Ελένη η Ομορφη: η πρώτη Ελληνιδα ζωγράφος με μια ζωή πέρα απ την ανθρώπινη αντοχή

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Μια φορά ήταν ένας αγωνιστής για την Ελλάδα, στον αγώνα κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από ένα μικρό πανέμορφο νησάκι, τις Σπέτσες. Αυτός, ο Γιάννης Μπούκουρας, που στα αρβανίτικα θα πει «όμορφος», έκανε έναν γιο και μια κόρη, που την είχε πολύ χαϊδεμένη! Είχε γεννηθεί το κορίτσι και το 1821, με το που άναψε η σπίθα της επανάστασης και το χε μεγάλο καμάρι ο πατέρας. Και εκείνη, η Ελένη Μπούκουρα, η Ελένη η όμορφη, σα να λέμε, είχε ένα ταλέντο απ την ώρα που περπάτησε που την έκανε ξεχωριστή απ όλα τα αλλά παιδιά. Ζωγράφιζε. Αγίους, θάλασσες, ουρανούς, φουρτούνες, καράβια, φεγγάρια, ήλιους, ζωγράφιζε. Και έκλεβε τα  αποκέρια και έβαζε τις φίλες της να πόζαραν στην αυλή του σχολείου -να έτσι κάνε και έτσι και πιο πάνω το χέρι- και όλο την έπιαναν οι δάσκαλοι και την τιμωρούσαν. Όμως είχε αυτό το ένθεο πράγμα, το ταλέντο που κανείς δε ξέρει πως διαλέγει και φωλιάζει όπου εκείνο με καπρίτσιο, διαλέγει. Οι εποχές ήταν φυσικά απαγορευτικές για τις γυναίκες, αλλά ο αγωνιστής, ο Γιάννης ο Μπουκούρας, προσέλαβε δάσκαλο στο σπίτι τον καθηγητή του Σχολείου των Τεχνών, Ραφαέλο Τσέκκολι για να μάθει η Ελένη η Όμορφη καλά τα μυστικά της τέχνης. Σύντομα όμως δεν χώραγε στις γνώσεις τους δασκάλου της. «Να φύγει. Μόνο στην Ιταλία θα μάθει παραπάνω». Στην Ιταλία; Μα δεν δέχονται γυναίκες οι σχολές, ούτε ταξιδεύουν και ζουν μόνες! Πως θα μετρηθεί στο κόσμο των ανδρών, αυτή η νησιωτοπουλα, απ τις μικρούλες Σπέτσες; Η Ελένη με τον πατέρα της ένθερμο υποστηρικτή της, ντύνεται άνδρας και φεύγει το 1848 για Ιταλία.

Η Ελένη που έγινε αγόρι και σπούδασε ζωγράφος

Η Ελένη η όμορφη, γινεται Χρυσίνης και ως νεαρός άνδρας βρίσκεται στην Νάπολη, στην Ρώμη, στην Φλωρεντία. Πανηγυρικά μπαίνει στο άβατο της Καλλιτεχνικής Ακαδημίας της Ρώμης, στη σχολή των Ναζαριστών, 1847-50, στην Φλωρεντία 1850- 51 και της Νάπολης. Και στο μέλλον θα είναι η μόνη που λογίζεται ως πρώτη απόφοιτη των μεγάλων σχολών. Ως “νεαρός Έλληνας” παθιασμένος, πυρετωδώς ζωγραφίζει, δεν σταματά ποτέ, όλο θέλει να μαθαίνει, όλο να ξενυχτά πάνω απ τους καμβάδες και τα χρώματα. Αριστεύει. Αποσπά τον θαυμασμό των συμφοιτητών. Εντυπωσιάζει τους καθηγητές. Ένα βράδυ γιορτάζεται ο αγώνας του νεοσύστατου Ελληνικού Έθνος και πάνω στην χαρά και τον ενθουσιασμό ο νεαρός Έλληνας -η Ελένη η όμορφη!- ακούγοντας μια όμορφη Ελληνίδα να απήγγειλε, φλογερά, ένα ποίημα του Ρήγα Φεραίου, την αρπάζει και την φιλά!…Σκάνδαλο! Αυτό το ήθος, αυτή η ελευθεριότητα δεν ταιριάζει με την Σχολή, με την Ιταλία, με τον Καθολικισμό. Ντροπή. Ο Έλληνας παρά τις επιδόσεις του πρεπει να αποβληθεί. Η Ελένη Μπούκουρα αποκαλύπτει την ταυτότητα της στο συμβούλιο των καθηγητών. Τίποτα σκανδαλώδες δεν υπήρξε. Μόνο η χαρά ανάμεσα σε δυο Ελληνοπούλες και το πάθος εκείνης να γίνει σπουδαία ζωγράφος.

Ενας έρωτας, παιδιά εκτός γάμου, καθολικισμός

Η Ελένη, πια, γινεται θέμα συζήτησης παντού και θρύλος ανάμεσα στους φοιτητές, αποκτώντας ένα πλήθος αφοσιωμένων θαυμαστών. Ανάμεσα τους και ένας πολύ νεαρός, πολύ ταλαντούχος καθηγητής της. Ο Φρανσίσκο Σαβέριο Αλταμούρα! Επαναστάτης, μαχητής με τους αγωνιστές του Γκαριμπάλντι, ζωγράφος παράφορος και εκείνος. Η Ελένη ναι, ερωτεύεται βαθιά και για πάντα. Αποκτά μαζί του, εκτός γάμου, τρία παιδιά, τον Ιωάννη, την Σοφία και τον Αλέξανδρο. Αναγκάζεται να ασπαστεί τον καθολικισμό. Παντρεύονται…

Ο χωρισμός για μια άλλη και πίσω στην Ελλάδα

Η κοινή τους ζωή και η ευτυχία τους θα διαρκέσει λίγο. Εκείνος ερωτεύεται μια άλλη. Είναι ζωγράφος επίσης και φίλη της Ελένης. Η Αγγλίδα  Τζέιν Μπένμαν Χέυ. Θέλει να ζήσει μαζί της. Εγκαταλείπει την Ελένη και τα δυο του παιδιά, παίρνοντας μαζί του στην Αγγλία, μόνο τον Αλέξανδρο! Εκείνη, η γυναίκα που αψήφησε κοινωνικές συμβάσεις, θρησκευτικούς κανόνες, απαγορεύσεις, οικογενειακούς νόμους, θα περιμένει μέχρι τον θάνατο της, τον σύζυγο της, τον Σαβέριο της, να γυρίσει κοντά της. Μάταια. Παρ όλα αυτά η Ελένη επιστρέφει στην Ελλάδα με τα άλλα δύο παιδιά της και ζει στην Αθήνα, σε ένα φωτεινό σπίτι στην Πλάκα. Ο πατέρας της, εκείνος ο αγωνιστής που γράφουν τα βιβλία, με την ευρύτητα πνεύματος μπροστά απ την εποχή του, καλλιτεχνική φύση ο ίδιος, έχει χτίσει το πρώτο θέατρο στην Αθήνα, το «Θέατρον Μπούκουρα». Η Ελένη ζει την πιο δημιουργική της περίοδο, όπου ζωγραφίζει πολύ και παραδίδει μαθήματα σε Αρσακειάδες και σε κόρες και κυρίες από εύπορες οικογένειες. Ανάμεσα στις μαθήτριές της, μάλιστα, ήταν και η βασίλισσα Όλγα. Παρά το φύλο της κατάφερε να καταξιωθεί ως εκπαιδευτικός και ζωγράφος και να γίνει μέλος της εξεταστικής επιτροπής του Καλλιτεχνικού Τμήματος του Πολυτεχνείου. Στα χνάρια της και σε εκείνα του πατέρα του, βρέθηκε και ο γιος της Ιωάννης Αλταμούρας, που πήγε με υποτροφία στην Κοπεγχάγη, να μαθητεύσει πλάι στον ζωγράφο Καρλ Φρέντερικ Σόρενσεν. Όμως, η τακτοποιημένη, δημιουργική και αρμονική ζωή της Ελένης, θα κρατήσει πάλι πολύ λίγο και θα της επιφυλάξει τραγικό μέλλον.

Τραγωδία

Το 1872 αρρωσταίνει από φυματίωση, ολέθρια και μοιραία ασθένεια, τότε, η κόρη της η Σοφία. Η Ελένη πάει στο σπίτι του αδελφού της στις Σπέτσες προκειμένου να αλλάξει αέρα το άρρωστο παιδί της και να γιατρευτεί. Το κορίτσι πεθαίνει σε λίγους μήνες, αφού που πρόλαβε να κλείσει τα 18 του χρόνια. Μετά τον θάνατο της κόρης της, στα μαύρα τυλιγμένη απόλυτα θλιμμένη, βουτηγμένη στην οδύνη, η Ελένη επιστρέφει στην Αθήνα. Θα πάρει κουράγιο να συνεχίσει να ζει, θα ανασκιρτήσει, θα χαμογελάσει ξανά, θα ζωγραφίσει πάλι. Τέσσερα χρόνια αργότερα επιστρέφει ο γιός της, ο Ιωάννης, μες στη χάρη του ταλέντου και μιας ομορφιάς ξεχωριστής, που θα γίνει ο πρώτος και σπουδαιότερος θαλασσογράφος της Ελλάδας. Πόση χαρά, πόσο καμάρι παίρνει εκείνη η μάνα Ελένη. Ίσα για να τονιστεί η επόμενη οδύνη! Δυο χρόνια αργότερα  ο Ιωάννης προσβλήθηκε και αυτός από φυματίωση. Στα μέσα  Μάη όλο ζέστη και λουλούδια, στα 1878, ο Ιωάννης αφήνει την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της μάνας του. Ήταν 26 χρόνων.  Η Ελένη χάνεται μέσα σε ωκεανούς οδύνης, απώλειας, ματαίωσης. Πρώτα παθαίνει νευρικό κλονισμό. Μετα οδηγείται κανονικά στην ίδια την ψύχωση.

Απόγνωση, οδύνη, ψύχωση

Η Ελένη σε ηλικία 60 ετών περίπου, επιστρέφει στις Σπέτσες που είναι θαμμένα στο νησί. Κάνει σπίτι της, μια ερειπωμένη αποθήκη γεμάτη αράχνες και σκουπίδια, με κουρελιασμένα στρωσίδια και σκοτεινιά. Η ίδια γυρνάει τις νύχτες και κρύβεται τις μέρες, αρνούμενη να συναντήσει άνθρωπο. Κάποιο βράδυ, ξεθάβει τα παιδιά της και τα φέρνει στο σπίτι. Ένα άλλο καίει και κάνει στάχτες όλα της τα έργα. Τα βραδιά ουρλιάζει και τραγουδά ακατάληπτα και οι φωνές φτάνουν στα σπίτια των Σπετσιωτών που θα θυμούνται εκείνη την αποθήκη, σαν μέρος “στοιχειωμένο”. Κάποτε θα φτάσει στο μικρό ωραίο νησί, ο γιος της Αλέξανδρος, μετα από αποχωρισμό ζωή, για να την ανταμώσει πρώτη  και μοναδική φορά! Από μωρο έχει να τον δει η  βασανισμένη γυναίκα, τον «Σάντρο» της. Εκείνος τρόμαξε! Μια γυναίκα άγρια, ερημίτισσα, με αλλόκοτη εμφάνιση, ακατάληπτη. Φεύγει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Μόνη της. Ερημιά. Απελπισία όπως έχει ζωγραφίσει κάποτε έναν πίνακα της. Όλο παλεύει να αυτοκτονήσει, να πάει όπου τα παιδιά της, να πεθάνει, να εξαφανιστεί, να σταματήσει ο πόνος της. Μα έζησε ως τα βαθιά γεράματα!

Μια συνέντευξη στην Καλιρρόη Παρρέν

Μια φορά, υπέκυψε στην επιμονή μια άλλης σπουδαίας γυναίκας, της  Καλλιρρόη Παρρέν, που την επισκέφθηκε για να της πάρει συνέντευξη «Εφημερίδος των Κυριών», στις Σπέτσες και την πήρε για λίγες μέρες μαζί της στην Αθήνα. «Ανήκει εις τας προσωπικότητας εκείνες ας και ο οξυδερκέστερος ψυχολόγος αδυνατεί να χαρακτηρίσει εκ πρώτης όψεως», έγραφε η Καλλιρρόη Παρρέν. Η Ρέα Γαλανάκη στο βιβλίο της για εκείνη, «Ελένη ή ο Κανένας», σημειώνει πως  «… ταράχτηκα από μίαν άγνωστη γυναίκα, που κατέφθασε μια μέρα από την Αθήνα στο νησί ζητώντας να συναντήσει τη ζωγράφο Ελένη Αλταμούρα. Αρνήθηκα να τη δεχτώ. Καθώς της απαντούσα με τη Λασκαρίνα ότι εδώ και χρόνια δεν δεχόμουν επισκέψεις, αναρωτιόμουν ποιαν από όλες τις Ελένες που υπήρξα εννοούσε ακριβώς, και τι άραγε θα της ζητούσε… Η επισκέπτρια μού ζήτησε ευγενικά να δει τα έργα μου. Της έδειξα πάνω στον τοίχο τη ζωγραφιά του «Αγγέλου με την Κόρη». Ήταν η μόνη που είχε διασωθεί, αφού μιλούσε για τον αρραβώνα της Σοφίας. Έριξε μια ματιά και σε κάποιες μεταγενέστερες σπουδές, καμωμένες σε ώρες αργίας και μελαγχολίας με μαύρο μολύβι ή μελάνι».

Ενας μπλε, μικρός Αρλεκίνος, στοιχειώνει τις Σπέτσες

Πεθαίνει το βράδυ στις 19 Μάρτη, ξημερώματα Δευτέρας 20 του μήνα, του 1900, μονάχη της, χωρίς κανείς, να μοιραστεί μαζί της την αγωνία των τελευταίων στιγμών, η τη χαρά της που τελειώνει η πολύκλαυτη ζωή της, ποιος να ξέρει. Οι Σπετσιώτες την θεωρούσαν τόσο αλλόκοτη και απόκοσμη που ήταν, μάγισσα. Τη θάβουν την ίδια μέρα που την βρήκανε νεκρή, άρον-άρον προτού προφτάσουν να έρθουν απ΄ την Αθήνα οι συγγενείς της. Σφραγίζουν μάλιστα και το σπίτι της! Όταν ο αδερφός της, ο Αναστάσης θα ανοίξει το σπίτι της αγαπημένης αδελφής του, θα βρει μέσα στα χαρτιά της κάποια λίγα σχέδια. Χαϊδεύει και φυλάει προσεκτικά, το τελευταίο της δημιούργημα. «Το στοιχειό του σπιτιού των Σπετσών». Είναι μια μικρή μπλε και μοβ ακουαρέλα ενός Αρλεκίνου με μεσαιωνικό κοστούμι, που τρέχει στον αέρα με στιλέτο και μάσκα, ανεμίζοντας τον μανδύα του. Στην κατοχή, πια, των κληρονόμων του αδερφού της, σώζονται έξι ελαιογραφίες, γύψινα προπλάσματα, σπουδές και σχέδια και στο Αρσάκειο εκείνη η προσωπογραφία της που είναι ντυμένη καθολικός μοναχός και ζωγραφίζει…

Η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος

Άφησε πίσω της ελάχιστα έργα, ένα παιδί μακριά της πολύ, που δεν ξαναείδε ποτέ της και σύντομα ξεχάστηκε πως υπήρξε καν και άλλαξε τον κόσμο, φέρνοντας στα μέτρα των ονείρων της για λίγο. Ακόμα και το θέατρο του πατέρα της, γκρεμίστηκε και μόνο το όνομα μένει εκεί, «Πλατεία Θεάτρου». Χρόνια πολλά χρειάστηκαν για να σταθούν σ αυτην την ξεχωριστή ύπαρξη γυναίκες κυρίως, σύγχρονες δημιουργοί και να φωτίσουν μια ζωή τραγική, αλλά μια γενναίας ψυχής, μπροστά απ την εποχή της, που πίστεψε στη ζωή, που κυνήγησε και άρπαξε το όνειρο, που άλλαξε τον καιρό της και που συντρίφτηκε απ τον αδυσώπητο πόνο, τη τραγωδία μιας μάνας να χάνει παιδιά…