… γιατί μεθυσμένος ο Μενούσης, πάει την έσφαξε

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Είμαστε, ναι, εμείς! Τότε παιδάκια, στα λευκά για γυμναστικές επιδείξεις. Κορδέλες στα μαλλιά, «ελβιέλες» λευκές και μεγάλοι κύκλοι και τσουβάλια για να τρέξουμε με αυτά και μετά παραδοσιακοί χοροί. Στα δημοτικά σχολεία, εκεί, στα μέσα προς τέλη του 70. Να ένα ιδιότυπο τσάμικο, που χορεύουμε, κοριτσάκια και αγοράκια, πιασμένα απ τα χεράκια μας, με τους στίχους του, να στοιχειώνουν στο παιδικό υποσυνείδητο:

«Ο Μενούσης, ο Μπιρμπίλης κι ο Μεχμέτ αγάς

σε κρασοπουλειό πηγαίναν για να φάν’ να πιουν.

‘κεί που τρώγαν ‘κεί που πίναν ‘κεί που γλένταγαν,

κάποιος έφερε κουβέντα για τις όμορφες.

Ομορφη γυναίκα που ‘χεις βρε Μενούσ’αγά.

Που την είδες που την ξέρεις και τη μολογάς;

Ψες την είδα στο πηγάδι που ‘παιρνε νερό,

και τις δίνω το μαντήλι και μου το ‘πλυνε.

Σαν την είδες, σαν την ξέρεις, πες μας τι φορεί.

Άσπρο φερετζέ φορούσε, κόκκινη ποδιά.

Οι άνδρες ήταν στο κρασοπουλειό βέβαια και οι γυναίκες, δούλευαν την ίδια ώρα, πλένοντας. Δως του ο χορός για μας, τα παιδιά των νηπιαγωγείων και των πρώτων τάξεων του δημοτικού, μετά τη Χούντα, σε μια Ελλάδα που τραγουδούσε ακόμα για αγάδες και θέματα τιμής. Δως του ο τσάμικος και το καμάρι, τα 5χρονα!

Ο Μενούσης, μεθυσμένος, πάει την έσφαξε,

το πρωί, ξεμεθυσμένος, μοιρολόγαγε.

Ξύπνα πάπια, ξύπνα χήνα, ξύπνα πέρδικα,

Ξύπνα, βάλε τα καλά σου κι έμπα στο χορό.

Να σε δουν τα παλικάρια να μαραίνονται,

να σε δω κι εγώ ο καημένος να σε χαίρομαι.

Πρόσεξε, γιέ μου, αυτή θα σε τυλίξει…

Έτσι μεγαλώσαμε αλλά νομίζαμε, πως η Ελληνίδα μάνα που μεγάλωσε τον αγά γιο, εκείνο τον τέλειο αρσενικό που βγήκε από μέσα της και δεν άξιζε για καμιά άλλη, νομίζαμε πως έχει εκλείψει, πως η δική μας γενιά, εμείς, μεγαλώσαμε αλλιώς τους γιους μας. Δε του λέγαμε αυτά που είχαμε λουστεί, «αυτή θέλει να σε τυλίξει, που σε βρήκε κελεπούρι», «να κοιτάξεις να είναι άβγαλτη, όχι να σηκώνει κεφάλι και 15 χρονών από το σχολείο να την προλάβεις, να μην έχει περάσει η μισή πόλη», «μπα, σου βγάζει και γλώσσα;», «εσύ βγάζεις τα σκουπίδια; Εσύ μαγειρεύεις; Εσύ αλλάζεις πάνες στο παιδί; Αυτή επειδή πάει σε ένα Πανεπιστήμιο και διδάσκει πως να χειρουργούνε εγκεφάλους, δεν μπορεί; Ε, βέβαια, όλες οι ανεπρόκοπες τα Νόμπελ τους επικαλούνται»! Και επίσης θα μαθαίναμε τις κόρες μας, να μην ανέχονται, να μην υποκύπτουν, να μη φοβούνται, να μην σωπαίνουν! Και τότε; Τότε πως γίνεται νέοι άνδρες να σκοτώνουν τις συζυγούς τους, τις συντρόφους τους, εκείνες που τους αρέσουν, εκείνες που ποθούν; Πως γινεται να μην τους μάθαμε να σέβονται τις γυναίκες, τις αρνήσεις, τις διαθέσεις τους, τις ανάγκες τους, τις δικές τους ιδιαιτερότητες; Πως τους αφήσαμε να κάνουν στις δουλειές να κάνουν εκείνα που ζήσαμε και ορκιστήκαμε πως θα τελειώσουν εκεί, με κάθε τρόπο;

Θέλω τα ώπα μου, θέλω χάδια μου και την σφαλιάρα μου από τον άνθρωπο που αγαπώ

Μα πόσο μερακλώναμε ακούγοντας παλιά λαϊκά και βρίσκοντας πολύ φυσικό να τραγουδάμε για το πονεμένο αρσενικό που το χει ρίξει στα μεθύσια, επίσης σε ένα κρασοπουλειό γιατί «πληρώνει τα μάτια π αγαπά». Αλλά «Κι όταν βλέπεις ταβερνιάρη να σπάω να παραμιλώ, μη με κατακρίνεις, μη με παίρνεις για τρελό, εγώ πληρώνω τα μάτια π’ αγαπώ. Η καρδιά μου συννεφιάζει, τρέχουν τα δάκρυα βροχή, σίγουρα θα πάμε μια και φτάσαμε ως εκεί εσύ στο χώμα κι εγώ στη φυλακή». Πολύ απλό, καθημερινό, μερακλήδικο μας φαινότανε! Όχι, δε δαιμονοπιούμε τα τραγούδια, ούτε διαπράττουμε αναχρονισμούς κρίνοντας το πολύ παλιό με τους νέους κανόνες, απλά να, έτσι μας μεγάλωσαν και έτσι μεγαλώσαμε και εμείς με τη σειρά μας παιδιά. Και έτσι χαριτωμένο βρίσκαμε, το τραγουδάκι του Σπανού, με την ναζιάρα Φόνσου, να λέει «θέλω τα αστεία μου τα καλαμπούρια μου, την σαχλαμάρα μου να τηνε πω. Θέλω τα χάδια μου και την σφαλιάρα μου από τον άνθρωπο που αγαπώ». Ίδιο τα χάδια, ίδιο και η σφαλιάρα που είναι και ποθητή από το αρσενικό, ενώ το θηλυκό λέει σαχλαμάρες, αλλά τις διεκδικεί, δυναμικά, ανίκανη να πει σοφίες, φυσικά! Και τα κατάπιαμε όλα, ως «έλα μωρέ, μη γινόμαστε και υστερικές» -άλλο γυναικείο ελάττωμα αυτό! Από την σεξουαλική παρενόχληση, τα αστειάκια για την ωραία ή την άσχημη, για την «αγαμητη» που είναι απαιτητική, για την «λεσβία» που δεν αποδεχόταν το φλερτ τους, για την γενναία λεσβία που πραγματικά το δήλωνε, αλλά ήταν γιατί «δεν βρέθηκε ο κατάλληλος να τη βάλει κάτω». Πως επιτρέψαμε να γίνονται ακόμη στην οδήγηση τα ίδια ελεεινά σχολεία σε γυναίκες οδηγούς όπως «αϊ μωρη πήγαινε να πλύνεις κάνα πιάτο»; Πως κάναμε ότι δεν καταλαβαίνουμε όταν αποκαλούντουσαν οι άλλες γυναίκες «χοντρές», «γριές», «κωλαρούδες», «βυζαρούδες», «πλαστικές», «άσχημες»;

Άσε με να με σκοτώνεις και να λέω ανασαίνω, άσε με εσύ να φταις κι εγώ συγγνώμη να ζητάω

Και βλέπαμε να γίνονται όλα αυτά τα χυδαία και ελεεινά δίπλα μας και ανεχόμασταν. Και ακόμη ανεχόμαστε την άρνηση με και καλά πολιτικό υπόβαθρο μιας χυδαίας επιχειρηματολογίας ότι η «γυναικοκτονία» μειώνει τις ίδιες τις γυναίκες γιατί δε τις θεωρεί ανθρώπους, ώστε να υπάγονται στην ανθρωποκτονία; Πως να εξηγήσεις ότι ανθρώπους περιλαμβάνουν και οι όροι «πατροκτονία», «μητροκτονία», «βρεφοκτονία», «συζυγοκτονία», «γενοκτονία», «παιδοκτονία», αλλά ορίζουν το είδος του ειδεχθούς εγκλήματος συγκεκριμένα;  Πως μα εξηγήσεις πως νομικοί και γλωσσολόγοι αποδέχονται τον όρο και πως ονομάζεις κάτι για να το αντιμετωπίσεις. «Όταν μια γυναίκα δολοφονείται επειδή αντιστάθηκε στον βιασμό της, στην κακοποίησή της, στην ουσία επειδή είναι γυναίκα, πρέπει να μιλάμε για γυναικοκτονία. Έτσι, θα ευαισθητοποιηθούν τόσο η κοινωνία όσο και οι δημόσιες αρχές» έχει δηλώσει η Σίσσυ Βωβού από τη φεμινιστική συλλογικότητα Το Μωβ και είναι έτσι ακριβώς! Πως ανεχτήκαμε όλα αυτά τα περί ράτσας ανώτερης πως «οι Έλληνες δε κάνουν τέτοια», «τα θέλε κι αυτή», «που γύριζε τέτοια ώρα και ως ξεκωλλο», «είχε και αυτή ένα στόμα»! Και δε μιλούσαμε ποτέ! Και κατηγορούσαμε τις άλλες γυναίκες! Η σιωπούσαμε όταν λέγανε οι άνδρες συνάδελφοι πως «η Τάδε ανέβηκε γιατί την πήδηξε ο σπουδαίος Δείνα». Γιατί καμία δεν άξιζε να ανέβει χωρίς ένα πήδημα μετάδοσης όχι μόνο σπέρματος αλλά και αξίας! Και στους έρωτες, έπρεπε για να μην είμαστε οι καριόλες και οι σκύλες, να συμπεριφερόμαστε τουλάχιστον γογγύζοντας δραματικά «άσε με να με σκοτώνεις και να λέω ανασαίνω, άσε με εσύ να φταις κι εγώ συγγνώμη να ζητάω, άσε με, άσε με, άσε με να σ’ αγαπάω».

Λέμε τα ονόματα τους, δεν ξεχνάμε από το παρελθόν και απ το τώρα

Λοιπόν, ε, ναι! Οι Έλληνες κάνουν τέτοια! Πολλά τέτοια! Και με μια νομοθεσία που είναι χαλαρή. Και με μια κοινή γνώμη που είναι «έλα μωρέ» και πάντα εις βάρος της γυναίκας. Μια κοινωνία έτοιμη να ερωτευτεί τον κάθε Φραντζή, Κατσούλα, πιλότο, που σκοτώνει, καίει, τεμαχίζει κορίτσια, γιατί «χάλασε η φάση», που είπε ο δολοφόνος της Γαρυφαλλιάς Ψαρράκου! Αποτέλεσμα της δικής μας παταγώδους αποτυχίας κυρίες της γενιάς μου, μανάδες σήμερα ενηλίκων νεών είναι οι Ελένη Τοπαλούδη, Σούζαν Ίτον, Κωνσταντίνα Τσάπα, Καρολάιν Κράουτς, Ελένη στην Αγία Βαρβάρα. Είναι και εκείνες που η είδηση του χαμού τους δεν έκανε θόρυβο, η 31χρονη Κλειώ, που ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τον 40χρονο φίλο της μέσα στο σπίτι τους στον Κατσαμπά Ηρακλείου Κρήτης, η 33χρονη Αδαμαντία που ο 54χρονος σύζυγό της την πυροβόλησε με την κυνηγετική καραμπίνα του μέσα στο σπίτι τους, στη Νέα Αλικαρνασσό Κρήτης, η 44χρονη που πέθανε από ασφυξία ενώ αντιστέκονταν κατά τη διάρκεια του ομαδικού βιασμού της από 2 άντρες ηλικίας 47 και 50 ετών που σε ένα χαντάκι δίπλα σε δρόμο στη Βέροια, η 37χρονη  δολοφονήθηκε από τον 53χρονο σύζυγό της μέσα στο σπίτι τους στην Καλλιθέα, όπου ζούσαν με τις 2 κόρες τους, η  44χρονη που πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από τον 44χρονο σύζυγό της μέσα στο σπίτι τους στον Πύργο Δυρού Μάνης, όπου ζούσαν με τα 2 παιδιά τους. Είναι η Τζούλι Μαρί Σκάλι που σκότωσε, τεμάχισε, αποκεφάλισε με αλυσοπρίονο, έκλεισε σε βαλίτσα, ο αρραβωνιαστικός της, Γιώργος Σκιαδόπουλος γιατί ήθελε να τον αφήσει και να γυρίσει στην κόρη της στην Αμερική.  Είναι η 20χρονη Κική Κούσογλου που στραγγάλισε ο Δάνος Μουρατίδης, γιατί βρήκε στο κινητό της μήνυμα από άλλον. Είναι η  22 ετών Άννα Νικολάου που κλώτσησε στο κεφάλι μέχρι θανάτου, νεοσύλλεκτος στρατιώτης, διότι δεν ενέδωσε στο φλερτ του, μέσα σε καφέ στην Κόρινθο!  

… στ’ ορκίζομαι Βαγγέλη μου, Βαγγέλη να σε θάψω, αυτή θα την εκδικηθώ, αυτή θα την εκάψω!

Είναι η Λέλα Μαυρομάτη, η Αδαμαντία Καρκαλή, η Παναγιώτα Μαζαράκη. Είναι η εικαστικός, η δασκάλα, η μουσικός, που η πρώτη δολοφονήθηκε με τα παιδιά της στη διπλανή πόρτα, η δεύτερη αποκεφαλίστηκε και το κεφάλι της το κρατούσε ο δολοφόνος της και σύζυγος της σαν τρόπαιο, είναι η σύζυγος που τσιμεντώθηκε στο πάρκο δίπλα απ το σπίτι. Στη Χαλκιδική, στη Σαντορίνη, στην Φιλοθέη, σ όλη την Ελλάδα. Γιατί αντιμιλούσαν, γιατί μείωναν τους συζυγούς τους, γιατί θέλαν να χωρίσουν, γιατί δεν υπάκουαν. Ο τελευταίος μετρά από 7 χρονιά απελευθερώθηκε. Όπως και ο Φραντζής που είχε σκοτώσει και τεμαχίσει την 18χρονη σύζυγο του, μετά από όσα και ηλικία της χρόνια φυλάκισης. Είναι εκείνη η Αλεξάνδρα του τραγουδιού, που, επίσης 18 χρόνων την σκότωσε ο άνδρας της θείας της, γιατί δεν ενέδιδε στο ερωτικό του κάλεσμα! Έτσι απλά…

Εμείς, οι αδελφές, οι κόρες μας…

 Είναι όλα τα κορίτσια θύματα των πρωταγωνιστών, σκηνοθετών, σταρ, καλλιτεχνικών διευθυντών, υπερ θεατράνθρωπων του Ελληνικού θεάτρου. Είναι η 19χρονη που ο σύντροφος της αστυνομικός ξυλοφόρτωνε, εξέδιδε και βίαζε, όπως ο πατέρας της την βίαζε από τα 11. Όχι, κυρίες, δεν αλλάξαμε τίποτα! Ίσως να τα κάναμε και χειρότερα! Και μεγαλώσαμε γιους σαν τους εγκληματίες που σιχαινόμασταν, φοβόμασταν, νομίζαμε πως εξαφανίστηκαν, ως δια μαγείας και εκ θαύματος. Εκείνα τα περιβόητα «εγκλήματα τιμής», τα «εγκλήματα πάθους». Κορίτσια, λυπάμαι, αλλά ΑΠΟΤΥΧΑΜΕ. Εμείς, που μεγαλώσαμε και λέγαμε διαβάζοντας τα στην εφημερίδες πως όχι δεν συμβαίνουν πια … Και ο Μενούσης, ο Μπιρμπίλης κι ο Μεχμέτ αγάς είναι πάντα σε ένα κρασοπουλειό για να φάν’ να πιουν, έτοιμοι να ακολουθήσουν ως την είσοδο της πολυκατοικίας όποια όμορφη, με τα γεννητικά τους όργανα γυμνά η να σφάξουν, να γκρεμίσουν απ τα βράχια, να πνίξουν στο νερό, ή με το μαξιλάρι της και εμάς που σωπάσαμε και τις κόρες μας που δεν τις προστατέψαμε και τις αδελφές μας όλες, που χάθηκαν και πάνε…