Οι κόρες του Κώστα Βουτσά και των ράγισμα όλων των κοριτσιών που χάσανε τον μπαμπά τους

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Πως να καταλαγιάσει το πένθος και η θλίψη για τον χαμό του πατέρα από την κόρη; Πως να χωρέσει στο νου η έννοια του «ποτέ πια» και του «ποτέ ξανά». Πως να σταματήσεις την μνήμη να αναζητά τον τρόπο που μύριζε ο γονιός σου, το χάδι του,  την αφή του, το βλέμμα του, τα χαμόγελα του; Πως να ξεχάσεις τα βράδια που φοβούσουν παιδί το σκοτάδι και σου λέγε πως δεν είναι τίποτα, μόνο σκιές που στάζουν στην πραγματικότητα; Πως να μην ακουμπήσεις στη χαρά του για τα επιτεύγματα σου, τα ελάχιστα που τα κάνε να φαίνονται Ολύμπιο και στα παραμύθια που σου λέγε και στις βόλτες που σε πήγαινε και στο χεράκι που κρατούσε και νομίζεις πως τίποτα δε θα σε βλάψει τώρα! Πως να αντέξεις χωρίς τις λύσεις που χε πάντα στα προβλήματά σου, χωρίς την αγάπη του που δεν ήθελε ανταλλάγματα, που ήταν πέρα και πάνω από τα όρια και αν του έλεγες θα φας σφαίρα για μένα, θα καθόταν με χαμόγελο για να πεθάνει, οδυνηρά αλλά αβίαστα. Πως να γεμίσει αυτή η χαώδες άβυσσος του κενού, που πάει και χάσκει και σε καταπίνει στα ίχνη του στον κόσμο; Στα λουλούδια που φύτεψε και πάλι ανθίζουν, σε μια ξεχασμένη κολόνια του, σε ένα αγαπημένο του τραγούδι που ακούγεται ξαφνικά και σε ακινητοποιεί με πόνο έλλειψης σωματικής, σαν εξαρτημένος χωρίς δόση παρουσίας και αγωγή; Πως να βρεις λέξεις να ονομάσεις εκείνα τα συναισθήματα που δεν ήξερες ότι υπήρχαν μέσα σου και είναι ηφαιστειώδη και ωκεάνιά στην απεραντοσύνη τους, όταν κοιτάς μια φωτογραφία του να γελάει και  ξέρεις πως ο ήχος του γέλιου αυτού δεν θα υπάρξει ξανά στο δωμάτιο μαζί σου. Καταδίκη στην αιωνία σιωπή και στην απαγόρευση ακόμα και των αντιλάλων. Η λέξη που δεν θα ξαναπείς: μπαμπά! Που θα ακούς να τη λένε οι άλλοι και θα γυαλίζει το βλέμμα σου για λίγο σα να σταματά ο χρόνος! Μια τόση δα λεξούλα, δυο συλλαβών και μέσα σου να χει ισχυή ατομικής βόμβας! Το τηλέφωνο του που συνήθισες όλη σου τη ζωή να καλείς και τώρα το παίρνεις μηχανικά και αμέσως το κλείνεις γιατί θυμάσαι πως δεν θα απαντήσει. Η αβάσταχτη απουσία του στα καθημερινά, στα απλά και στις λεξούλες που ήταν ζητήματα ζωής και θανάτου, σαν βγαίναν από το στόμα του. Καλημέρα, να προσέχεις, γιατί βήχεις, έφαγες, μη τρέχεις, πάρε με μόλις φτάσεις, παιδί μου, κόρη μου! Διαβάζω την ανάρτηση των κοριτσιών του Κώστα Βουτσά για το αντίο στον πατέρα τους και νιώθω όλα εκείνα τα αναφιλητά ενός σύμπαντος σμπαραλιασμένου που ένα κορίτσι πάντα ορφανό σε όποια ηλικία και αν βρίσκεται, έχει εντός του, σαν χάνει πατέρα.   

Η Theodora Voutsa είναι με την Sandra Voutsa και 3 ακόμη.

«…Ο πατέρας μου είναι ένας πολύ δυνατός άνθρωπος. Στο σπίτι όμως δε μας άφησε ποτέ να καταλάβουμε τη δύναμή του. Δε μας έλεγε τι να κάνουμε και δε μας έδινε συμβουλές. Είναι… ήταν πολύ διακριτικός μαζί μας. Σε περιστάσεις που χρειαζόμασταν την καθοδήγησή του συζητούσε μαζί μας και μας έλεγε τις σκέψεις του πάνω στο θέμα. Συζητούσε πολύ μαζί μας. Καθόμουν απέναντι του στο γραφείο του, η τηλεόραση πάντα να παίζει από πίσω- να υπάρχει πάντα κίνηση, ζωή στο σπίτι. Οι καλύτερες συζητήσεις γινόντουσαν στο καμαρίνι. Πήγαινα μαζί του από μικρή. Πήγαινε δυο-τρεις ώρες πριν την παράσταση. Ετοιμαζόταν και μου έδινε τις πιο σημαντικές «πληροφορίες» τόσο απλά, τόσο αβίαστα- όπως όταν έπαιζε στη σκηνή- τόσο φυσικά…. Πίστευε στην κρίση μας και στον τρόπο που μας μεγάλωσε και μας άφηνε να χρησιμοποιήσουμε εμείς όπως πιστεύαμε καλύτερα την πληροφορία που μας έδωσε. Μερικές φορές τον ακούγαμε… άλλες όχι.

Φαίνεται σαν να έκλεισε η μεγαλύτερη πόρτα

Η πείρα δε μεταδίδεται και δεν αγοράζεται. Οι σκέψεις όμως που προέρχονται από την πείρα μπορούν να εμπνεύσουν και να ανοίξουν παράθυρα όταν οι πόρτες έχουν κλείσει. Σε σκεφτόμαστε τώρα μπαμπά, οι κόρες σου και οι γυναίκες σου. Φαίνεται σαν να έκλεισε η μεγαλύτερη πόρτα. Ξέρουμε όμως ότι δεν θα είναι για πάντα. Έχεις αφήσει πολύ φως πίσω σου, αρκετό να μας συντροφεύει όλες μας μια ζωή. Η μεγαλύτερη κληρονομιά που μας άφησες είναι που μας έδειξες πως να αγαπάμε τη ζωή, να περπατάμε μπροστά, να στεκόμαστε στην κουΐντα- στο σκοτάδι, να παίρνουμε μια βαθιά ανάσα, να βρίσκουμε τη δύναμη μέσα μας και να πατάμε με δύναμη στην σκηνή, στο φως, μπροστά στον κόσμο… και να χαμογελάμε!

Σ ‘αγαπάμε πάντα! Πολύ! Βαθιά! Θεοδώρα, Νίκκο, Σάντρα, Αλίκη, Θεανώ…»…

Και από όλα τους τα λόγια, λαβή στην καρδιά μου εκείνο το μπέρδεμα του ενεστώτα με τον παρατατικό… «ο μπαμπά μου είναι…ήταν…»…  Και εκείνη η αβάσταχτη επιταγή της μοίρας για τη Σάντρα να χάσει σε λίγες μέρες, μάνα και πατέρα. Δύναμη και παρηγοριά γιατί έχετε η μια την άλλη να ακουμπήστε.  Δύναμη και παρηγοριά Θεοδώρα, Νίκκο, Σάντρα, Αλίκη, Θεανώ… Δύναμη και παρηγοριά…