Εμείς οι άνθρωποι, είμαστε αλλόκοτα όντα. Εμείς οι άνθρωποι, πότε αγαπούμε, πότε πληγώνουμε και πότε σκοτώνουμε. Καμία φορά, πράττουμε τα παραπάνω διαδοχικά και αυτό είναι θλιβερό και καταδικαστέο. Στο πλαίσιο αυτό ασκούμε βία. Βία λεκτική, σωματική, που γίνεται ψυχολογική, που γίνεται αυτοκαταστροφική, που γίνεται θανατηφόρα.

Ξέρετε, όταν βγαίνεις να μιλήσεις δημόσια και να θέσεις τον εαυτό σου έκθετο, εκφράζοντας μια παρελθούσα κατάσταση που σε πλήγωσε στην οικογένεια, στο σχολείο, στη δουλειά, στη σχέση και σε ακολουθεί για όλη σου τη ζωή, λέγεσαι θύμα με μια αρνητική χροιά, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια τρομερά θαρραλέα κίνηση. Και δυστυχώς, υπάρχουν και τα θύματα εκείνα που δεν ανησυχούν, δεν αντιδρούν, είναι πεπεισμένα πως δεν είναι θύματα γιατί ακριβώς τους έχει καταπιεί ο ρόλος του θύματος που ασυνείδητα επιτελούν. Συντάσσονται με τον θύτη από φόβο, από εξάρτηση, από ανευθυνότητα, από χαμηλή αυτοπεποίθηση, γιατί δεν ονειρεύτηκαν τη ζωή αλλιώς και αυτό μπορεί να λάβει προεκτάσεις από την ιδιωτική σφαίρα έως τη δημόσια. Πράγματι λοιπόν, κάποτε ήσουν θύμα και υπέστης τις συνέπειες. Το ερώτημα είναι (εκ των πολλών) ποιος να σε ακούσει; ποιος να καταλάβει; Ποιος να κατανοήσει τον πόνο, τους εφιάλτες, την αϋπνία, τα σπυριά από το άγχος, τους ιλίγγους, τις διαταραχές, την ανισορροπία στις ανθρώπινες σχέσεις, ως αποτέλεσμα κάποιας παρελθούσας βίας, που ποτέ δεν μπορούσες να αποδείξεις, ποτέ δεν φαινόταν στους τρίτους και αυτό ακριβώς είναι εκείνο που σε έπειθε και αμφισβητούσες τον ίδιο σου τον εαυτό λέγοντας του: «Έλα μωρέ, συμβαίνουν αυτά…το είπε και ο τάδε».. μα τι ξέρει ο τάδε; Η συμπεριφορά δεν φαίνεται. Είναι άνεμος. Δεν φαίνεται. Γίνεται όμως αισθητή και ακριβώς όπως ο άνεμος που είναι αόρατος, είναι ικανός να ξεριζώσει δέντρα, έτσι και μια συμπεριφορά είναι αόρατη και είναι ικανή να ξεριζώσει καθημερινότητες. Υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά των ανθρώπων, όπως η ευγένεια, η προθυμία, η φιλικότητα, ο σεβασμός, η αγάπη, η ξεγνοιασιά, η στοργή που δρουν και αντιδρούν ως χημικές ενώσεις όταν συμπορευτούν με μια άλλη συμπεριφορά και όταν βρουν μια όμοια συμπεριφορά δημιουργούν την ευτυχία. Τι γίνεται όμως όταν αυτή η άλλη συμπεριφορά είναι κατ’ επίφαση όμοια, εν συνεχεία παλινδρομική και εν τέλει τοξική και νοσηρή;

Ο κάτοχος των παραπάνω αρετών, μισεί τον ίδιο του το εαυτό, επειδή ένας άρρωστος άνθρωπος, δεν είχε ποτέ τα κότσια να κοιτάξει ευθέως την ψυχή του και να δει (συγχωρέστε με), τα σκατά που κουβαλάει και αναπαράγει στην μέχρι πρότινος ανθρώπινη υπόσταση του, δεν είχε τα κότσια να δει, ότι δεν έλαβε ποτέ στοργή και αγάπη, ότι δεν έμαθε τα όρια, ότι δεν έμαθε τι σημαίνει ελεύθερη βούληση και συναισθηματική ακεραιότητα, ότι δεν έμαθε να ακούει «όχι». Τα παραπάνω χαρακτηριστικά, γίνονται κάρβουνα στις ψυχές των θυμάτων, που παλεύουν να ξεφορτωθούν για να λάβουν επιτέλους την «αποδοχή» του θύτη τους. Μα δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο. Ποτέ! Ο θύτης, γίνεται δικαστής. Μιλάει από έδρανο ψηλότερο από το μπόι του θύματος. Είναι συνήθως άνθρωπος που «ηγείται» της οικογενείας και είναι της διπλανής πόρτας, δεν έχει φύλο, είναι προϊστάμενος στη δουλειά, είναι προπονητής σε ομάδα, είναι διευθυντής σε εταιρία, είναι εστιάτορας, είναι, είναι. Πάντα κάτι είναι. Γιατί δυστυχώς κηλίδες της κοινωνίας, τέτοιους ανθρώπους τους θεωρεί ισχυρούς και τους προάγει (Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όποιος καταξιώνεται σε μια κοινωνία είναι απαραίτητα θύτης, προς αποφυγή παρεξηγήσεων), ενώ κατά βάθος είναι ανίσχυροι, που κρύβονται πίσω από τις θέσεις εξουσίας που καταλαμβάνουν κάθε φορά για να ξεσπάσουν τον θυμό τους, την σαδιστική τους ηδονή και να πάρουν την όποια αρρωστημένη επιβεβαίωση δεν έλαβαν ποτέ. Και αυτοί θύματα ήταν κάποιου κάποτε που τους έπεισαν ότι έτσι είναι οι άνθρωποι. Όμως το να είσαι θύμα, δεν σου δίνει κανένα δικαίωμα να βασανίσεις άλλες ψυχές. Με άλλα λόγια πιο συνοπτικά, οι θύτες «μπαζώνουν» το συναισθηματικό τους κενό με «κοινωνική καταξίωση» και εξουσία.

Ο κόσμος έχει αρχίσει και μιλά, για την ενδοοικογενειακή βία, για το μπούλινγκ στο σχολείο, για τα καψόνια στους στρατώνες, για τον ψυχολογικό πόλεμο που υφίστανται οι άνθρωποι από άλλους ανθρώπους. Στοχοποιεί τον θύτη και τον λοιδορεί. Καλά κάνει. Ως ένα σημείο βέβαια και στο μέτρο που δεν πράττει αυτό που πολεμά. Το στοίχημα ωστόσο που καλείται η κοινωνία να κερδίσει, είναι να ενδυναμώσει το θύμα που υφίσταται τη βία και να του δώσει τα εφόδια να γνωρίσει τον εαυτό του, να το παροτρύνει να μιλήσει σε ειδικούς, ψυχολόγους, ψυχοθεραπευτές, κοινωνικούς λειτουργούς και σε κάθε επιστήμονα που επιτελεί το έργο του ισορροπιστή μιας ψυχής. Το θύμα δεν πρέπει να μείνει απροστάτευτο, όχι όμως μόνο από κάποιον εξωγενή φορέα. Να μάθει να προστατεύει τον εαυτό του. Το στοίχημα είναι να μάθουμε να γινόμαστε «πολεμιστές» και να «συντρίβουμε» οποιαδήποτε ψυχολογική επίθεση δεχόμαστε. Πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε, ότι τα ταλέντα μας και τα στοιχεία που μας κάνουν να διαφέρουμε και να ξεχωρίζουμε από τους άλλους, δεν είναι βάρος, αλλά προνόμιο, δώρο, χάρισμα. Μόνο σε αυτή την περίπτωση θα είμαστε σε θέση να προβάλλουμε τον καλύτερο μας εαυτό και να καταθέσει ο καθένας μας το ξεχωριστό του στοιχείο στην κοινωνία.

Ας διοχετεύσουμε την ενέργεια μας λοιπόν σε κάτι δημιουργικό και κάτι που θα μας αποφέρει αυτοπεποίθηση! Κανένας δεν έχει μεγαλύτερο δικαίωμα από εμάς στη ζωή και εφόσον όλοι κάποτε θα περάσουμε το κατώφλι του θανάτου, να μην αφήσουμε κανένα κέρατο να μας τρυπάει την καρδιά. Γιατρέψτε τη βία! Γιατρέψτε τη βία όχι δια της βίας, διότι ο θύτης και το θύμα είναι μέρος του ίδιου κύκλου, οι θύτες μπορούν να γίνουν θύματα και τα θύματα θύτες.

Ο Γιώργος Συμνιανάκης, γεννήθηκε στις 26/01/1994 και είναι φοιτητής του τμήματος φιλολογίας, στο ΕΚΠΑ. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα και έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ηθική Αυτουργία», από τις εκδόσεις «Ανώνυμο Βιβλίό», το 2016 και «Ο τοξότης», από τις εκδόσεις «Όστρια» το 2018. Ποιήματα του έχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά: «Homo Universalis», «fractal», «Μονόκλ», «ποιείν», «Με ανοιχτά βιβλία».

