Η Θεσσαλονίκη της ψυχής μας – από έναν Αθηναίο μέτοικο

ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΙΒΟ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟ

Έχουν ψυχή οι πόλεις; Κάτι που να τις κρατά μαζί μέσα στο χρόνο, στις δυσκολίες, στις αλλαγές, στις κακουχίες; Και αν την έχουν, ποια είναι η ψυχή μιας πόλης όπως η Θεσσαλονίκη; Οι κάθετοι και οι παράλληλοι δρόμοι, τα τετράγωνα κεφάλια, η κάπως γραφειοκρατική, εκκλησιαστική, εργατική αταξία; Και τι άλλο; Η Ροτόντα, ο Άγιος Δημήτριος, το Πανεπιστήμιο, η Καμάρα, τα Λουλουδάδικα, οι εξορκισμοί  ή οι ανακαλέσεις του εωσφόρου; Ή μήπως η μεγάλη βιομηχανία,  που πρώτα μεγαλώνει και σιγά -σιγά αδυνατίζει μέχρι που σβήνει; Κι ακόμη η πρωτογενής, δευτερογενής, τριτογενής, τεταρτογενής παραγωγή, η τεχνολογική διασπορά, η πληροφορία πάνω στην πληροφορική, η τεχνολογία της τεχνικής, οι οικονομία που τρέφεται με την οικονομία, η παραγωγή που παράγει παραγωγικότητα; Τέλος, η ιστορία, η περιπέτεια, η προλεταριακή οργάνωση, η Φεντερασιόν και ο Γρηγόρης Λαμπράκης;

Όπως κάθε πόλη, ή έθνος, ή άτομο, η Θεσσαλονίκη είναι ένα συνονθύλευμα από ασύμβατα πράγματα. Αλλά κρατιέται ενωμένη από μία σταθερά: την άκρατη επινοητικότητα που όμως δεν ξέρει να διατηρεί τα αποτελέσματα που πραγματοποιεί.  Η Θεσσαλονίκη θέλει να είναι πρωτεύουσα των Βαλκανίων, πρωτεύουσα της βιοτεχνίας, πρωτεύουσα του κινηματογράφου, πρωτεύουσα του τραγουδιού, πρωτεύουσα του προλεταριάτου, πρωτεύουσα των συνδικαλιστικών αγώνων, πρωτεύουσα της πολυ-πολιτισμικότητας, αλλά δυστυχώς έχει χάσει όλα της τα βασίλεια.  Είχε τα πάντα για να γίνει μια μητρόπολη, εκτός από ένα δημιουργικό πνεύμα που να ενώνει με οριζόντιες και κάθετες γραμμές, που να πολλαπλασιάζει και να συνδυάζει. Είναι κατασκευασμένη οριζόντια και κάθετα, όπως τα ορυχεία, όπου υπάρχει πάντα κάποιος που αναλαμβάνει να φέρει στην επιφάνεια αυτό που σκάβεται στο βάθος.

Είναι μια από τις πιο όμορφες πόλεις της Ελλάδας, όπου υπάρχουν τα πάντα για να ζεις καλά, εκτός απ’ τη ζωή. Κατασκεύασε ένα τεράστιο κτήριο, αρχίζοντας, όπως είναι σωστό, από τα θεμέλια και συνεχίζοντας όροφο με όροφο και θαυμάσιες προσόψεις. Αλλά, ύστερα, αντί να πάει να κατοικήσει στο ρετιρέ, βολεύτηκε στο υπόγειο. Είναι ένα καταπληκτικό υπερωκεάνιο άλλης εποχής, με πανίσχυρες μηχανές, και γέφυρες περιπάτου, σαλόνια και πισίνες, οι ταξιδιώτες όμως είναι αναγκασμένοι να ζουν στο μηχανοστάσιο, ρίχνοντας κάρβουνο στον λέβητα.

Η πλήξη της Θεσσαλονίκης, μια πλήξη δημιουργική, γλυκιά και ήρεμη, που μειώνει την απόσταση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, ξεκινά από εδώ. Και από εδώ έρχεται ακόμη αυτή η περίεργη στοργικότητα του σαλονικιότικου χαρακτήρα, που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε  «υπο-ρεαλισμό» (υπάρχει κι αυτός στον κόσμο, εκτός από τον ρεαλισμό, τον υπερρεαλισμό,  τον σουρεαλισμό και τον α-ρεαλισμό): μια κουλτούρα στιβαρή και παραγωγική, αλλά ρέπουσα στο να βλέπει στους ανθρώπους και στη ζωή λιγότερα από τα υπάρχοντα πράγματα. Εκτός κι αν προσθέσουν τον διάβολο. Όχι λόγω προκατάληψης ή πίστης, αλλά έτσι, στα κλεφτά, για να ισοσκελίσουν τον λογαριασμό και να καλύψουν το έλλειμμα.           

Στο κείμενο του Φοίβου οι εικόνες είναι από έργα του έξοχου, σύγχρονου, Έλληνα ζωγράφου Γιάννη Σταύρου, που κατάγεται απ την Χίο, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα.