Μεγάλη Εβδομάδα, αδυσώπητη, φτάνει στο τέλος σε έναν αθέατο Απρίλη, που απαγόρευσε την άνοιξη

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

«… ΜΟΛΙΣ ΣΗΜΕΡΑ βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.

Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος.

Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.

Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα…» – Οδυσσέας Ελύτης…

Ο Απρίλης είναι η εφηβεία της Άνοιξης. Έχει ορμές, ορμόνες, πάθος χωρίς όρια και αναστολές. Σε λίγο, θα ναι Μάης, θα κουραστεί και θα χει σίγουρη και ματαιόδοξη κατάδική της, δεδομένη την ομορφιά της! Πως ήταν στην ευλογημένη χώρα, να περπατάς νύχτα και να μυρίζουν ήδη, νυχτολούλουδα, πασχαλιές, τρυφερές λεμονιές, εκμαυλιστικές νεραντζιές σε λουλουδάκια μικρούλια, τέλεια, θεϊκού καλλιτέχνη έργα; Πως ήταν η έκρηξη της άνοιξης! Και ναι! «Έστησε ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη» και «ανάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος» και «νύχτα γεμάτη θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια»! Πάσχα και άνοιξη, Θεέ μου! Θάνατος και γέννηση και Ανάσταση! Δε ξέρω ποιος έχει την ευλογία της πίστης, την βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, αλλά για όλους μας, μέσα μας είναι οι μνήμες, τα παιδικά χρόνια σε εκκλησιές στα χωριά των παππούδων, όταν ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά και άχρονα αργά, τα μεσημέρια της ησυχίας και του ύπνου των μεγάλων διαρκούσαν για πάντα και είχε ο κόσμος χρώματα και μυρωδιές οι μήνες και για μας, ακόμα και τους πιο ξενομανείς, αυτή μόνο μπορεί να ναι η άνοιξη και καμία άλλη. Πρέπει να χει σιωπή και προσμονή. Να χει έναν ήχο πένθιμο καμπάνας και μια στέρηση, κάποια νηστεία, μια μικρούλα αυτοτιμωρία. Να ναι γεμάτη λουλούδια, όλο ζωή, όχι έτοιμα να πεθάνουν, σα κατακόκκινες αιμάτινες παπαρούνες, η μωβ λυτρωμένες πασχαλιές, μικρά κυκλάμινα συστολικά να στρέφουν το λιγωτικό τους χρώμα το  έντονο, στο χώμα. Να χει τα ρούχα τα καλά, τα καινούργια και τα κόκκινα η λευκά λουστρίνια παπούτσια στο κουτί, να φορεθούν στην Ανάσταση και την Κυριακή, την πολυπόθητη του Πάσχα. Να χει λαμπάδες με κορδέλες, στολίδια, τούλια και χρώματα ανοιξιάτικα τρελά. Να ναι η άνοιξη εκμαυλίστρια, να σ αφαιρένει, να σε τρελαίνει, να σου απαγορεύει και να σου υπόσχεται. Να ναι κεριά ανάμενα σε λατανίες και περιφορές, βλέμματα σκοτεινά, ελάχιστα φωτισμένα σε φλόγα που τρεμοσβήνει, που κάνουν Χιροσίμα από το πάθος και αγγίγματα τυχαία, να γίνονται εγκαύματα στην ανύποπτη σου σάρκα. Και να χει πάντα συννεφιά την Μεγάλη Παρασκευή. Και ήλιο στην Ανάσταση. Και η γλύκα του θανάτου με την υπόσχεση της αρχής της πάλι και η θυσία και η προσφορά να ναι καιρός και μνήμη και συνέχεια και όλο τέλος και πάλι αρχή και δως του και ξανά και τίποτα να μη τελειώνει και η μνήμη να ναι γεμάτη βεγγαλικά και πυροτεχνήματα να σκάνε τον Απρίλη χέρι χέρι και φιλημένο απ τον Μάη, στον αέρα…

… Ξελογιάστρα, παλιό γόησσα, όλο ψεύτικους όρκους, έτοιμη να σε παρασύρει η άνοιξη. Και αυτή, μετά η στυλιζαρισμένη, περίτεχνη τακτική του Βυζαντίου, με την αλαζονεία της σοφίας και της ποιότητας της, κάθε χρόνο να σε κάνει να λατρεύεις έναν Θεό, σα Βάκχο, ή σαν Άδωνη! Και να χάνεις τον χρόνο και το στίγμα σου! Και να θες να τους παραδοθείς, σχεδόν ερωτικά και λιγωμένα! Και μερικές φόρες να καταφέρνεις ίσως και να ενδίδεις! Άλλες πάλι όχι…

… φέτος όχι, δεν είναι άνοιξη, αυτή, του κορωνοϊού! Ούτε του προσωπικού πένθους, που δεν περιμένει παρήγοριά. Σα να μη μας καταδέχεται το Πάσχα, ούτε η αναγέννηση του, σε μια καταδίκη να κοιτάμε απ το παράθυρο μιας απαγορευμένης, που θεωρήσαμε δεδομένη, Εδέμ. Σα να ετοιμάζει η ψυχή λοιπόν τα καλά της που της αγόρασε δώρο, η μαμά, τα ανοιξιάτικα της, με το κοντό μανίκι και μια ζακετούλα εύκαιρη, πάντα στα μητρικά της χέρια, μη και κάνει ψυχρά εκείνο το βράδυ και βγάζει απ το κουτί τα λευκά λουστρίνια με τα λουλούδια στο λουράκι, που έφερε η νονά, για να πάει να κάνει Ελπίδα και όχι σίγουρα Ανάσταση, αλλά ξάφνου έρχεται οδύνη η πραγματικότητα: Ούτε μάνα, ούτε νονά, ούτε πατέρας να γεμίζει γιορτινά τραπέζια, ούτε παιδική χαμένη αθωότητα, ούτε βεβαιότητες, ούτε Πάσχα, ούτε άνοιξη, φέτος… Σαν αιώνια θλίψη Μεγάλης Παρασκευής… Σα να μας εγκατέλειψε η Ελπίδα, για Ανάσταση…