Δάκης: Τον αγαπήσαμε, τον θυμόμαστε, πάντα νέο, ποπ και Αλεξανδρινό

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Γεννήθηκε Αύγουστο σε αιώνια ζεστή, θρυλική πόλη, στην Αλεξάνδρεια, εκείνο τον ισθμό, που σχεδόν επιπλέει στο νερό, ανάμεσα στην Μαρεωτίδα λίμνη και στην Μεσόγειο, την πιο όμορφη θάλασσα του πλανήτη. Και τραγούδησε για καλοκαίρια. Τόσα καλοκαίρια. Αυτό το καλοκαίρι. Εκείνο το καλοκαίρι. Το μαγεμένο καλοκαίρι.  Με το DNA ή την αίσθηση μόνο της μίξη της Ιστορίας, των πολιτισμών των Αιγυπτίων, των Ελλήνων Πτολεμαίων, των Αράβων, των Ρωμαίων μέσα του θα υπάρχει πάντα εκείνη η πόλη και τα παιδικά του, χαϊδεμένα απ την απόσταση του χρόνου και του τόπου, χρόνια. Μίλαγε στον μπαμπά του στον πληθυντικό. Εκείνος μεγάλωνε και άκουγε στο ράδιο – κομψό έπιπλο τραγούδια. Ο γονιός πήγαινε και του το έκλεινε. Ο μπαμπάς ήταν μεγάλο – λογιστής. Η μαμά αγαπούσε τις τέχνες. Ο μικρός Βρασιδακης επρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα στο ιδανικό του υψηλού της αισθητικής και στην πρακτικότητα της εργασίας για υλικές ανέσεις…

Και γύρω του η εκμαυλίστρια πόλη, η γοητεία και η σαγήνη της, φανερωμένη στους τέλειους στίχους του Μέγα Αλεξανδρινού, του Κωνσταντίνου Καβάφη, ή στα τόσο φωτεινά και εξαϋλωμένα χρώματα. Πάει σχολείο στο Πατριαρχικό Γυμνάσιο. Μιλάει άψογα, όπως όλοι οι Έλληνες Αλεξανδρινοί, πάντα, πολλές γλώσσες, με άνεση. Ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά και αραβικά! Είναι η εποχή που η Αλεξάνδρεια έχει πίσω της τους μεγάλους διανοητές, θεολόγους και σοφούς. Ο Αιγυπτιώτης, επίσης Κλοντ Φρανσουά ή Cloclo το απόλυτο ποπ είδωλο της Γαλλίας, τραγουδά την τεράστια επιτυχία Alexandrie Alexandra, και πως οι εκμαυλίστριες Σειρήνες στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας ακόμα τραγουδούν και τα ιδανικά φώτα του Φάρου της Αλεξάνδρειας καίνε καταστρέφοντας τα φτερά από τις πεταλούδες της νιότης του. Η Δαλιδά είναι Ιταλίδα, είναι Γαλλίδα, είναι πάνω απ όλα και στην αφετηρία Αιγυπτιώτισα και γινεται το μέγιστο είδωλο του κόσμου όλου. Και του Δάκη φυσικά. Κάποτε σε ένα φεστιβάλ θα την συναντήσει. Πάει να της μιλήσει και τρέμει. Η φωνή του εγκλωβίζεται στο σώμα, τα χέρια του τρέμουν. Εκείνη αφού τον κοιτάζει περιμένοντας, θα φύγει για πάντα στερώντας του ευκαιρία να της πει πως τη θαυμάζει, πως ακολουθήσε τα βήματα της, πως είχε και αυτός την ίδια αφετηρία στην επιτραπέζια μονόπολη της ζωής του και έριχνε τα ζάρια, όπως εκείνη, διαβάζοντας αριθμούς της τύχης, σε πολλές γλώσσες και ιδιαίτερη ευαισθησία.

21! 21 ετών ήρθε στην Αθήνα για λίγο, σε ένα σταθμό για την Γαλλία, που ήταν ο προορισμός του, εκεί που ήταν και η Δαλιδά, ντε! Και έμεινε για πάντα. Τον λέγανε «τραγουδιστή των σαλονιών». Εκείνος ντρεπόταν. Και γέλαγε. Πάντα γέλαγε. Και ήθελε μόνο να λέει ωραία τραγούδια. Λάτρευε το η Όμορφη πόλη. Τον σημάδεψε η Μπαλάντα των αισθήσεων. Εκτιμούσε τη φωνή του Καζαντζίδη και τις μελωδίες του Τσιτσάνη. Τραγούδησε στο άνοιγμα της συναυλίας των Rolling Stone στην Αθήνα. Δεν τους γνώρισε. Δεν του άρεσαν. Δεν το χε και κάτι σημαντικό. Και ήταν σαν αγόρι, αυγουστιάτικος έφηβος, όλο ήλιο και χαμογέλα. Και ήταν πάντα καλοντυμένος. Ένας κινούμενος ανδρικός φάρος μόδας. Με καμπάνα παντελόνια, με μεσάτα σακάκια, με χρωματιστά πουκάμισα μακριών, μυτερών γιακάδων, με γυαλιά τεράστια, σκοτεινά για να κρύβουν το κοίταγμα και τη ένταση του βλέμματος. Φαινόταν η αγάπη στα μεταξωτά μαντήλια, στα ακριβά αρώματα, στις πολυτέλειες των υφασμάτων. Τα κορίτσια κάνανε λευκώματα με τις φωτογραφίες του, που κόβαν προσεκτικά από περιοδικά και τις κολλούσαν σε χρωματιστά τετράδια, με ροζ καρδούλες αυτοκόλλητα. Ούρλιαζαν άμα τον βλέπαν. Του έσκιζαν τα ρούχα και ζητούσαν τούφες απ τα λαμπερά, ωραία πάντα και καλοχτενισμένα μαλλιά του. Χρόνια, προς το τέλος, έζησε στην Κύπρο. Στη Λευκωσία. Του άρεσαν οι ήσυχες θάλασσες της. Του θύμιζε την χαμένη Αλεξάνδρεια!

Η βελούδινη χροιά του, πάντα με μια ελαφρότητα νεανική στα τελειώματα των στριφογυρισμάτων της, με δραματικότητα μνήμης και περισυλλογής, λέει ιστορίες όχι για σβησμένα καλοκαίρια απλά, αλλά για άπιαστες ευκαιρίες και υποσχέσεις ευτυχίας, για τελειωμένη νιότη, για αγάπες που προσπέρασαν. Βάζει ήχο για δύση ηλίου και όχι για ανατολή, για τα καράβια που δεν προλάβαμε να αποβιβαστούμε και σάλπαραν χωρίς εμάς, για τα μικρά νησιά του Αιγαίου που όταν φτάσαμε είχε περάσει το καλοκαίρι, για γεμάτους λουλούδια κήπους σε ιδεατές Κηφισιές, που τους πρόλαβε το φθινόπωρο. Μπορεί οι στίχοι να λένε άλλα, μα η φωνή μ εκείνη την αδιανόητη αλεξανδρινή μελαγχολία της, μιλά ζαχαρωμένα κάποτε, για όλες τις λέξεις που δεν τολμήσαμε να πούμε και όλα τα αγγίγματα που δεν αποτολμήσαμε. Και όλα αυτά που δεν συμβήκαν. Ο Χατζιδάκις που δεν τραγούδησε και ήθελε τόσο. Τα παιδιά που δεν απέκτησε και έλεγε δεν τον νοιάζει. Η σκηνή που ήθελε να πεθάνει, τραγουδώντας, αλλά τον πρόλαβε ένα νοσοκομειακό κρεββάτι. Έλεγε, άμα πιστεύεις κάπου, το θαύμα μπορεί να γίνει. Δυστυχώς, όχι πάντα…