Λαμπεροί, ταλαντούχοι, πανέμορφοι, προορισμένοι μοιραία για επιτυχία, να πέφτουν πάντα ο ένας πάνω στον άλλον, σε δρόμους που ενώνονται τυχαία και χωρίζουν ηθελημένα. Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, απ τον Πειραιά και η Αλίκη – Σταματίνα Βουγιουκλάκη απ το Μαρούσι ήταν φτιαγμένοι ο ένας για την άλλη, είτε το επέλεξαν είτε όχι. Καβγάδες, ανταγωνισμοί, καρφιά, μπηχτές, αντιπάθειες να χαρακτηρίζουν τη σχέση του, που βγάζει σπινθήρες για να γίνει φλόγα και εμπειρισμός όταν γίνονται ζευγάρι. Και επειδή οι φλόγες αφήνουν πάντα καρβουνά που καινέ, το ζευγάρι έμελλε να χωρίσει σε ένα από τα πιο επισοδειακά και έντονα διαζύγια της ιστορίας των διασήμων του ενχώριου στερεώματος. Γεννημένοι με έναν χρόνο διαφορά, βρίσκονται συμμαθητές στην Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και τσακώνονται!

Από το 1959 που θα συναντηθούν στα γυρίσματα της θρυλικής Αστέρως, θα κάνουν μαζί μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες και θα τσακώνονται! Το 1965 θα αποφασίσουν πως δεν ζουν χωριστά και θα παντρεύονται κανονικά ύστερα από καμία 10αραια κινηματογραφικούς μεταξύ τους γάμους και θα τσακώνονται. Θα πάρουν διαζύγιο το 1975, απ αυτά τα αιματηρά, τα απολίτιστα, τα παθιασμένα, τα μεσογειακά, τα απολύτως εχθρικά. Και θα χάσουν ην ευχαρίστηση τους να τσακώνονται. Όχι πως θα σταματήσει η μεταξύ τους ιστορία εκεί, αλλά θα κάνει μια προσωρινή διακοπή. Μια διακοπή για διαφημίσεις στην μέση της ταινίας του…

Το χειμώνα του 1971, η Αλίκη Βουγιουκλάκη αποκτά το δικό της θέατρο, στην οδό Αμερικής με τα όνομα της να λάμπει στα πολύχρωμα φώτα της κομψής εισόδου. Όλη η φιλότεχνη Αθήνα, χαιρετίζει το νέο θέατρο ως απαραίτητο επίτευγμα της θεατρικής λάμψης της εθνικής σταρ και του ποιοτική συζύγου της. Το θέατρο υπέρκομψο, πολύ προσεγμένο, πολύ στιλάτο θεωρείται το στολίδι της θεατρικής πιάτσας. Κάποιοι αστειεύονται μάλιστα, πως η Αλίκη φρόντισε ακόμη και την λεπτομέρεια, το έφιππο άγαλμα του Θεόδωρου Κωλοκοτρώνη να δείχνει την είσοδο του θεάτρου της! Κι όμως, όλη αυτή η υπερπροσπάθεια έχει φέρει το αγαπημένο ζευγάρι των εξώφυλλων και του κοινού σε κρίση. Είναι τσακωμένοι άγρια και τους καβγάδες τους ακούνε συνεργάτες και φίλοι, είτε στο σπίτι, είτε στην δουλειά. Βάζα να σπάνε, φωνές, απειλές, μούτρα και κλάματα απ την πλευρά της Αλίκης. Έχουν αποφασίσει να ανεβάσουν στο καινούργιο θέατρο τον έργο του Γ. Ρούσου «Βασίλισσα Αμαλία». Ο Παπαμιχάηλ θυμωμένος αρνείται να παίξει. Τον ρόλο του ως Καλλέργη αναλαμβάνει ο Κώστας Πρέκας. Ο τελευταίος φωτογραφίζεται μάλιστα με τον θίασο στις καθιερωμένες πόζες κάθε επικείμενης παράστασης, όταν ο Παπαμιχάηλ επιστρέφει και ο Πρέκας αναγκαστικά αναχωρεί. Το έργο έχει επιτυχία, συνεχίζεται και το καλοκαίρι. Η κατάσταση μεταξύ τους, όμως δεν φτιάχνει. Τεράστιο πεδίο αντίθεσης μεταξύ τους, παραμείνει η δουλειά! Ο ανταγωνισμός που ολοφάνερα υπήρχε μεταξύ τους απ τις μέρες της σχολής, εδώ, ελοχεύει ακόμη πιο ύπουλος, περισσότερο υποδόριος και καταλυτικός. Η Αλίκη αντιδρά δυναμικά στους καβγάδες, αλλά είναι αποφασισμένη να κρατήσει τον γάμο της για αυτό συχνά υποχωρεί.

Παντού όχι μόνο ακούγεται -αλλά και τοξικά γράφεται!- πως ο Παπαμιχαήλ συχνά σηκώνει χέρι. Η περηφάνια της Αλίκης, δεν ανέχεται κάτι τέτοιο. Λέγεται πως κάποτε μια άσπονδη φίλη της και πρωταγωνίστρια επίσης την τηλεφώνησε όλο ενδιαφέρον: «Αλικάκι μου;» την ρώτησε τάχα ανήσυχη, «αλήθεια αυτός σε βαράει;». Η Αλίκη μετά από μια σύντομη παύση έβαλε το δίκιο στον τόπο. «Ακου λίγο» απάντησε «αν με χτυπάει και εγώ μένω είμαι άξια της τύχης μου, αν όμως με χτυπάει και εμένα μ αρέσει τότε βρήκα τον άνθρωπο μου. Και «αυτός», όπως τον απεκάλεσες είναι ο άνδρας μου».

Ο Δημήτρης επιμένει πάντα η Αλίκη να μην κάνει κινηματογράφο, να μην κάνει τηλεόραση και άλλα εμπορικά πράγματα αλλά να αφοσιωθεί στο θέατρο και στους απαιτικούς μεγάλους ρόλου του διεθνούς ρεπερτορίου. Η Αλίκη αν και φέρει πάντα περί πολλού το με αγώνες κατακτημένο τίτλο της εθνικής σταρ, υποχωρεί. Στο νέο τους θέατρο ανεβάζουν το αντιεμπορικό έργο, «Οι φυλακισμένοι της 2ας λεωφόρου» και σημειώνουν παταγώδη αποτυχία. Σε ένα μήνα το έργο κατεβαίνει και ανεβάζουν την Θεατρίνα, του Μπερνάρ Σω, ένα έργο κομμένο και ραμμένο πάνω στην Αλίκη, που σκίζει. Όμως η σχέση τους δείχνει να έχει τελειώσει. Ατελείωτοι τσακωμοί και καβγάδες. Οι φίλοι γύρω τους, δεν ξέρουν που να κρυφτούν, το παιδί φυγαδεύεται συχνά μακριά τους, οι συνεργάτες κάνουν πως δεν ακούνε. Βίαια ξεσπάματα και αγριάδες και συνέχεια κλάματα. Η Αλίκη θυμάται πάλι την φοιτητική της βρισιά για τον Δημήτρη. «Πειραιώτης αλητακός». Στην σκηνή του θεάτρου φιλιούνται και ερωτεύονται και έξω απ αυτήν είναι εχθροί, έτοιμοι να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον. Οι φίλοι της Αλίκης ακόμη μιλούν για ένα ανταγωνισμό απ την πλευρά του Δημήτρη που αυτή προσπαθούσε να κάνει πως δεν καταλαβαίνει και υποχωρούσε. Οι φίλοι του Δημήτρη μιλάνε για δυο προσωπικότητες πολύ δυναμικές που ήταν πλασμένες η μια παραπληρωματική στην άλλη και που μαζί δεν μπορούσαν αλλά και χώρια, δεν ήταν γραφτό να βρίσκονται. Η σύγκρουση ήταν μοιραία.

Προσποιούνται συχνά το αγαπημένο ζευγάρι που αλληλοθαυμάζεται. Όμως, όταν φτάσουν στις αίθουσες των δικαστηρίων οι λεπτομέρειες της δίκης θα τους κάνουν βορρά στην ειδωλοφαγία του κοινού και του τύπου. Και ενώ ο γάμος διαλύεται στις 5 Ιουλίου του 1975, τα πρωτοσέλιδα περιγράφουν την κατάσταση: «Ξυλοδαρμοί και επισόδεια – βγήκε το διαζύγιο Βουγιουκλάκη – Παπαμιχήλ» η «Με έδειρε την πρώτη νύχτα του γάμου μας». Αρχίζουν αμέσως μετά τα δικαστήρια για το μοίρασμα της περιουσίας τους.

Ο Παπαμιχαήλ δεν διεκδικεί το σπίτι της Στησιχόρου, που είχε αγοραστεί πριν τον γάμο τους από την Αλίκη. Διεκδικεί όμως αντικείμενα αξίας μέσα απ το σπίτι που αποτελούσε κοινή κατοικία. Η Αλίκη αρνιέται να τα δώσει και μάλιστα αλλάζει κλειδαριές στις πόρτες για να μη μπει ο Παπαμιχαήλ και τα αποσπάσει ενώ η ίδια λείπει. Τα δικαστήρια επιτάσσουν τα αντικείμενα να μοιραστούν. Η Αλίκη, υποχρεωτικά, συναινεί. Ο Παπαμιχαήλ ζητάει, τώρα, μοίρασμα του σπιτιού στον Θεολόγο, της «βίλας» όπως την ονομάζει, των οικοπέδων και του θεάτρου. Κατασχέσεις, καταγραφές, μεσοεγγυήσεις, ασφαλιστικά μέτρα, μηνύσεις για κλοπές και αμέτρητα πρωτοσέλιδα. Στη μέση το παιδί τους. Ο Παπαμιχάηλ να ζητάει να πάει ο Γιάννης μαζί του και τα δικαστήρια να το δίνουν στην μάνα.

Στα χρόνια που ακολουθούν ο Γιάννης δένεται πιο πολύ με την μητέρα του, η οποία σύμφωνα με όσους τους έζησαν από κοντά, δεν του χάλαγε χατίρι. Ο πατέρας όποτε βλέπει τον γιο αφήνει αιχμές για την πρώην σύζυγο του και το παιδί μαθαίνει να ζει έτσι. Στο τέλος του έργου ή μάλλον στα σίκουελ που ακολουθούν, ενώ η Αλίκη αφήνει τα πάντα στον γιο της και το κύριο μέλημα της είναι να είναι ο Γιάννης πάντα καλά, ο Δημήτρης, αποκληρώνει το παιδί του, πράξη βαριά για κάθε άνθρωπο σε όλες τις γωνίες του κόσμου.

Τα δικαστήρια θα χωρίσουν περιουσίες, τα σπίτια θα μείνουν στην Αλίκη, που δουλεύοντας σκληρά θα αβγατίσει κι άλλο την προσωπική της περιουσία. Αυτοδημιούργητη και χρωστώντας μόνο στον εαυτό της, η Αλίκη θα θυμάται πάντα το κοριτσάκι στο Μαρούσι που δεν πήγαινε στα πάρτι και έκανε την άρρωστη γιατί δεν έχει παλτό να φορέσει και που τον πρώτο χρόνο στην σχολή είχε μόνο μια καφέ φούστα για καλή και κάθε μέρα.

Όταν ο θόρυβος του διαζυγίου κοπάσει, θα αφήσει να φανεί ένα πεδίο μάχης με δυο ανθρώπους – απόμαχους ενός γάμου, που κάποτε αγαπήθηκαν πολύ. Οι περιουσίες χωρίζονται, το παιδί παραμένει στην μέση και χρόνια μετά θα ξανασυναντηθούν στην σκηνή στο Εκπαιδεύοντας την Ρίτα, μιλώντας με λόγια θαυμασμού για το ταλέντο ο ένας του άλλου. Ταλέντα στην σκηνή και οι καβγάδες θα πάψουν να ακούγονται, πια, στα παρασκήνια. Αυτή θα παραδέχεται στις φίλες της πως μόνο αυτόν αγάπησε και θα ρωτάει τι πιστεύουν κι αν την αγάπησε κι αυτός. Και εκείνος, όταν η Αλίκη αρρωστήσει, πάνω απ το κρεβάτι της στο τελευταίο αντίο, θα φωνάξει ανάμεσα σε λυγμούς «Σήκω Πίπη να φύγουμε». Και ο χρόνος φτιάχνει τα δικά του ζευγάρια, σε μνήμες και συνειδήσεις. Και το σινεμά δεν επιτρέπει χωρισμούς. Το διαζύγιο των νομών, ακυρώνεται απ τους κινηματογραφικούς τους γάμους…

…Και για μας πάντα, η Αλίκη θα παντρεύεται τον Δημήτρη, κάτω από μια αψίδα σπαθιών απ τους αξιωματικούς του ναυτικού, η με ένα ματωμένο νυφικό με Γερμανούς στο κατόπι τους και θα βρίσκονται πάντα, οι δυο τους, σε ένα μεγάλο, ροζ και ευτυχισμένο νυφικό ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας νιώσει, κάπου, κάποτε, χτυποκάρδια στα θρανία της νιότης τους…

