Ένα τέλος χωρίς υπόκλιση, αλλά με όλους εμάς να ευχαριστούμε για τα τόσα μας χαμόγελα, τον Κώστα Βουτσά

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Είχε και κότερο, να πάμε μια βόλτα! Και τραγούδαγε και «ψου, γείτσες,…στω» και «φσσσστ μπόινγκ» και φώναζε και «Κατίνααα σαλαμάκι» με το «κα» ψιλοκρεμαστό, απ τη λαχτάρα για το αλλαντικό. Ήταν πάντα ο δασκαλάκος που ήταν λεβεντιά, που αγάπησε μια πολυθρόνα και είχε ένα τανκς στο κρεββάτι του και ένας άφραγκος Ωνάσης και ξυπόλητος πρίγκιπας και ο ψεύτικος Ράμογλου, το κινηματογραφικό ταίρι της Χλόης Λιάσκου, ο ερωτευμένος με την Ζωή Λάσκαρη, το τέλειο ζευγάρι με την Μάρθα Καράγιαννη, ο γοητευμένος απ την Έλενα Ναθαναήλ, ο εξουθενωμένος απ την κορμάρα της Ζωζώς Σαπουντζάκη, ο γιος του Κωνσταντάρα και της Αλέκας – Ρένας Βλαχοπούλου. Ήταν και ο Τζακ ο Καβαλάρης και είχε έναν Έρωτα του Οδυσσέα. Και μας χάρισε γέλιο, συγκίνηση, συναισθηματικά δεδομένα και πέρασε στο εθνικό μας DNA, η γαλάζια ματιά του, ο τρόπος που μιλούσε, πως γελούσε και οι ατάκες του. Και έγινε και Ονειροπαρμένος στην τηλεόραση.

Μια ζωή με τους όρους του

Και έζησε. Έκανε τέσσερις γάμους, τρεις κόρες και έναν γιό και ένα παιδί ακόμα το αγάπησε σαν δικό του και δεν το ξεχώριζε και ήταν καρδιοκατακτητής και κυνήγησε την ευτυχία και διεκδικούσε μέχρι τέλους κομμάτι της, ανυπάκουος σε κανόνες, σε φόρμες, σε κοινωνικές συμβάσεις και στα σχόλια των άλλων. Και ζήσαμε μαζί του, τόσο που να τον θεωρούμε αιώνιο. Και όλο γελούσαμε και λέγαμε, ω, εύκολη που θα ταν η ζωή του! Και δεν ήταν… και άλλωστε και πότε είναι… Μόνο που αυτός, να, πέρασε, κάποτε, πολύ δύσκολα και ενώ δεν τα έλεγε ποτέ του, δεν ξέχναγε κιόλας…

Προσφυγιά, θάνατοι, φτώχεια και τα πρώτα χρόνια σε ένα άδειο μαγαζί που βάζαν εφημερίδες στις βιτρίνες

Γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 1931, στο Βύρωνα,  από πατέρα Θρακιώτη και μητέρα Κεφαλλονίτισσα. Η οικογένεια έμενε  στον προσφυγικό καταυλισμό του Κοπανά, όπου μετά την Καταστροφή του ’22 είχαν εγκατασταθεί χιλιάδες πρόσφυγες γύρω από τα λατομεία. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του, πέρασαν μέσα σε ένα μαγαζί, που το χάνε σπίτι τους, όπου οι γονείς είχαν καλύψει τη βιτρίνα με εφημερίδες, να μην τους βλέπουνε οι περαστικοί. Είχανε χάσει ένα παιδάκι που είχε το όνομα Κώστας, από δάγκειο πυρετό, στα 6 του χρόνια ετών και όταν ο ηθοποιός ήρθε στη ζωή, πήρε το όνομα του, στη μνήμη εκεινού του χαμένου του αδελφού, που δεν πρόλαβε να ζήσει τίποτα εκτός από στερήσεις.

Πουλώντας τσιγάρα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης

Μετακόμισαν για να τα βγάλουν πέρα στη Θεσσαλονίκη με τον πατέρα να δουλεύει σαν εργάτης οδοποιός. Ο μικρός Κώστας  και τα αδέλφια του έκαναν διάφορες μικροδουλειές. Αυτός γυρνάει με το κασελάκι του στους δρόμους της Θεσσαλονίκης πουλώντας τσιγάρα. Και φτάνει η Κατοχή. Και η οικογένεια εξαθλιώνεται. Ο Κώστας, μαχητής της ζωής, ήδη και του δρόμου, αντάλλασσε τσιγάρα με τους Άγγλους αιχμαλώτους. Ο Βουτσάς τους έδινε εκατό ελληνικά τσιγάρα κακής ποιότητας και εκείνοι του έδιναν τα λιγοστά δικά τους που ήταν όμως χαρμάνια πολυτέλειας. Κατόρθωνε να τα πουλάει πιο ακριβά σε εκείνους που έβγαζαν κέρδη απ τα πάθη της πόλης και να βγάλει ικανοποιητικό κέρδος. Μια φορά πηγαίνοντας προς το Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων, τον είχε σταματήσει ένας Γερμανός φαντάρος και του είχε πάρει όλη την πραμάτεια. Έφτασε στην περιοχή του Χρηματιστηρίου, κλαίγοντας. Όταν το είδανε, μικρό παιδί να κλαίει με άδειο το κασελάκι του, οι άνθρωποι στο Χρηματιστήριο ρώτησαν τι είχε συμβεί και έκαναν έρανο για να «ρεφάρει» τη ζημιά. Δεν το ξέχασε ποτέ.

«Όταν πεινάς, ή όταν είσαι σε κίνδυνο, μπορείς να σκαρφιστείς τα πάντα για να επιβιώσεις»

Δε μίλαγε για εκείνα τα χρόνια. Το απέφευγε. «Όταν πεινάς, ή όταν είσαι σε κίνδυνο, μπορείς να σκαρφιστείς τα πάντα για να επιβιώσεις» έλεγε. Και πίσω σ εκείνα τα πέτρινα χρόνια, με έναν πατέρα ιδεολόγο να τον κυνηγάνε από παντού, πήγαινε με άλλους ανήλικους βιοπαλαιστές του δρόμου και έκλεβε τσεμπέρια από το εργοστάσιο ενός Αρμένη και τα πουλούσανε στον Βαρδάρη. Μια φορά, βέβαια, κάποιος τον έπιασε, κοντά στο εργοστάσιο και του ζήτησε να πάει την επομένη με τη μάνα του, αλλιώς θα τους πήγαινε όλους στην αστυνομία. Τι να κάνει κι αυτός, πήγε σε μια ιερόδουλη, στην Μπάρα, την περιοχή της Θεσσαλονίκης, με τους οίκους ανοχής, που τον ήξεραν απ τα τσιγάρα και την πλήρωσε να παραστήσει τη μάνα του!

Ο κακός χωροφύλακας, ο καλός δάσκαλος

Μια φορά, ένας ανθυπομοίραρχος της χωροφυλακής, τον έπιασε στο δρόμο και βρήκε μέσα στο φθαρμένο του σακάκι, ένα σημειωματάριο με ένα ποίημα από τα «Αετόπουλα» –το παιδικό κίνημα του ΕΛΑΣ. Την επόμενη πήγε στο σχολείο και το έδειξε στον διευθυντή, έχοντας προσθέσει από κάτω μόνος του «Ζήτω η κόκκινη σημαία, κάτω η ελληνική!». Φαινόταν τόσο πολύ πως η φράση είχε προστεθεί! Ο διευθυντής είπε στον χωροφύλακα πως θα τον τιμωρήσει και εκείνος έφυγε ικανοποιημένος. Όταν δάσκαλος και μαθητής μείνανε μόνοι, ο διευθυντής του χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι και του χαμογέλασε…

Η βαριά κουβέντα «από κομμουνιστή πατέρα θα βγει αλήτης γιος»

 Στην αρχή της εφηβείας του είναι αβανταδόρος και τσιλιαδόρος στους παπατζήδες, που παίζανε το «εδώ παππάς, εκεί παππάς, που είναι ο παππάς» στις κώχες των δρόμων. Την κρίσιμη ώρα ειδοποιούσε για την παρουσία της αστυνομίας ακόμη και όταν δεν υπήρχε, ώστε να πιάσουν κορόιδο κάποιον αφελή. Όσα χρήματα κέρδιζε, τα έδινε πάντα στη μάνα του. Κάποτε εκείνη του είπε μόνο κουβέντα. «Αγόρι μου, πρόσεχε τι κάνεις και πού μπλέκεις, γιατί αν μπεις φυλακή θα λένε όλοι «εμ, λογικό είναι από κομμουνιστή πατέρα να βγει αλήτης γιος». Τα σταμάτησε όλα! Και εκείνη την κουβέντα δεν την ξέχασε ποτέ!

Η ηθοποιία, τα μπουλούκια, τα στραγάλια για το ξεγέλασμα της πείνας

Ασχολήθηκε με τον αθλητισμό. Ήταν αθλητής ταχύτητας και άλματος εις μήκους σε ένα Βυζαντινό σύλλογο που λεγόταν ΒΑΟ. Όταν ο προπονητής του τον έστειλε για μια προετοιμασία σε μια κατασκήνωση στη Μηχανιώνα, ο Βουτσάς είχε την πρώτη του επαφή με το θέατρο. Καθώς έκανε προπόνηση άκουσε μια πρόβα για ένα θεατρικό της κατασκήνωσης και έκανε ένα αρνητικό σχόλιο για το παιδί που υποδύονταν τον μεθυσμένο. Τότε ο υπεύθυνος του θεατρικού για να τον προκαλέσει, του είπε να το κάνει ο ίδιος καλύτερα αν μπορούσε. Και ο Βουτσάς το έκανε, καλύτερα γιατί μπορούσε. Και από εκείνη την στιγμή, ήξερε, πως θα γινόταν ηθοποιός. Σπούδασε στο Μακεδονικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και αρχίζει τα μπουλούκια και το θέατρο στα χωριά της επαρχίας όλης, που το εισιτήριο ήταν κάνα αβγό και κάνα κομμάτι πίττα. Διαλύοντας τα μπουλούκια από έλλειψη θεατών και με τη βαλίτσα στο χέρι έπιανε το δρόμο για να γυρίσει σπίτι. Ξεγέλαγε την πεινά τρώγοντας στραγάλια. Και κάποτε το πηρέ απόφαση να κατεβεί στην Αθήνα.  Πήγε στον σταθμό του τρένου άρπαξε μια πέτρα που είχε γίνει μαύρη από τα λάδια της ατμομηχανής και την πέταξε, πίσω του, μακριά….

«… ένιωθα, πάντα, λες και κουβαλάω ακόμα το κασελάκι μου με τα τσιγάρα στη Θεσσαλονίκη»

Στην Αθήνα έδωσε εξετάσεις για να πάρει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, που ήταν τότε απαραίτητη για τους ηθοποιούς. Χρειάστηκε να δώσει τρεις φορές, μιας και τις δυο πρώτες η επιτροπή τον απέρριψε. Εάν από τα μέλη της επιτροπής του είπε πως δεν κάνει για το θέατρο και τον συμβούλεψε να πάει να εργαστεί σε τράπεζα σαν υπάλληλος! Πόσο λάθος μπορεί να κάνει κάποιος ε; Ο Βουτσάς έγινε ηθοποιός, πρωταγωνιστής και αγαπημένος του κοινού, για δεκαετίες, τόσες που φαντάζουν σχεδόν για πάντα. Εκανε περιουσία, συμπονούσε τους άλλους, καταλάβαινε, συγχωρούσε. Και δεν ξαναπείνασε ποτέ! Είπε κάποτε στον Αντώνη Ντινιακό πως «… κοιταζόμουν στον καθρέφτη και ήξερα ακριβώς ποιος ήμουν, ένιωθα λες και κουβαλάω ακόμα το κασελάκι μου στη Θεσσαλονίκη ή πως τρέχω ξοπίσω από μπουλούκια, καταδικασμένα να διαλυθούν στην πρώτη αποτυχία. Όταν έχεις ζήσει τη φτώχεια, το πρώτο που μαθαίνεις είναι ο εαυτός σου. Και δεν ξεχνάς ποτέ ποιος είσαι. Ποιος είσαι πραγματικά. Όχι, ποιος νομίζεις ότι είσαι…»… Και ήταν ο Κώστας Βουτσάς σε μια έξοδο χωρίς αυλαία και υπόκλιση, αλλά με ένα τόσο μεγάλο χειροκρότημα από εμάς τους θαυμαστές, του υπόχρεους θεατές, το μεγάλο κοινό του, ώσπου να πονέσουν τα χέρια μας.