Βεντέτα: Γυναίκες της Κρήτης σταματήστε τον δαίμονα…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

Καλομοίρηδες και Ξυλούρηδες. Είναι το νέο χρονικό μίας υπό αίρεση νέας βεντέτας. Ανοίγει ένας νέος κύκλος αίματος ή θα μεσολαβήσει ο παπά – Ανδρέας, για να μην ξαναμυρίσει αίμα ο τόπος; Ο λόγος; Κτηματικές διαφορές, λένε επισήμως. Οι οικογένειες είχαν διαφορές. Φτάνει; Φτάνει για να λήξει ένα έθιμο ετών, που έχει στη μέση την έννοια της αυτοδικίας, ότι «το αίμα μόνο με αίμα ξεπλένεται και ξεπληρώνεται;». Ήδη Κρητικοί με αναρτήσεις τους καλούν τους δικούς τους να καταθέσουν τα όπλα, η αστυνομία παίρνει μέτρα κι οι πολίτες αναρωτιούνται πως η σύγχρονη Κρήτη εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους εθιμικού δικαίου.  

«Εδώ είναι Κρήτη. Θα ακούτε πυροβολισμούς, συνέχεια. Γυρίστε στο μάθημά σας»

Πρωτοπήγα στην Κρήτη, Ιούλιο του 1990, 19 χρονών, για διακοπές. Τον λάτρεψα αυτόν τον τόπο απ’ την πρώτη στιγμή, όσο αγαπώ την Ήπειρο, το μέρος της καταγωγής του πατέρα μου. Ίσως τον λάτρευα κι από πριν. Γιατί μεγάλωσα με τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη με τις δοξαριές του Γαργανουράκη, έμαθα για τους κρητικούς χορούς από τους δασκάλους μου. Πήγα πρώτη φορά στην Ιεράπετρα εξαιτίας της καθηγήτριας και φίλης μου. «Εδώ είναι ο ήσυχος τόπος της Κρήτης», «είσαι στον ήσυχο τόπο του γλεντιού» μου έλεγαν οι ντόπιοι. Τότε δεν καταλάβαινα γιατί μου μιλούν για «ήσυχο τόπο». Δύο μήνες μετά η μοίρα και η δική μου βούληση Σεπτέμβρη μήνα το έφεραν να περάσω στο Ρέθυμνο. Τον Σεπτέμβρη του 1990, γνώρισα τι σημαίνει να είσαι στον … ανήσυχο τόπο. Εκεί που όλα είναι διαφορετικά. Σεπτέμβρη μήνα γνώρισα και τις αγωνίες των ανθρώπων, που οι φοιτητές προέρχονταν από άλλα μέρη. Το πρώτο σοκ ήταν στο Πανεπιστήμιο. Μάθημα απογευματινό 5-8  Εισαγωγή στην Κοινωνιολογία Ι από τις πρώτες ημέρες του σχολικού έτους ακούγονταν έξω από την μεγάλη κεντρική αίθουσα των Περιβολίων, πυροβολισμοί. Όσοι φοιτητές δεν ήταν Κρητικοί γύρισαν τα κεφάλιά τους προς το μέρος, που ήταν οι πυροβολισμοί. Οι Κρητικοί φοιτητές, που ήταν και οι πιο πολλοί, δεν έδωσαν σημασία. Ο καθηγητής μας απάντησε ως εξής: «Εδώ είναι Κρήτη. Θα τ΄ ακούτε αυτά συνέχεια. Γυρίστε σας παρακαλώ στο μάθημά σας». Εννοείται ότι ο καθηγητής μας, καίτοι Κρητικός διαφωνούσε πλήρως με το συγκεκριμένο έθιμο, που είχε πια ξεφύγει από τα δεδομένα.

Χωριά – οπλοστάσια, θρύλοι για κλεμμένο τανκς, φήμες και δικαστήρια

Οι άνθρωποι στο Ρέθυμνο σε έβαζαν πολύ εύκολα στο σπίτι τους αλλά δεν είχαν όλοι την ίδια άποψη για τα όπλα. Άλλοι το όπλο το είχαν για τιμή, άλλοι για μαγκιά, άλλοι για εκφοβισμό κι άλλοι δεν ήθελαν ούτε να τα βλέπουν. Ο κόσμος στο Ρέθυμνο ήταν διχασμένος. Ακόμη κι άνθρωποι καλλιεργημένοι δεν είχαν την ίδια άποψη, που έχει όλη η υπόλοιπη Ελλάδα. Υπήρχαν τότε ολόκληρα χωριά, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν οπλοστάσια. Κτηματικές διαφορές και ζωοκλοπές λειτουργούσαν εν ήδη πυρίτιδας και το ποτό άναβε το φυτίλι αλλά κι όλοι αυτοί, που τρέλαιναν στην κυριολεξία το μυαλό των εκδικητών. Τα Χανιά, το Ρέθυμνο, το Ηράκλειο είχαν βεντέτες ενώ, όπως ορθώς γράφει ο Ξυριτάκης στο βιβλίο του, το Λασίθι ήταν για τους εξόριστους αλλά θα συμπληρώσω και για τα ζευγάρια, που κλέβονταν.  Υπήρχε ο θρύλος για το κρυμμένο τανκς. Υπήρχε η φήμη πως γέλασε Ρεθυμνιώτες, Κύπριος και τους πούλησε όπλα, χωρίς τον κόκορα και μάζεψε του κόσμου τα λεφτά. Η φημολογία ήταν τόσο έντονη, που δεν ήξερες τι είναι αλήθεια και τι ψέματα.  Στα μάτια των Κρητικών τα δικαστήρια δεν μπορούσαν να αποδώσουν δικαιοσύνη. Οι Κρητικοί, ειδικά από συγκεκριμένα χωριά, είναι έντονα συναισθηματικοί άνθρωποι κι αυτό το συναισθηματικό φορτίο δεν μπορούν να το αντέξουν. Κι αν μπορούν αυτοί, δε σημαίνει ότι δεν τους ντομπάρουν συναισθηματικά άλλοι.

Ο καπετάνιος, οι ψευτοκαπετάνιοι, τα καπετανιλίκια και η αίγλη του Παπαδόσηφου, που ήταν γέρος κι είχε σκοτώσει τον φονιά του γιού του

Η συμβουλή που έδιναν στα κορίτσια ακόμη και σε φοιτήτριες οι ντόπιες ήταν «αυτός είναι από ψηλό χωριό να προσέχετε», «α, αυτός είναι από καλή οικογένεια» κι εννοούσαν πως δεν μεθάει και δεν βγάζει όπλο ή δεν βγάζει όπλο για ψύλλου πήδημα.  Έτσι, στον καθημερινό λεξιλόγιο των φοιτητών μπήκε κι η λέξη «καπετάνιος». Ο όρος «καπετάνιος» ουδεμία σχέση είχε με πλοίο. Ο καπετάνιος μπορεί να ήταν ένας βοσκός, που είχε πολλά ζώα, καλός νοικοκύρης  κομμάτι αψύς αλλά δίκαιος αλλά κι ο «ψευτο-καπετάνιος» που ήταν ο ορισμός του θρασύδειλου.  Ο θρύλος του Παπαδόσηφου, που ήταν γέρος κι είχε σκοτώσει τον Βενιαράκη το 1988 τον φονιά του γιου του, μέσα στο δικαστήριο, με πέντε σφαίρες εξακολουθεί να είναι μία γωνιά , που δείχνει το αίμα. Ο Παπαδόσηφος πέθανε χωρίς να ζητήσει συγγνώμη, ίσα – ίσα που όταν σκοτώθηκε τον φονιά του γιου του είπε «τώρα ελευθερώθηκα». Ο Παπαδόσηφος δεν καταδικάστηκε ποτέ στη συνείδηση των συμπολιτών του, που θεωρούσαν ότι ο Βενιεράκης το προκάλεσε όλο αυτό κι ότι η αποφυλάκισή του, θα ήταν προσβολή για τον πατέρα.

Πυροβολισμοί στην παραλιακή μες στο κόσμο, που ούτε στο Τέξας!

Έχω ζήσει σκηνές απείρου κάλλους να βγαίνει ο άνθρωπος το 1991 άνοιξη, στην παραλιακή οδό 12 η ώρα τη νύχτα και να έχει αρχίσει να πυροβολεί. Κι όταν λέμε παραλιακή οδό εννοούμε στον πιο κεντρικό δρόμο του Ρεθύμνου. Να τρέχουν κι οι δυο κι αυτός που τον πυροβολούν κι αυτός που  πυροβολεί. Μπορεί ακόμη και στο Τέξας να μην το έχουν δει αυτό. Στην αρχή δεν το είχαμε σπουδαιολογήσει, θες τα νιάτα, θες η άγνοια κινδύνου. Είχαμε όλοι κάποιον γνωστό, που μπορεί και να είχε πυροβολήσει αλλά δεν ήταν κακός άνθρωπος. Αλλά αυτός, που δεν ήταν κακός άνθρωπος, δεν ήξερε πόσο κακό μπορεί να κάνει. Το χειρότερο ήταν ότι στη συνέχεια ακόμη και εμείς οι φοιτητές αρχίσαμε να αποδεχόμαστε πως έτσι είναι η κατάσταση. Θυμάμαι Κρητικές μάνες να στενοχωριούνται που η κόρη τους έμπλεξε με άντρα  ψευτο-καπετάνιο. «Δεν είναι παιδί μου αυτός από καλή οικογένεια», να λένε κι η κόρη να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει, μετά τον γάμο, έχοντας δυο και τρία κουτσούβελα στην αγκαλιά. Έφταναν όλα αυτά στα αστυνομικά τμήματα. Όχι. Τα βλέπαμε σε γυναίκες, ακόμη και μεγάλες με μαυρισμένα μάτια.  Φυσικά δεν ήταν ο κανόνας ήταν η εξαίρεση. Αλλά ήταν πολλά οι εξαιρέσεις μάτιά μου.

Το μακελειό στο Πανεπιστήμιο, ο αγώνας για να σταματήσει το κακό και το μπλέξιμο της τιμής με τα μπραβιλίκια και τα ναρκωτικά  

Πηγαίνοντας σε γάμους, σε βαφτίσια, σε μεγάλα γλέντια βλέπαμε πως στο Ρέθυμνο υπήρχαν όπλα παρόλο, που μετά το μακελειό στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, στο Ηράκλειο, από έναν μεταπτυχιακό φοιτητή του Φυσικού, κάπως άρχισε να γίνεται μία κουβέντα, για ν΄ αλλάξει αυτό. Ο τότε πρύτανης, ο Γιώργος Γραμματικάκης και έπειτα ευρωβουλευτής του Ποταμιού , είχε ανοίξει έναν διάλογο για να σταματήσει αυτή η ιστορία με τα όπλα. Το Πανεπιστήμιο Κρήτης πήρε ξεκάθαρα θέση. Θυμάμαι πως ακόμη και Κρητικοί φοιτητές – ευτυχώς λιγοστοί- το θεωρούσαν κομμάτι της κουλτούρας τους. Το 1993 ή το 1994  μπαίνοντας στη μία και μοναδική ντισκοτέκ που υπήρχε , τη Φορτέτζα ένας τύπος μεθυσμένος έβγαλε πιστόλι ενώ μέσα ο κόσμος ήταν πατείς με πατώ σε. Θα μπορούσε να είχε γίνει μακελειό. Το έσωσαν τελευταία στιγμή οι μπράβοι του μαγαζιού, που προσωρινά τον αφόπλισαν , γιατί σε λίγο ξαναέβγαλε όπλο.  Το 1994 ήρθαν και ξαναήρθαν τα όπλα στην Κρήτη για τον αφοπλισμό, αφού πλέον δεν ήταν μόνο η τιμή στο τραπέζι αλλά και ναρκωτικά και όπλα και μπραβιλίκια κ.ά. Με τις τακτικές που ακολούθησαν τα ΕΚΑΜ τότε, το μόνο που κατάφεραν ήταν να εξευτελίσουν κάποιους νταήδες αλλά και να εκνευρίσουν ακόμη περισσότερο και ψύχραιμους ανθρώπους.

Η μάνα που χασε παιδί στην αγκαλιά από πυροβολισμούς σε βαφτίσια

Κατά καιρούς, ως δημοσιογράφος στην Ελευθεροτυπία, ξαναγράψαμε για βεντέτες, ξαναγράψαμε για κτηματικές διαφορές, για ζωοκλέφτες, για άσκοπους που πυροβολισμούς, που κάποιον έστειλαν στον τάφο. Σε γνωστή μου οικογένεια, που προέρχεται από τα ορεινά των Χανίων,  μάθαμε για μάνα, που έχασε το παιδί της σε βαφτίσια, γιατί κάποιος έριξε άσκοπους πυροβολισμούς, πολλά χρόνια αργότερα. Ας μην ξεχνάμε ότι υπήρχαν περιοχές, που το πόσο καλό ήταν το γλέντι, είχε εξαρτηθεί από το «πόσες σφαίρες έπεσαν». Πολλά γλέντια με θύματα.  Η Κρήτη πρωτοστατούσε. Έρχονταν αστυνομικές δυνάμεις για να σταματήσουν το κακό, κόσμος έφευγε, όλοι φοβούνταν. Βεντέτες είχαμε και στην Κρήτη και στη Μάνη και στην Αιτωλοκαρνανία και παλαιότερα και στην Ήπειρο. Το έθιμο του σιασμού ήταν το μόνο που άλλαζε κάπως την κατάσταση στην Κρήτη.  

Γυναίκες της Κρήτης, αλλάξετε τούτον τον κόσμο

Από τη δεκαετία του ‘ 90, που ήμουν εγώ στο Πανεπιστήμιο, παρότι έχουν περάσει 30 χρόνια με έπιασε ένας κόμπος στην καρδιά, σαν άκουσα για το διπλό φονικό στα Ανώγεια. Ένιωσα, προδομένη, γι΄αυτές τις μανάδες, που μεγαλώνουν παιδιά και τα βλέπουν να χάνονται για ένα ρημάδι κτήμα. Ένιωσα πως η Ελλάδα πέρασε τόσο πολλά κι είναι σαν μην έχει αλλάξει τίποτα. Κανείς άνθρωπος δεν αξίζει να χάνει τη ζωή του, τόσο άδικα. Αρνούμαι πια να το δεχτώ, να συνεχίζεται το ίδιο βιολί. Δεν είναι τα πιστόλια πλάκα. Δεν είναι οι πυροβολισμοί για γέλιο. Δεν είναι το πιο ωραίο πιστόλι, για ομορφιά. Είναι για θάνατο! Ας βγουν στον δρόμο οι Κρητικές, ας γράψουν, τι σημαίνει να χάνεις το παιδί σου, ας ουρλιάξουν τι σημαίνει να χάνεις τον άντρα σου, ας βγουν οι γιαγιάδες, που κλαίνε τους εγγονούς τους.  Ας μιλήσουν οι γυναίκες των δυο οικογενειών, με όση πίκρα έχουν. Ας καταπιούν τον πόνο τους, να μη νιώσεις άλλος άνθρωπος, αυτό που νιώθουν. Κι ας μεγαλώσουν τα παιδιά τους, χωρίς οργή και χωρίς όπλα.  Γυναίκες της Κρήτης, μόνο σε εσάς πιστεύω πια ότι μπορείτε ν΄ αλλάξετε τούτον τον κόσμο…