Μπελ Ντα Κόστα Γκριν: Η μαύρη γυναίκα που άλλαξε την ιστορία των βιβλίων

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Μπελ Ντα Κόστα Γκριν! Ήταν καλλονή! Γυναίκα σε εποχή που δεν είχαν δικαιώματα! Μαύρη σε καιρούς που η δουλεία ήταν ακόμα ζωντανή ανάμνηση! Και λάτρευε τα βιβλία και τη γνώση! Και μόνη της μέτραγε όσο οι πιο ισχυροί άνδρες της Αμερικής. Και σε ένα κομμάτι μεγαλύτερο απ αυτό που της αντιστοιχούσε, ναι, άλλαξε τον κόσμο.

Φτιάχνοντας την Βιβλιοθήκη σπάνιων βιβλίων Τζι. Πι. Μόργκαν

Υπήρξε μια άγγελος φύλακας της γνώσης και των βιβλίων! Μια θεματοφύλακας των ιερών των ανθρώπων! Μια ταγμένη αγία των τυπωμένων στοιχείων, της βιβλιοδεσίας, της μυρωδιάς του χαρτιού, της αίσθησης του αγγίγματος πάνω στο εξώφυλλο που κλείνει σοφία! Κάτω από τα λαμπερά φώτα της ιστορικής Βιβλιοθήκης Μόργκαν, στην καρδιά του Μανχάταν, έγινε η αφοσιωμένη φύλακα των μεγαλύτερων πολιτιστικών θησαυρών του κόσμου!

Τρία αντίτυπα Βίβλου από τα χέρια του Ιωάννη Γουτεμβέργιου, που ορίσαν τη νέα εποχή των ανθρώπων!  Σπάνιες πρώτες εκδόσεις! χειρόγραφα κείμενα του Ντα Βίντσι, του Μότσαρτ, του Μιχαήλ Άγγελου, με τα σχέδια τους, τις εικονογραφήσεις του, ακόμα και τα αφηρημένα σχεδιάκια της σκέψης τους! Και ήταν εκείνη, μια μαύρη γυναίκα που κατάφερε να είναι η αυθεντία της βιβλιοθηκονομίας, από το 1905. Τα τελευταία 114 χρόνια, η Βιβλιοθήκη Μόργκαν είναι η πιο σημαντική κιβωτός της ιστορίας του ανθρωπίνου πνεύματος και αυτό, χάρη στην αφοσίωση, τις γνώσεις, το πάθος και το πείσμα της Μπελ. Και αυτή είναι η ιστορία της…

Ο πατέρας διπλωμάτης στη Σιβηρία και η εγκαταλειμμένη μάνα αρπάζει τη ζωή απ την αρχή

Το 1865 η δουλεία απαγορεύεται επίσημα στις ΗΠΑ με τον αμερικανικό Νότο να υποκύπτει μετα από μεγάλη αντίσταση στη θέληση του Βορρά. Η Μπελ γεννιέται, στην Ουάσιγκτον, τον Δεκέμβριο του 1883 και είναι η κόρη του Ρίτσαρντ Θίοντορ Γκριν, του πρώτου Αφροαμερικανού που φοίτησε και αποφοίτησε από το περιβόητο Χάρβαρντ. Οι γονείς της χωρίζουν, σχεδόν μετρά τη γέννηση της, αλλά δε θα πάρουν ποτέ διαζύγιο και δε θα ξαναδεί το πατέρα της, αντίθετα θα μείνει για πάντα προσκολλημένη στη μητέρα της την Ζενεβιέβ. Ο πατέρας της είναι διπλωμάτης στην Σιβηρία και φτιάχνει νέα οικογένεια με μια Γιαπωνέζα απαράμιλλής όπως λεγόταν καλλονής! Οι επιλογές που είχαν τότε οι γυναίκες στην εγκατάλειψη από τους συζυγούς ήταν δυο: η άρνηση ή η ντροπή! Η Ζενεβιέβ, που είχε ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, την οποία κληροδότησε στην κόρη της επέλεξε έναν άλλον δρόμο, αυτόν του επανορισμού εαυτού και περιβάλλοντος! Άλλαξαν επώνυμό και επέλεξαν ευρωπαϊκά ονόματα.

Η μητέρα έγινε Ολλανδικής καταγωγής ως Βαν Βαν Βλιέτ και η Μπελ επέλεξε το πιο Πορτογαλικό, όπως της φαινόταν, Ντα Κόστα. Έτσι, ο εξωτισμός της Μεσογείου θα μπορούσε να ρίξει ένα πέπλο στην σκούρα της επιδερμίδα, που ήταν μαζί με την γυναικεία της φύση, τεράστια εμπόδια αξιοπρεπούς επιβίωσης στις αρχές του 20ου αιώνα. Στο να μπερδεύεται η εποχή, η γεμάτη απαγορεύσεις για τους Αφροαμερικανούς, με την ύπαρξη της Μπελ βοηθούσε και το έντονα ανοιχτό, γκρι της βλέμμα, που λέγεται πως ράγιζε καρδιές…

Στη βιβλιοθήκη του Πρίνστον

Με την μητέρα της πάντα μαζί, η Μπελ, μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, όπου πιάνει δουλειά ως βιβλιοθηκονόμος στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου Πρίνστον, στο Νιου Τζέρσεϋ. Γινεται τεράστιο θέμα η ύπαρξη της ανάμεσα στους ατέλειωτους διαδρόμους της βαριάς βιβλιοθήκης. Είναι όμορφη, γελαστή, γεμάτη δροσιά και περίκομψα ντυμένη, όλο ευρωπαϊκή φινέτσα και χάρη. Μα οι βιβλιοθηκονόμοι είναι άντρες, ηλικιωμένοι, αγέλαστοι, αυστηροί, γκρινιάρηδες και μίζεροι! «Μάλιστα! Και ακριβώς επειδή είμαι βιβλιοθηκονόμος», απαντούσε η Μπελ, «δεν σημαίνει ότι πρέπει να ντύνομαι σαν κινούμενο μουσείο».  

Γινεται θέμα στις εφημερίδες και συζήτηση στα κοσμικά σαλόνια. Είναι ετοιμόλογη, καυστική, με χιούμορ και πνεύμα και «με σκούρα όλο λάμψη μαλλιά γυναίκας με μεγάλη ομορφιά» γράφανε στις εφημερίδες που κρατούσε την προσωπική της ζωή ένα μυστήριο και πάντα είχε μια γρήγορη απάντηση στα σχόλια για τα φτερά στα καπέλα της τα οποία λάτρευε.

Ο Τζον Πιερπόντ Μόργκαν και εκείνη

Στο Πρίνστον συνάντησε τον ανιψιό του Τζι. Πι. Μόργκαν, τον Τζούνιους ή Τζακ, ο οποίος γοητευμένος, τη γνώρισε στον θρυλικό θείο του. Ένα άρθρο του 1949 θυμάται τη στιγμή: «Ο Τζον Πιερπόντ Μόργκαν ήταν καθισμένος στο γραφείο του εκείνο το πρωί του 1905 και φαινόταν απορροφημένος στη δουλειά του. Δεν σήκωσε καν το κεφάλι του, όταν ο ανιψιός του εμφανίστηκε μπροστά του μαζί με ένα λεπτό, ψηλό, κορίτσι με έντονο γκρι βλέμμα. «Θείε;», είπε ο νεαρός, «αυτή είναι η κυρία Γκριν για τη θέση που λέγαμε». «Χάρηκα» είπε ο θρυλικός βαθύπλουτος και η πρόσληψη είχε γίνει, μαζί και το τέλος της συνομιλίας». Η Μπελ δεν είχε μιλήσει καθολου. Είχε κουνήσει το κεφάλι της μόνο…

Η 26χρονη γυναίκα, η Μπελ Ντα Κόστα Γκριν ήταν η επικεφαλής της βιβλιοθήκης J.P. Morgan, που θα γινόταν θρυλική, όσο και η ίδια! Μα είχε ήδη την αυτοπεποίθηση της νικήτριας. Η εξωτική της εμφάνιση την είχε στα παρισινά σαλόνια διαβόητη και είχε γίνει μοντέλο του Ματίς. Είχε δουλέψει στο Πρίνστον ανάμεσα σε άνδρες και δη σοφούς. Ήταν αποφασισμένη να ζήσει και να εργαστεί ανάμεσα απ την πιο εντυπωσιακή συλλογή βιβλίων στον κόσμο και να την κάνει ένα μνημείο του ανθρώπινου πνεύματος, αφιερώνοντας την ίδια την ύπαρξη της σ αυτό τον σκοπό.

Μοναδική γνώστρια των σπάνιων εκδόσεων όλου του κόσμου

Δούλεψε με τον Μόργκαν μόλις επτά χρόνια πριν από το θάνατό του το 1913 και του έγινε απαραίτητη και η πιο αγαπημένη συνεργάτης, που της είχε τυφλή εμπιστοσύνη. Μέσα στα εφτά πρώτα χρονιά μεταμόρφωσε τη συλλογή βιβλίων και έγινε ηγετική μορφή και μοναδική γνώστρια στον χώρο των σπάνιων εκδόσεων όλου του κόσμου. Το 1908 σε ένα ταξίδι της στην Ευρώπη έκλεισε, με απολυτή μυστικότητα, συμφωνία και εξασφάλισε πολυπόθητους σπάνιους τόμους από τα χεριά του μέγα Ουίλιαμ Κάξτον, που εισήγαγε την τυπογραφία στην Αγγλία, το 1476.

Ταξίδευε στην Ευρώπη, σαν ντέντεκτιβ για σπάνιες εκδόσεις και έκανε λογιών εξαντλητικές έρευνες, παζάρια και συμφωνίες προκειμένου να αποκτήσει ένα και μόνο σπάνιο βιβλίο! Λέγεται πως οι στιχομυθίες της με τους εμπόρους των παλαιών πολύτιμων αντικείμενών σε όλη την Ευρώπη, ήταν επικές! Και όταν επέστρεφε στο Μανχάταν, μπορούσε να απλώνει ικανοποιημένη τα  πόδια της στο βαρύτιμο, τεράστιας αξίας γραφείο της και να θαυμάζει το παλάτι που είχε η βιβλιοθήκη.

Το φλερτ, η κληρονομία, η φήμη, το πάθος με τα σπάνια βιβλία

Λέγεται πως ανάμεσα σε εκείνη και τον Μόργκαν υπήρξε ένα μεγάλο φλερτ και μια σχέση βαθύτατης στοργής, που όμως, αντικαταστάθηκε από έναν τεράστιο αμοιβαίο σεβασμό στο όνομα του κοινού τους στόχου να πετύχουν να φτιάξουν την πιο σημαντική βιβλιοθήκη στον κόσμο. Όταν ο Μόργκαν πέθανε, άφησε στη Μπελ το αμύθητο για την εποχή -ε και όχι μόνο!- ποσό των 1.267.508 δολαρίων, αλλά εκείνη συνέχισε να εργάζεται και στην ουσία να ζει στη Βιβλιοθήκη μέχρι τη συνταξιοδότησή της, το 1948. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του και μόνο, λέγεται ότι πως ο Μόργκαν με την εποπτεία και τις συμβουλές της Μπελ είχε επενδύσει το σημερινό ποσό των 900 εκατομμυρίων δολαρίων σε σπάνια βιβλία!

Επίτευγμα της το να έχουν πρόσβαση οι άνθρωποι στα σπάνια βιβλία που να μην μένουν κλειδωμένα στα θησαυροφυλάκια των πλουσίων

Η εφημερίδα New York Times, έγραψε το 2007 πως η Μπελ είχε βάλει ως στόχο ζωής την προσπάθεια να έχουν συμμετοχή στη γνώση και πρόσβαση στα σπάνια βιβλία όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι και αυτά να μη παραμένουν ως αξίες μόνο, κλειδωμένα στα θησαυροφυλάκια των συλλεκτών. Όταν το 1924, η βιβλιοθήκη του Μόργκαν έγινε δημόσιο ίδρυμα και η Γκριν αναγνωρίστηκε ως η ψυχή όλου αυτού του εγχειρήματος και η εμπνεύστρια του, διοργάνωσε μια σειρά εκθέσεων, στις οποίες 170.000 ανθρώπου μυήθηκαν στον μυσταγωγικό κόσμο των υπέροχων βιβλίων.  «Η Μπελ Ντα Κόστα Γκριν ήταν αριστοκρατική, αλλά ποτέ δεν ήταν ελίτ. Πράγματι, ζούσε και ήταν ένα με τα βιβλία» έγραψε η εφημερίδα για εκείνη. Δυο χρονιά μετα τη συνταξιοδότηση της, λες και η Μπελ δεν είχε λόγο να ζει μακριά απ τη βιβλιοθήκη, πέθανε.

Έρωτας, ανελέητος ανταγωνισμός, παιχνίδι και αντιζηλία

Δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν έκανε παιδιά, δεν επέτρεψε ως επαγγελματίας ταγμένη να μαθευτεί ποτέ τίποτα για τη προσωπική της ζωή. Ήταν μόνο γνωστό πως κάποτε ερωτεύτηκε παράφορα έναν Ρώσο συλλέκτη έργων τέχνης, τον Μπέρναρντ, αλλά ποτέ δεν έγιναν γνωστές λεπτομέρειες του ειδυλλίου, ή οι λόγοι που δεν παντρεύτηκαν. Ο ανταγωνισμός μεταξύ τους, για την απόκτηση σπανίων εκδόσεων, στην Ιταλία, στο Παρίσι ή στο Μόναχο ήταν ευφυής, ανελέητος και ένα προσωπικό παιχνίδι που έφτανε στα άκρα.

Ήταν, λέγεται και ο μόνος άντρας που μπορούσε να αντιμετωπίσει με ψυχραιμίας το εκκρηκτικο της πνεύμα και την σαρωτική της κατεργαριά προκειμένου να αποκτήσει τον θησαυρό που ήθελε. Σε μια μόνο σωζόμενη σύντομη σημείωση της του γραφεί σχεδόν κώδικά: «Ω! Μπι. Μπι. ντάρλινγκ, πόσο θέλω να είμαι μαζί σου, όπως εκείνο το υπέροχο βράδυ στο Μόναχο με το αστείο φτερό απ το καπέλο μου». Στα πράγματα της σώθηκε ένα μικρό της πορτρέτο της που εκείνος είχε παραγγείλει για εκείνη και που την απεικονίζει με Αιγύπτια βασίλισσα!

«… όχι μόνο να παρατηρούμε την ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά να την ξαναζούμε»

Όμως στην καρδιά της Μπελ, χωρούσε μόνο ένα τεράστιος έρωτας: εκείνος για τους λογοτεχνικούς θησαυρούς που έσωσε  στη Βιβλιοθήκη που δημιούργησε. Η σκληρή δουλειά της ήταν για να μπορούμε, όλοι εμείς, σήμερα να περπατήσουμε στην επιχρυσωμένη, θεσπέσια βιβλιοθήκη σήμερα, όχι μόνο να παρατηρήσουμε την ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά για να την ξαναζήσουμε! Και είναι βέβαια η Μπελ εκείνη η εμφατική υπογράμμιση της σπουδαιότητας και της δύναμης των μαύρων γυναικών στην πρωτοπορία της εξέλιξης μας ως ανθρώπους και στο ότι ο ακτιβισμός ζει επίσης στις βιβλιοθήκες!