Η Άλκη Ζέη δεν θα μας πει, πια, άλλα παραμύθια και όλοι είμαστε ΛΥ ΠΟ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Απ’ το «Καπλάνι της βιτρίνας»:

«— ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;

— ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ, απάντησε η Μυρτώ, κάτω από τα σκεπάσματα.

Αυτά δεν ήταν βυζαντινά, αλλά μια δική μας γλώσσα, που μόνο οι δυο μας την καταλαβαίναμε. ΕΥ-ΠΟ, θα πει πολύ ευχαριστημένη. ΛΥ-ΠΟ, πολύ λυπημένη. Αν δεν το ρωτούσαμε κάθε βράδυ η μια στην άλλη, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Δεν ξέρω γιατί, τις Κυριακές, σχεδόν πάντα, απαντούσαμε ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ. Να ‘χα τώρα φτερά σαν του Ίκαρου, θα μπορούσα να πέταγα από χώρα σε χώρα και να ρώταγα όλα τα παιδιά του κόσμου: ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;»… ΛΥ – ΠΟ, Άλκη Ζέη, πάρα πολύ ΛΥ ΠΟ…

Το καπλάνι της βιτρίνας, Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου, Ο θείος Πλάτων, Κοντά στις ράγιες, Η μωβ ομπρέλα, Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της, Μια Κυριακή του Απρίλη, Τα παπούτσια του Αννίβα, Θέατρο για παιδιά, Η Αλίκη στη χώρα των μαρμάρων, Αρβυλάκια και γόβες, Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο! Μεγαλώσαμε μαζί της! Μας φέρθηκε σαν άτομα, από τα παιδικά μας χρόνια και μας είπε μόνο αλήθειες! Μας εκπαίδευσε συναισθηματικά και μας έδωσε μια εικόνα του κόσμου χωρίς διδακτισμό και μας έκανε να αναζητήσουμε διαχρονικές αξίες και να σκεφτούμε τα τεράστια κοινωνικά και πολιτικά θέματα, χωρίς να υποτιμήσει ποτέ την παιδική μας νοημοσύνη. Μας διασκέδαζε με το χιούμορ των σελίδων της και μας κρατούσε σε αγωνία με τις αφηγηματικές της χάρες. Μας έδωσε τον ήχο των λέξεων και τους δρόμους της ιστορίας της γραφής.

Σημάδεψε τη γενιά μας με τις ιστορίες της, που ο δράκος δεν ήταν πλάσμα φαντασίας, αλλά ο δικτάτορας που έπαιζε με τις ζωές των γονιών μας και πρίγκιπες και πριγκίπισσες ήμασταν όλοι εμείς, που με τα παστελ νυχτικά και τις ζεστές, φανελένιες πιτζάμες βρηκαμε καταφύγιο στις λέξεις της που οι  Κυριακές, το χειμώνα, ήταν οι πιο βαρετές μέρες και νύχτωνε νωρίς και μας έπιανε θλίψη! Την αγαπήσαμε! Την ευχαριστούμε τόσο! Και δεν θα τη ξεχάσουμε ποτέ…

Η Άλκη Ζέη ήταν επίτιμη διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και επίτιμη διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της αλλά είχε πάρει λογιών βραβεία, είχε μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και κυρίως είχε αγαπηθεί από παιδιά σ όλο τον κόσμο.

Ήταν Αθηναία και γυναίκα του κεφαλαιώδους για το ελληνικό θέατρο Γιώργου Σεβαστίκογλου. Είχανε δυο παιδιά. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και στο Κινηματογραφικό Ινστιτούτο της Μόσχας, στο τμήμα σεναριογραφίας. Από το 1954 έως το 1964 ήταν πολιτική πρόσφυγας στη τότε Σοβιετική Ένωση.

Το 1964 επιστρέφει οικογενειακώς στην Ελλάδα, για να ξαναφύγουν πάλι όλοι μαζί με τον ερχομό της Χούντας το 1967, για το Παρίσι, απ’ όπου επιστρέφουν μετά τη δικτατορία. Ηταν φίλη ζωής, με παράλληλους δρόμους στα παιδικά χρόνια, στην υποκριτική, στην αντίσταση, στην αυτό – εξορία, την παιδική και νεανική λογοτεχνία,  με την άλλη σπουδαία μας κυρία, την Ζωρζ Σαρή.  Μαζί είχανε πάντα θέση σε θέματα που αφορούσαν την παιδική λογοτεχνία, όπως τα κόμικς, η θεματολογία του παιδικού βιβλίου και η θέση της γυναίκας σε αυτό. Μαζί γράψανε και το βιβλίο Ε.Π. Τι σπουδαία φιλία, ε;

 Από τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου έγραφε έργα για κουκλοθέατρο. Ένας από τους χαρακτήρες που δημιούργησε, τότε, ο Κλούβιος, έγινε κατοπινά ο ήρωας του γνωστού κουκλοθέατρου «Μπαρμπα-Μυτούσης». Το πρώτο της μυθιστόρημα ήταν Το καπλάνι της βιτρίνας (1963), που το έχει εμπνευστεί από τα πρώτα παιδικά της χρόνια στη Σάμο και είναι σχεδόν αυτοβιογραφικό. Πηγαίνουμε τότε στην τζαμωτή βεράντα και κοιτάμε τη θάλασσα. «…Τα κύματα σπάνε στους βράχους, πιτσιλάνε τα τζάμια κι έτσι όπως κυλάνε οι στάλες πάνω τους, μοιάζουν με δάκρυα…» έγραφε κάπου σ αυτό. Και οι λέξεις που μας μεγάλωσε τώρα δακρύζουν για την απουσία της.

Θυμάμαι τον αγαπημένο θείο που μου έφερε τον «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου». Ήθελα κούκλα σε βαλιτσάκι, μωρό, με τα αξεσουάρ της και πολύ στεναχωρήθηκα μόλις είδα βιβλίο! Και μετά το άνοιξα και το άφησα μόνο στην τελευταία σελίδα, άυπνη και άφαγη! Εκεί κάπου ξεκίνησε ο δικό μου μεγάλος περίπατος στα βιβλία και σκασίλα μου η κούκλα σε βαλιτσάκι, μωρό, με τα αξεσουάρ της, θείε! Και έλεγε κάπου: «Μα τούτος τώρα δα ο κόσμος που περνούσε βουβός, δεν έλεγε τίποτα για την πατρίδα που στέναζε. Δεν τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο. Δε γράφανε τα λάβαρά τους «Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω το Έθνος!». Μόνο «ΠΕΙΝΑΜΕ». Δε θυμάται ποτέ στην ιστορία να διάβασε ο Πέτρος για κανέναν ήρωα που να φώναζε «Πεινάω». Ακόμα και στην πολιορκία του Μεσολογγίου, που πέθαιναν στην πείνα, φώναζαν «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ». Η βουβή παράτα* σταμάτησε απότομα, εκεί μπροστά του, αντίκρυ, κι αντίκρυ με τους καραμπινιέρους. Κλικ κλακ, τώρα θα χτυπήσουν. Ο Πέτρος περίμενε να δει τον κόσμο να κάνει μεταβολή και τις νοσοκόμες να γυρίζουν τα καροτσάκια πίσω. Να όμως που μια νοσοκόμα προχωρούσε αργά αργά. Μέσα στο καροτσάκι που σπρώχνει μπροστά της ήτανε ένας τραυματίας με τα δυο πόδια κομμένα. Θα χτυπήσουν, θα χτυπήσουν… Ο Πέτρος έκλεισε τα μάτια. Δεν ακούγεται τίποτα. Όταν τα ξανάνοιξε, οι καραμπινιέροι είχαν κατεβάσει τα όπλα. Όλα τα καροτσάκια ξεκινούν, μαζί κι οι ανάπηροι με τα δεκανίκια, κι ο κόσμος… σπάνε τη γραμμή των Ιταλών και προχωρούν…». Πεινάμε! Ούτε ζήτω η Ελλάδα, ούτε ελευθερία! Η Άλκη Ζέη ήταν 97 χρόνων. Έκανε το δικό της μεγάλο περίπατο στη ζωή. Και έζησε καλά και εμείς… χα… εμείς ζήσαμε με εκείνες τις εικόνες που μας μεγάλωσε…

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΑΛΚΗΣ ΖΕΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ»