστα, ο Τσε Γκεβάρα, είναι παντού. Ο επαναστάτης με αιτία, αυτός που της μνήμης το χάρτη πάντα φτιάχνει, ‘ΖΕΙ’ σε μαγαζιά γεμάτα από τις εικόνες του, σε αγάλματα, σε γκράφιτυ, σε μπλουζάκια, σε αναπτήρες, σε ότι μπορείς να φανταστείς. Ο κομμμαντάντε, κοιμάται στο μαυσωλείο του χωριού, όπου θάφτηκαν τα οστά του μετά τη δολοφονία του, και το χωριό σήμερα, είναι ίσως το πιο τουριστικό θέρετρο της Κούβας. Το νοιώθεις παντού σε αυτό το μεγάλο νησί της Καραϊβικής. Το χώμα του είναι ποτισμένο, από το μύθο του δολοφονημένου αντάρτη. Τίποτα στη Κούβα δεν σε αφήνει να τον ξεχάσεις… Φεύγοντας γεμάτη από ‘πράγματα’ του Τσε ,σαν δώρα σε φίλους, έρχεται στο μυαλό μου το νεανικό μου δωμάτιο με την φωτογραφία του στον τοίχο. Τη Σάντα Κλάρα, είτε πίστεψες στις ιδέες του , είτε είσαι από την εντελώς απέναντι μεριά, πρέπει να τη δεις. Ακόμα και τόσο τουριστική…

Ο τοίχος στο Γκουαντάναμο και τα 40 δολάρια
Συζητώντας με ένα Κουβανό στα σπαστά αγγλικά με πείθει ότι πρέπει να φτάσω στο Γκουαντάναμο. Στις περίφημες φυλακές υψίστης ασφαλείας, το μόνο κομμάτι αμερικάνικου εδάφους, που πληρώνουν νοίκι οι Αμερικάνοι, στο νησί. Μου λέει ότι όταν φτάσω εκεί, υπάρχει ένας φράκτης σιδερένιος και από ένα τηλεσκόπιο όπου δίνεις 50 δολάρια για να κοιτάξεις, 40 χιλιόμετρα μακριά, βλέπεις δε βλέπεις έναν τοίχο…. Ευτυχώς η απόσταση είναι απαγορευτική. Δέκα ώρες με το αμάξι για να δεις ένα φράχτη, δε λέει….

Μουσικές, γλυκά, χοροί και φρούτα και… Μέγας Αλέξανδρος!
Βράδυ επιστρέφω στο ξενοδοχείο, περνώντας από γραφικά, φτωχικά χωριά γεμάτα χρώματα, με περήφανους ανθρώπους πάμφτωχους, αλλά που ίσως η μουσική, ο ήλιος, τα σκαμμένα πρόσωπά τους από τη δουλειά στα χωράφια με το ζαχαροκάλαμο, εμένα τουλάχιστον δε με άφησαν να δω τίποτα άλλο, από ότι είχα ονειρευτεί. Σε ένα πανηγύρι ενός χωριού με κερνούν τοπικά εδέσματα, γλυκά και φρούτα. Τους λέω ότι είμαι από την Ελλάδα, και άλλοι με κοιτούν σαν ξωτικό και άλλοι μου λένε ονόματα. Μέγας Αλέξανδρος, Αριστοτέλης… Οι υπόλοιπες τέσσερις μέρες περνούν τουριστικά. Μια επίσκεψη σε ένα θαλάσσιο πάρκο ακόμα και με κροκόδειλους και ξεκούραση στις εκπληκτικές παραλίες. Το βράδυ ρούμι και μοχίτο, χορός και επαναστατικά τραγούδια…

H ηλιοκαμένη επιστροφή στο ασπρόμαυρο Τορόντο και Hasta la Victoria siempre Κούβα…
Στο δρόμο της επιστροφής, στους -30 βαθμούς τα μάτια μου είναι γεμάτα από εικόνες. Τα αυτιά μου από μουσική και η ψυχή μου από εικόνες ενός περήφανου λαού. Το Τορόντο μου φαίνεται τόσο μουντό και πολιτισμένο, που σχεδόν νοσταλγώ την καλοσύνη στα μάτια των χωριατών του Βεραβέρο, που δεν έχουν δει και πιθανά δεν θα δουν τίποτα άλλο στη ζωή τους, πέρα από τα μέρη τους. Ευγνωμονώ τους συγγενείς μου, για αυτή την εμπειρία ζωής και σε λίγες μέρες μπαίνω στο αεροπλάνο της επιστροφής, φορώντας ένα φούτερ με την εικόνα του Τσε, φαρδιά πλατιά στο στήθος μου. Στο μέρος της καρδιάς….
